Change Text Size
+ + + + +
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Ο τσιγκούνης χωρικός

(Ρωσία)

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας χωρικός που είχε έναν υπηρέτη που τον έλεγαν Βάνια.
"Βάνια, αύριο θα πάμε να θερίσουμε το σιτάρι", είπε μια μέρ ο χωρικός στον υπηρέτη.
"Εντάξει", είπε ο Βάνια. "Ας πάμε". Την άλλη μέρα σηκώθηκαν νωρίς - νωρίς κι ο χωρικός είπε:
Η αλεπού κι ο λύκος πάνε για ψάρεμα

(Ρωσία)

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων ζούσε σε ένα μακρινό και απόμερο χωριό της Ρωσίας. Εκείνος ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς. Η λίμνη κοντά στο χωριό είχε παγώσει τόσο πολύ, που τα παιδιά κάνανε πατινάζ πάνω της. Η φύση ολάκερη είχε ντυθεί στα άσπρα με το χιόνι να πέφτει μέρα και νύχτα. Ένα πρωινό, ο γέρος ζήτησε από την γυναίκα του να του ετοιμάσει λίγα κουλουράκια να πάρει μαζί του στο ψάρεμα. Αυτή δεν του χάλασε το χατίρι. Έπειτα έδεσε το έληθρο στα σκυλιά του και ξεκίνησε για την λίμνη. Άνοιξε μια τρύπα στην παγωμένη πλάτη της λίμνης και ψάρευε για ώρες και συνέχεια έβγαζε ψάρια λογιώ-λογιώ. Τέλος, τα φόρτωσε στο έλκηθρο και ξεκίνησε για το καλύβι του.
Στην επιστροφή, ανάμεσα σε δύο δέντρα, είδε ξαπλωμένη στο χιόνι μια αλεπού.
Το θαυμαστό αλογάκι.

(Ρωσία)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος και είχε τρεις γιούς. Οι δυό ήταν έξυπνοι κι ο τρίτος, ο Ιβάνουσκα, ήτανε κουτούλης. Μέρα-νύχτα ο κουτούλης καθότανε ξαπλωμένος πλάι στη σόμπα.
Ο γέρος είχε σπείρει στάρι και ύστερα από λίγον καιρό το στάρι μεγάλωσε και έγινε φουντωτό-φουντωτό. Κάποιος όμως πήγαινε τη νύχτα και το τσάκιζε και το τσαλαπατούσε. Λέει ο γέρος στα παιδιά του:
Η Δικαιοσύνη και η Αδικία.

(Ρωσία)

Κάποια μέρα συναντήθηκαν η Δικαιοσύνη και η Αδικία κι άρχισαν να καβγαδίζουν για το πώς είναι καλύτερα να ζουν οι άνθρωποι, με την δικαιοσύνη ή με την αδικία; Η Αδικία υποστήριζε με πάθος ότι είναι καλύτερα να ζει ο κόσμος με την αδικία, ενώ η Δικαιοσύνη έλεγε πως δεν υπάρχει καλύτερο σύστημα από εκείνο όπου επικρατεί ο νόμος της δικαιοσύνης. Λογομάχησαν, είπε η καθεμία  τα δικά της, χωρίς τελικά ούτε η Δικαιοσύνη ούτε η Αδικία να αλλάξουν γνώμη.
Κάποια στιγμή η Αδικία στρέφεται στη Δικαιοσύνη και της προτείνει:
Η διαθήκη.

(Λαϊκό παραμύθι των Τατάρων. Νότια Ρωσία)

Σ' ένα χωριό ζούσε κάποτε ένας φτωχός γέροντας που είχε ένα γιο, τον Αχμέτ. Σαν ήρθε η ώρα του γέροντα να πεθάνει, φώναξε κοντά του το γιο του.
«Γιόκα μου», του είπε, «θέλω πριν πεθάνω να σου αφήσω μια διαθήκη.»

Παραξενεύτηκε ο γιος.

Τι διαθήκη, σκέφτηκε, μπορεί να μου αφήσει ο φτωχός μου πατέρας, αφού σ’ ολόκληρη τη ζωή του δούλευε χωρίς σταματημό, μα περιουσία δεν απόκτησε;    

Και ο γέροντας αναστέναξε και είπε:
Το σοφό κορίτσι.

(Ρωσία)

Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα χωριό στη μέση της μεγάλης ρωσικής στέπας, ζούσαν δύο αδέλφια. Ο ένας ήταν πλούσιος και τρανός, με τροφαντή γυναίκα και πολλά παιδιά, ο άλλος φτωχός και χήρος, με μόνη συντροφιά του την εφτάχρονη κόρη του. 
Μια μέρα τα δύο αδέλφια αποφάσισαν να πάνε στην πρωτεύουσα όπου όπως κάθε χρόνο, γινόταν το μεγάλο παζάρι - ο πλούσιος με το όμορφο άτι του, ο φτωχός με τη φοράδα του. Δρόμο πήραν δρόμο άφησαν και, την ώρα που σουρούπωνε, είδαν μπροστά τους μια έρημη καλύβα.
«Εδώ να περάσουμε τη νύχτα!» είπε ο πλούσιος.
Ξεπέζεψαν, έδεσαν τα άλογα έξω από το καλυβάκι και έπεσαν να κοιμηθούν.
Τα όνειρα του βασιλιά.

(Ρωσία)

Στα πολύ παλιά χρόνια, παιδιά μου, ζούσε ένας σοφός και δίκαιος βασιλιάς, που όλοι τον αγαπούσαν και τον άκουγαν με σεβασμό. Μια νύχτα είδε ένα όνειρο που τον τρόμαξε. Μια αλεπού, λέει, κρεμόταν από την ουρά της πάνω από το κρεβάτι του. Όταν ξύπνησε το πρωί φώναξε τους συμβούλους του και τους ζήτησε να του εξηγήσουν το όνειρο. Μα κανείς δεν ήξερε τι να πει. Φώναξε τους φρουρούς του. Τίποτα. Τότε, έβαλε τελάλη να πει πως όποιος του εξηγήσει το όνειρο θα πάρει χίλια χρυσά φλουριά κι ό,τι άλλο ζητήσει. 
Τ’ άκουσε ένας φτωχός χωρικός και είπε:
Το χρυσό βιβλίο.

(Ρωσία)

Ζούσε κάποτε σε ένα μικρό σπιτάκι στο δάσος ολομόναχος ένας νεαρός που τον έλεγαν Αντρέι. Μια μέρα πήγε στο δάσος να μαζέψει καρπούς για να φάει, όμως δεν βρήκε τίποτα. Απογοητευμένος κάθισε κάτω από ένα δέντρο και τότε του εμφανίστηκε ένας γέρος που του έδωσε ένα χρυσό βιβλίο. "Με αυτό του είπε, μπορείς να φας". Όταν άνοιξε το βιβλίο πετάχτηκε από μέσα ένας τοσοδούλης ανθρωπάκος και είπε:
Ο σκύλος και ο λύκος.

 (Ρωσία)

Μια φορά ένας ηλικιωμένος κύριος είχε ένα σκύλο που τον έλεγαν Σέρκο. Τον τάιζε και τον φρόντιζε και ο Σέρκο έγινε ένας νέος και δυνατός σκύλος. Τα χρόνια περνούσαν και ο σκύλος μεγάλωσε τότε ο ιδιοκτήτης του τον έδιωξε στο δάσος. Μια μέρα ο Σέρκο συνάντησε ένα λύκο. Ο λύκος τον ρώτησε τι κάνει στο δάσος και ο σκύλος του εξήγησε ότι τον έδιωξε ο κύριος του επειδή ήταν μεγάλος στην ηλικία. "Θέλεις να σε βοηθήσω;" του είπε ο λύκος. "Θέλω αλλά πώς;" απάντησε ο Σέρκο.