Change Text Size
+ + + + +
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στερεά Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στερεά Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Το όνειρο.

(Στερεά Ελλάδα)

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια οικογένεια που είχε τέσσερα παιδιά. Ένα βράδυ ο πατέρας είπε στα παιδιά του να κάνουν την προσευχή τους και να πέσουνε να κοιμηθούνε για να ιδούνε τι όνειρο θα έβλεπε ο καθένας τους. Το πρωί σηκωθήκανε τα παιδιά από τον ύπνο και το καθένα έλεγε τι είδε την νύχτα.
Ήρθε και η σειρά του τελευταίου γιου να πει το όνειρο του. "Εγώ", είπε το παιδί, "πατέρα, είδα απόψε στον ύπνο μου ότι ήμουνα πλούσιος, και εσύ πατέρα μου έρριχνες νερό να πλυθώ και η μάνα μου μου κράταγε την πετσέτα για σκουπιστώ". Ο πατέρας τότε θύμωσε και φώναξε:
Ο παλαβός κι ο φρόνιμος.

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε δυο αδέρφια. Ο ένας όμως ήταν παλαβός κι ο άλλος φρόνιμος. Μια μέρα λέει ο παλαβός: 
- Εγώ δεν πάω για τα πρόβατα!
Βρε καλέ, βρε χρυσέ μου, προσπάθησε να τον μεταπείσει ο φρόνιμος, τίποτ’ αυτός. Εκεί. Στήλιωσε τα ποδάρια και κοίταε πέρα. Παλαβός άνθρωπος.
Τι να κάμει κι ο φρόνιμος;
- Θα πάω εγώ! είπε. Αλλά να φτιάξεις κουρκούτη και να ταΐσεις τη γριά. Κοίτα μην αφήσεις τη μάνα νηστικιά!
Μια μάνα που δεν είχε παιδιά.

(Δομοκός Φθιώτιδας. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το ταμένο παιδί και η άπιστη γυναίκα")

Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια μάνα. Δεν είχε η καημένη παιδιά. Παρακαλούσε το Θεό, αλλά δεν της έδινε παιδιά. Μια μέρα έρχεται ένας δράκος στο σπίτι της και της λέγει: «Εγώ θα παρακαλεθώ στο Θεό να σου δώσει ένα παιδί και άμα γίνει δεκατριών ετών θα έλθω να το φάω». Και η γυναίκα τότε εδέχτηκε.
Έγινε το παιδί δεκατριών ετών και πήγαινε στο σχολείο. Ο δράκος πήγε στο σχολείο και το βάρισε το παιδί μια δυνατή ξυλιά και του είπε:
Το ορφανό καρπούζι.

(Δομοκός φθιώτιδας)

Μια φορά και έναν καιρό, μπήκαν Γερμανοί σε ένα χωριό. Όλοι έφυγαν από το χωριό, μονάχα έμεινε ένα παιδί με την αδερφή του και είχαν και ένα άλογο. Το άλογο αυτό, ό,τι το έλεγαν, έκανε. Ένα πρωί σηκώθηκαν και λένε στο άλογο: «Θα φύγομε και θα πηγαίνεις εκεί που θα σου λέμε εμείς. Τι λες;» «Θα αποφασίσομε ναι, να φύγομε» απάντησε το άλογο.
Μπαίνουν καβάλα και οι δυο και προχωρούν. Πήγαν μακριά, πολύ μακριά, έφτασαν σε άγνωστο τόπο, μέσα σε ένα λόγκο. Εκεί βρίσκουν ένα σπιτάκι. «Εδώ θα καθίσομε», λένε. Μια γριούλα τους λέγει:
Να σου πω για τις μοίρες.

(Στερεά Ελλάδα

Κάποτε τα παλιά χρόνια σε ένα Κεφαλοχώρι ζούσε ένας άρχοντας με πολλούς υποτακτικούς και κάθε τόσο έβγαινε με τους ανθρώπους του για κυνήγι στις γύρω περιοχές. Μια φορά όμως που είχαν απομακρυνθεί πολύ από το χωριό, τους έπιασε η νύχτα και ξέσπασε μια ξαφνική μπόρα και κρύο πολύ και έψαξαν να βρούνε κάπου να απαγκιάσουν μέχρι να ξημερώσει και να πάρουν πάλι τον δρόμο του γυρισμού.
H κατάρα της μάνας.

(Μεσολλόγγι. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο Όφις που έγινε βασιλόπουλο" ή "Η κόρη με τους δύο συζύγους")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα κι απόχτησαν ένα κοριτσάκι, που το βάφτισαν και το βάλανε Μαρία. Η Μαρία μεγάλωνε σιγά-σιγά και τη βάλανε σ' ένα σχολείο να μάθει γράμματα. Στο σχολείο η δασκάλα την περιποιούντανε πάρα πολύ και την αγαπούσε, κι αυτήνη πάλι αγαπούσε τη δασκάλα. Μια μέρα, η δασκάλα της λέει:
H Μάγισσα.

(Θήβα. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Τα τρία κίτρα")

Μια φορά και ένα καιρό ήτανε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Δεν κάνανε παιδιά. Μια μέρα, νύχτα παρακάλεσε το θεό να της δώσει ένα αγοράκι. Κι έλεγε η βασίλισσα: "αν ο θεός μου δώσει ένα αγοράκι, θα κάνουμε όλες τις βρύσες να τρέχουν τρεις μέρες και τρεις νύχτες μέλι, γάλα και βούτυρο". Τους άκουσε ο θεός και τους έδωσε ένα αγοράκι. Αυτοί από τη χαρά τους ξέχασαν το τάμα τους.
Το παιδί μεγάλωσε και πήγαινε σχολείο. Μια μέρα το συνάντησε μια γυναίκα και του είπε:
Ο Δεκατρής.
 
(Καστανιά Ευρυτανίας. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο Δεκατρείς")

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας πατέρας που είχε δεκατρία παιδιά. Το μικρότερο από αυτά το έλεγαν Δεκατρή. Επειδή όμως ήταν φτωχοί και δεν είχαν να τα ταΐσουν αποφάσισε μαζί με τη γυναίκα του να τα πάνε και να τα αφήσουν σε ένα δάσος για να τα φάνε οι λύκοι. Ο Δεκατρής όμως άκουσε τη κουβέντα του πατέρα τους με τη μητέρα τους. Τους πήραν λοιπόν όλους και ξεκίνησαν να πάνε δήθεν να κόψουν ξύλα στο δάσος. Ο Δεκατρής όμως είχε γεμίσει την τσέπη του με καλαμπόκι που το έσπερνε στο δρόμο.
Άτιτλο.

(Γαλαξείδι Φωκίδας. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Της κάτω γης ο αφέντης")

Κάποτε ζούσε ένας φτωχός γέρος με τις τρεις κόρες του. Συχνά ο γέρος έβγαινε να μαζέψει χόρτα. Μια μέρα, εκεί που μάζευε χόρτα είδε μια μεγάλη βρούβα. Προσπάθησε να την ξεριζώσει, μα δεν έβγαινε. Εκεί που την κουνούσε, πετάχτηκε μπροστά του ένας αράπης, "θέλεις", είπε ο αράπης στον έκπληκτο γέρο, "να σου δώσω ένα τσουβάλι λίρες και να μου φέρεις την πρώτη κόρη σου;" Το σκέφτηκε ο γέρος και μια και το ποσόν ήταν μεγάλο δέχτηκε. Την άλλη μέρα, ο αράπης του πήγε τις λίρες και ο γέρος παρέδωσε την κόρη του.
Την πήρε ο αράπης και την κατέβασε σε ένα υπέροχο παλάτι με σαράντα δύο δωμάτια. Αφού τη γύρισε να δει όλους τους θησαυρούς του, της είπε: