Change Text Size
+ + + + +
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφρική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφρική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Η σοφία του Κόσμου

(Γκάνα)

Εδώ και αρκετά χρόνια ο Κβάκου Ανάνσε, ο μάγος μιας αφρικάνικης φυλής,
πήρε την απόφαση να μαζέψει εκείνος όλη τη σοφία
του Κόσμου και να την κρατήσει μόνο για τον ίδιο και τους απογόνους του. 
Φεύγοντας από το σπίτι του πήρε μαζί μια
πήλινη στάμνα που 'χε σκοπό να τη γεμίσει με σοφία.
Για χρόνια γύριζε τη χώρα ολόκληρη κι έθετε σε ζώα και σε
ανθρώπους τα δυσκολότερα ερωτήματα. Μόλις άκουγε μια έξυπνη
απάντηση, σήκωνε γρήγορα το καπάκι της πήλινης στάμνας και την
ψιθύριζε μέσα, μπροστά στους κατάπληκτους συνομιλητές του.
Έφτασε κάποτε η μέρα που ο Κβάκου Ανένσε πίστεψε ότι είχε μαζέψει
όλη τη σοφία του Κόσμου στη στάμνα του και γι' αυτό πήρε το δρόμο
της επιστροφής.

Η σοφία, το φαγητό κι ο πλούτος

(Νιγηρία)

Μια ημέρα η σοφία, το φαγητό και ο πλούτος ξεκίνησαν να πάνε ένα ταξίδι. Καθώς προχωρούσαν συνάντησαν έναν άντρα να κάθεται κάτω από ένα δέντρο. « Πού πηγαίνετε;» τους ρώτησε ο άνδρας. «Ψάχνουμε ένα μέρος να μείνουμε» απάντησαν και οι τρεις. Τότε ο άνδρας είπε: « Θα ήθελα ο πλούτος να μείνει μαζί μου» και ο πλούτος του απάντησε: «Είσαι κουτός, διότι αν είχες διαλέξει την σοφία θα μπορούσαμε και οι τρεις να ζήσουμε μαζί σου. Αλλά διάλεξες εμένα μόνο και δίχως την σοφία δεν θα μπορούσες να με έχεις για πολύ.»
Ξεκίνησαν να φύγουν και στον δρόμο τους βρήκαν έναν άλλο άνδρα.

Μια στάμνα δεν θα κάνει τη διαφορά

Ο βασιλιάς μιας πόλης κάλεσε όλους τους χωρικούς στο παλάτι για να γιορτάσουν την πρωτοχρονιά. Τους είπε «εγώ θα βάλω το φαγητό, αλλά θέλω ο καθένας σας να φέρει και μία στάμνα με κρασί.» Ένας από τους καλεσμένους σκέφτηκε «θα φέρω μια στάμνα νερό αντί για κρασί. Μία στάμνα δε θα κάνει και μεγάλη διαφορά μέσα σε όλο αυτό το κρασί.» Όταν έφτασε η μέρα της γιορτής, ο άντρας αυτός έχυσε τη στάμνα με το νερό μέσα στο μεγάλο δοχείο όπου γινόταν η συλλογή του κρασιού. Η γιορτή ξεκίνησε, και όλοι οι χωρικοί έτρωγαν και χόρευαν. Κατά το τέλος της γιορτής σερβιρίστηκε το κρασί. Αλλά όταν οι καλεσμένοι άρχισαν να πίνουν έκπληκτοι συμπέραναν ότι η γεύση του ήταν σαν του νερού. Τελικά όλοι είχαν υποθέσει ότι οι υπόλοιποι θα έφερναν κρασί, και ότι μια στάμνα νερό δε θα έκανε και μεγάλη διαφορά.   

Πηγή: www.lifo.gr
Ο ταξιδιώτης

Ένας καλοντυμένος άντρας ήταν στο δρόμο για μια γιορτή. Στη διαδρομή ένας αγρότης του έδωσε μερικά φιστίκια και του είπε «ορίστε, λίγο φαγητό για το δρόμο». Ο άντρας απάντησε «πρόκειται να φάω σπάνια και εκλεκτά εδέσματα σε λίγο – τι να τα κάνω τα φιστίκια!» και λέγοντας αυτά τα λόγια, τα πέταξε στη λάσπη κι έφυγε. Λίγο αργότερα όμως συνάντησε έναν ποταμό που ήταν πιο επικίνδυνος απ’ ό,τι συνήθως και δε μπορούσε να τον διασχίσει. Δε μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να επιστρέψει σπίτι του. Στην επιστροφή όμως, καθώς περνούσε η ώρα, το στομάχι του ταξιδιώτη απαιτούσε φαγητό. Θυμήθηκε τα φιστίκια που είχε πετάξει στη λάσπη και δεν είχε άλλη λύση παρά να τα ψάξει και να τα βγάλει από τη λάσπη ένα ένα με κόπο, κι αυτό ήταν το βραδινό του. 

Πηγή: www.lifo.gr
Οι δύο φίλοι

(Νιγηρία)

Μια φορά και έναν καιρό ήταν δυο ποντίκια ο Γιζούμ (ποντίκι των θάμνων) και ο Νκίνκι (ποντίκι του σπιτιού) οι οποίοι ήταν πολύ καλοί φίλοι. 
Μια μέρα ο Γιζούμ κάλεσε τον Νκίνκι στο σπίτι του για να περάσουν μαζί την ημέρα. Ο Νκίνκι δεν είχε ξαναπάει στο σπίτι του φίλου του και ήταν πολύ χαρούμενος. Το σπίτι του Γιζούμ βρισκόταν στους θάμνους, κάτω από ένα βράχο. Μόλις έφτασαν, ο οικοδεσπότης τον ξενάγησε στο σπίτι του και ύστερα αποφάσισαν να φάνε κάτι. Ο Γιζούμ προσέφερε τα καλύτερα τρόφιμα που είχε: φασόλια, καρπούς από τα δέντρα, φιστίκια, ρίζες και άλλες νοστιμιές των ποντικών των θάμνων.

Ο καλύτερος γιος

(Αιθιοπία)

Ήταν κάποτε ένας γέρος ο οποίος, όταν έφτασε στο κατώφλι του θανάτου, κάλεσε τους τρεις γιους του και τους είπε:
«Δεν μπορώ να χωρίσω στα τρία την περιουσία μου. Θα αναλογούσε ένα πολύ μικρό μερίδιο στον καθένα σας. Αποφάσισα να κληροδοτήσω όσα έχω σ’ αυτόν που θα αποδειχτεί ο πιο ικανός, ο πιο έξυπνος απ’ όλους. Με άλλα λόγια: στον καλύτερο γιο μου. Έχω ακουμπήσει στο τραπέζι από ένα νόμισμα για τον καθένα σας. Πάρτε τα. Αυτός που θα καταφέρει να αγοράσει με το νόμισμα αυτό κάτι που θα γεμίσει μέχρι επάνω την καλύβα θα τα πάρει όλα.»
Ο φτωχός Νεφέρ

(Αίγυπτος)

Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε ένας φτωχός, καλός άνθρωπος, ο Νεφέρ. Συνήθιζε να πηγαίνει στο κυνήγι, που του άρεσε πολύ. Σκαρφαλωμένος στις χουρμαδιές περίμενε να πλησιάσει κάποιο ζώο στη λίμνη να πιει νερό για να το σκοτώσει με τα βέλη του. Ζέβρες και γαζέλες έρχονταν πρωί-πρωί να ξεδιψάσουν. Και πραγματικά χτυπά με τα βέλη του μια γαζέλα και την σκοτώνει. Πριν προφτάσει όμως να κατέβει από το δέντρο, κάποιος κρυμμένος σε ένα θάμνο, αρπάζει τη σκοτωμένη γαζέλα και εξαφανίζεται.
Γιατί ο ουρανός βρίσκεται μακριά από τη Γη.

(Νιγηρία)

Στην αρχή, ο ουρανός βρισκόταν κοντά στη Γη. 
Τις μέρες εκείνες, οι άνθρωποι δεν χρειαζόντουσαν να καλλιεργούν τη γη, διότι όποτε ένιωθαν πεινασμένοι, δεν είχαν παρά να κόψουν μια φετούλα ουρανό. Αυτό έτρωγαν.
Αλλά ο ουρανός θύμωσε πολύ, γιατί συχνά οι άνθρωποι έκοβαν περισσότερο ουρανό απ’ όσο μπορούσαν να φάνε και τα περισσεύματα τα πετούσαν στα σκουπίδια. Δεν του άρεσε του ουρανού να τον πετούν στα σκουπίδια κι έτσι προειδοποίησε τους ανθρώπους ότι αν δεν προσέξουν θ’ απομακρυνθεί μακρυά από τη Γη. 
Η πριγκίπισσα της Αμάρνας.

(Αίγυπτος)

Ζούσε μια φορά κι ένα καιρό μια πανέμορφη πριγκίπισσα στην Αμάρνα. Όλη η πολιτεία την αγαπούσε, γιατί φρόντιζε τα αδέσποτα σκυλιά, έδινε νερό στα πετούμενα του ουρανού και τραγουδούσε με την πιο μελωδική φωνή που άκουσε ποτέ η φύση. Ήταν η χαρά και η ευτυχία όχι μόνο του βασιλιά και της βασίλισσας, αλλά και όλων των κατοίκων της περιοχής.
Ξαφνικά το όμορφο αυτό κορίτσι αρρώστησε βαριά. Ο βασιλιάς κάλεσε όλους τους γιατρούς της χώρας, αλλά κανείς δεν μπορούσε να βρει τι είχε. Μεγάλη θλίψη έπεσε στο παλάτι.

Η ιστορία της γλώσσας.

(Γκάνα)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν σ΄ έναν τόπο ένας αρχηγός. Λένε πως ήταν πολύ γενναίος. Ακούγονταν σ΄ όλη τη φυλή ιστορίες για την παλικαριά που έδειξε σαν τον κύκλωσαν μια μέρα σε τόπο ανοιχτό δυο λιοντάρια και ύστερα από ώρες βρέθηκαν και τα δυο με τις κοιλιές τους ξεσκισμένες από το κοντάρι του. Ήτανε, λέει, ακόμα δίκαιος κι αγαπούσε τους ανθρώπους της φυλής του. Ένα ελάττωμα είχε μόνο. Δεν μπορούσε, λένε, να κρατήσει το θυμό του κι όταν θύμωνε ποιος δε φοβόταν τις κουβέντες που ξεστόμιζε.
Ο ήλιος και το νερό.

(Νιγηρία)

Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που όλα πάνω στη γη ήταν αλλιώτικα, ο ήλιος και το νερό ζούσαν μαζί κι έκαναν παρέα. Ο ήλιος πήγαινε συχνά επίσκεψη στο νερό, μα το νερό ποτέ δεν τον είχε επισκεφτεί.
-"Γιατί δεν έρχεσαι και συ στο παλάτι μου;" ρώτησε μια μέρα ο ήλιος το νερό.
-"Δεν μπορώ, ήλιε μου", απάντησε το νερό.
"Γιατί, αν έρθω, πρέπει να φέρω μαζί μου όλους τους συγγενείς μου".
-"Και γι' αυτό, καλό μου νερό, ανησυχείς;" είπε ο ήλιος.
"Το παλάτι μου είναι μεγάλο. Έχει χώρο για όλους σας. Ελάτε και μη νοιάζεστε καθόλου", είπε αποφασιστικά ο ήλιος.

Ο άνθρωπος με την άσχημη γυναίκα.

(Νιγηρία)

Ήτανε μια φορά ένας άνθρωπος που παντρεύτηκε μια πολύ άσκημη γυναίκα. Στην πραγματικότητα την πιο άσκημη γυναίκα της πολιτείας. Κι ήτανε τόσο φτωχοί που μήτε ο άντρας μήτε η γυναίκα του είχανε να φορέσουνε ρούχα της προκοπής. Όσο για φαγητό δεν είχανε ποτέ να φάνε πάνω από μια μέρα.
Ένα καλό πρωί ο άντρας βάλθηκε να χτίσει μιαν άλλη καλύβα, μακριά από το σπίτι που μένανε. Σαν τέλειωσε είπε στη γυναίκα του:

Πώς πέθανε χορεύοντας ένας διάβολος.

(Λιβερία)

Μια φορά ένας διάβολος εκεί που σεργιάνιζε στο δάσος έφτασε σ’ ένα μεγάλο δίστρατο. Έπιασε λοιπόν κι έχτισε’ εκεί το σπίτι του. Για κείνους όμως που χρησιμοποιούσανε τούτο το δίστρατο ήτανε φοβερή κακοτυχία, γιατί οι διάβολοι είναι κακοί και καταβροχθίζουνε τους ανθρώπους.
Έτσι, σαν κάποιος ταξιδιώτης έφτανε’ εκεί πέρα, ο διάβολος πεταγότανε από το σπίτι του, που βρισκότανε στη γωνιά του δρόμου, κρατώντας κάτω από τη μασχάλη του ένα τύμπανο. Το χτυπούσε και διέταξε το στρατοκόπο να χορέψει.

Ο τυφλός κι ο κυνηγός.

(Νότια Αφρική)

Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένας τυφλός που ζούσε με την αδελφή του σε μια καλύβα εκεί που τελείωνε το δάσος. O τυφλός όμως ήταν πολύ έξυπνος. Συνήθιζε να κάθεται έξω από την καλύβα του και μιλούσε με τους περαστικούς. Τους έδινε συμβουλές, αφού πάντα τους άκουγε με προσοχή.   
-Τυφλέ , πώς γίνεται να είσαι τόσο σοφός;    
-Γιατί βλέπω με τα αυτιά μου,απαντούσε εκείνος χαμογελώντας.   
Μετά από λίγο καιρό η αδελφή του παντρεύτηκε ένα κυνηγό. Εκείνος περιγελούσε τον τυφλό λέγοντας:     

Τα δίδυμα αδέρφια.

(Αφρική)

Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια γυναίκα που είχε δίδυμα αγόρια. Τον Λουέμπα και τον Μαβούγκου.
Την ημέρα που γεννήθηκαν μια μάγισσα έδωσε στη μητέρα δύο πέτρες στρογγυλές και λείες. Της είπε ότι αυτά είναι τα φυλαχτά τους και ότι δεν έπρεπε ποτέ να τα βγάλουν από το λαιμό τους και όταν τα παιδιά μεγαλώσουν να τους ενημερώσει. Η γυναίκα έκανε ακριβώς όπως της είπε η μάγισσα και τα παιδιά μεγάλωσαν και έγιναν δύο πολύ όμορφα παλικάρια.

Ο φοίνικας και η πέτρα.

(Αφρική)

Ήταν κάποτε ένας κακός άνθρωπος που τον έλεγαν Μπεν Σάντοκ. Η σκοτεινιασμένη του ψυχή δεν μπορούσε να χαρεί το καλό και το όμορφο. Οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι πράξεις του κινούνταν σε τόσο σκοτεινές περιοχές, που οτιδήποτε ήταν όμορφο και υγιές δεν μπορούσε να το αντέξει. Μοναδική του χαρά ήταν το να καταστρέφει.
Κάποια μέρα περπατούσε σε μια όαση, όταν το κακό βλέμμα του έπεσε πάνω σ’ ένα τρυφερό φοινικόδεντρο, που ήταν ακόμη μικρό σε ηλικία και χαιρόταν που μεγάλωνε. Χαρούμενο κουνούσε τα φύλλα του με τον αέρα και απολάμβανε την ύπαρξή του.
Ο γάμος του ποντικού.

(Αιθιοπία)

Πριν από πολλά πολλά χρόνια γεννήθηκε ένας όμορφος λευκός ποντικός. Οσο μεγάλωνε τόσο πιο όμορφος γινόταν. Ολοι τον θαύμαζαν και τον καμάρωναν. Οι γονείς του και οι φίλοι του αναρωτιούνταν: «Είναι τόσο χαριτωμένος κι ευγενικός! Πού θα βρούμε νύφη αντάξιά του;». Το σκέφτηκαν από δω, το σκέφτηκαν από κει και αποφάσισαν ότι μόνο στην οικογένεια του Βασιλιά θα έβρισκαν γυναίκα κατάλληλη για τον ωραίο Λευκοπόντικα.
Ετσι, τρεις γέροντες προξενητές, θείοι του ποντικού, ξεκίνησαν για το παλάτι του Βασιλιά, να του ζητήσουν νύφη για το παλικάρι τους. Εφτασαν στην πύλη του παλατιού καταφοβισμένοι. Τρέμοντας πέρασαν στην αίθουσα του θρόνου και γονάτισαν με σεβασμό μπροστά στον Βασιλιά.

Ελέφαντας και χελώνα.

(Μπουρκίνα Φάσο)

Μια φορά κι έναν καιρό, τον πολύ παλιό καιρό, όταν στον κόσμο υπήρχε μόνο ημέρα και η νύχτα ήταν άγνωστη, ο Ελέφαντας και η Χελώνα μάλωσαν άσχημα. Αιτία ήταν το πλούσιο γρασίδι ενός λιβαδιού. «Είναι δικό μου!» έλεγε η Χελώνα. «Οχι, είναι δικό μου!» επέμενε ο Ελέφαντας. Κανένας δεν υποχωρούσε, ώσπου, στο τέλος, ο Ελέφαντας θύμωσε πολύ. «Θα σου σπάσω το καύκαλο!» φώναξε και σήκωσε το πόδι του να χτυπήσει τη Χελώνα. Εκείνη, κατατρομαγμένη, έτρεξε να κρυφτεί ανάμεσα στους θάμνους της σαβάνας και κρύφτηκε τόσο καλά, που ο Ελέφαντας δεν κατάφερε να τη βρει. Ομως, την άλλη μέρα, ο Ελέφαντας ζήτησε τη βοήθεια των υπόλοιπων ζώων, κι όλοι μαζί ξεκίνησαν για να την ξετρυπώσουν και να την τιμωρήσουν.

Το Κολιμπρί.

(Μπουρκίνα Φάσο)

Τα πουλιά ήθελαν να εκλέξουν βασιλιά. Γιατί να έχουν βασιλιά οι άνθρωποι και τα ζώα, σκέφτηκαν, κι εμείς όχι; Συγκεντρώθηκαν, λοιπόν, σε ένα ξέφωτο, για να αποφασίσουν.
«Να διαλέξουμε τη Στρουθοκάμηλο, είναι το μεγαλύτερο πουλί!», ακούστηκε μια φωνή.
«Οχι, δεν μπορεί να πετάξει».
«Τότε τον Αετό, που έχει το πιο διαπεραστικό βλέμμα!».
«Οχι, είναι πολύ άσχημος».
«Τον Γύπα, που έχει τα πιο δυνατά φτερά!»
«Ο Γύπας είναι βρομερός, μυρίζει απαίσια».
«Το Παγόνι, που είναι όμορφο!».
«Τα πόδια του είναι πολύ άσχημα, το ίδιο και η φωνή του».
«Την Κουκουβάγια, που βλέπει στο σκοτάδι!».
«Η Κουκουβάγια είναι άχρηστη τη μέρα, δεν αντέχει το φως».

Γιατί ο Ήλιος και η Σελήνη ζούν στον ουρανό.

(Νιγηρία)

Πριν από πολλά πολλά χρόνια, ο Ηλιος και το Νερό ήταν καλοί φίλοι και κατοικούσαν στη γη. Ο Ηλιος περνούσε πολύ συχνά από το σπίτι του Νερού, αλλά το Νερό ποτέ δεν επισκεπτόταν τον Ηλιο. Μια μέρα, λέει ο Ηλιος στο Νερό: «Καλέ μου φίλε, έχω ένα παράπονο. Γιατί ποτέ δεν περνάς από το σπίτι μου να μου πεις μια καλημέρα;» «Α, φίλε μου», απάντησε το νερό, «το σπίτι σου είναι πολύ μικρό. Αν έρθω να σε επισκεφτώ με τη συνοδεία μου, εσύ πρέπει να βγεις απ' το παράθυρο, για να χωρέσουμε. Αν θέλεις να σε επισκεφθώ, πρέπει να χτίσεις ένα λαμπρό παλάτι. Σε προειδοποιώ, όμως: να είναι πελώριο, γιατί η συνοδεία μου είναι πραγματικά πολύ μεγάλη».