Change Text Size
+ + + + +
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θράκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θράκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Οι τρεις συμβουλές

(Πάνδροσο Ροδόπης)

Ένα καιρό κι ένα ζαμάν, ήταν ένα αντρόγυνο που ήταν πολύ φτωχοί. Η γυναίκα κάποτε έμεινε έγκυος και ο άντρας της, της λέει:
-Γυναίκα είμαστε πολύ φτωχοί. Θα πάω στα ξένα να καζαντίσω.
Πήρε το δρόμο και πήγε πολύ μακριά. Για χρόνια πολλά, δε μπορούσε να γυρίσ΄ πίσω να διεί τη γυναίκα τ΄. Η γυναίκα τ΄ στο μεταξύ, γέννση μοναχιά τς.
Μετά από είκοσι χρόνια, λέει στ΄ αφεντικό τ΄:
Το παραμύθι της Χελιδόνας.

(Θράκη)

Ένα παλικάρι αγαπούσε μια νέα που δεν έδινε καμιά προσοχή σ'αυτόν. Για την πάρει λοιπόν, τί κάμει; Άλλαξε τα ρούχα του και πουλούσε στους δρόμους μήλα. Ήλθε κι από κάτω απ'το σπίτι της αγαπητικιάς του και φώναζε: "Μήλα, μήλα καλά!". Εκείνη, δεν τον γνώρισε και τον ρωτά: "Πόσο τα δίνεις τα μήλα;". "Όλα, κυρά μου, τα δίνω για ένα σοινίκι κεχρί." λέει αυτός. "Καλά, έλα να τ'αγοράσουμε μεις." του λέει η νέα. Μπήκε αυτός, πήρε το σοινίκι, έδωσε τα μήλα. Aλλά κει που έκανε ν'αδειάσει το κεχρί, το έχυσε επιταυτού καταγής, κι εκάθησε ύστερα να το μαζέψει στο σάκο του σπυρί, σπυρί.
Του δράκου ο γιος.

(Θράκη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο θετός γιος του δράκου και η Πεντάμορφη")

Ήταν ένας βασιλιάς και δεν έκανε παιδιά" και μια φορά τον πήρε το παράπονο και βγήκε έξω από τη χώρα να περπατήσει για να ξεδώσει ο νους του. Εκεί που περπατούσε, τον βρίσκει ένας ασκητής' ήταν δράκος" και λέει του βασιλιά: «Ώρα καλή, αφέντη βασιλιά. Πού πηγαίνεις έτσι ολομόναχος και πεζός και δεν έχεις κανένα στρατιώτη μαζί σου;» «Τι να σου πω, γέροντα;» αποκρίθηκε ο βασιλιάς. «Δεν κάνω παιδιά. Και απ' αυτό το παράπονο βγήκα έξω να περπατήσω κομμάτι, για να ξεδώσει ο νους μου, γιατί είμαι για να σκάσω». Τότε ο ασκητής του λέει:
Η όρνιθα κι ο Οβριός.

(Θράκη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Τα τρία αδέρφια και το μαγικό πουλί")

Μια φορά κι ένα καιρό ήτανε ένας φτωχός, είχε γυναίκα και τρία παιδιά, που μόλις αποζούσε' μια νύχτα, κει που κοιμούντανε, βλέπ' όνειρο πως η τύχη τ' κάθεται σ' ένα δέντρο και να πάγ' να την πάρ'. Θα θελήσ' να τον δώσ' φλουριά, μα κείνος να πει πως μόνε την όρνιθα θέλ'.
Την άλλ' μέρα ο φτωχός πάγ' στο μέρος που νυπνιάσθηκε και βλέπ' ξαπλωμέν' την τύχη τ' κάτ' απ' το δέντρο. Η τύχη τ' θέλ' να τον δώσ' φλουριά, αυτός γυρεύ' την όρνιθα. Στο δρόμο που πήγαινε λέγ': «Τι έκαμα ν'αφήσω τα φλουριά και να πάρω την όρνιθα...» Η όρνιθα γεννάγ' ένα αβγό, ένας Οβριός τον ρωτάγ':
Ο τσιγκούνης παπάς.

(Θράκη)

Μια φορά και ένα καιρό σε ένα μικρό χωριό ζούσε ένας παπάς με τη παπαδιά και το γιο τους. Τα χρόνια περνούσαν, ο γιος μεγάλωνε και έφτασε κάποια στιγμή η ηλικία για να παντρευτεί. Όμως ο παπάς είχε αρκετά ελαττώματα. Ήταν απίστευτα τσιγκούνης, πονηρός, λαίμαργος και αυτές τις συνήθειες τις γνώριζαν πολύ καλά οι υπόλοιποι χωριανοί. Ήταν διαδεδομένη η έλλειψη φιλευσπλαχνίας και απλοχεριάς…παπάς άνθρωπος έλεγαν όλοι. Έτσι κανείς δεν έδινε τη κόρη του στο γιο του παπά. Κάποια στιγμή όμως ο γιος ερωτεύτηκε μια κοπέλα από άλλο χωριό και αποφάσισε να τη πάρει γυναίκα του. Ο παπάς σκεφτόταν τα έξοδα του γάμου και μονολογούσε:
Το "ζωντάνι".

(Θράκη)

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, ένα χωριό κτισμένο σε έναν καταπράσινο λόφο. Πλατάνια στεφάνωναν τις αυλές των σπιτιών και αγκάλιαζαν τους τοίχους, ενώ το βράδυ, όταν όλα ηρεμούσαν, έφτανε από μακριά το τραγούδι του ποταμού συνοδευόμενο από το κόασμα των βατράχων. Χαμογελούσαν τότε εκείνοι που καταλάβαιναν την γλώσσα των ζώων και των πουλιών γιατί ήξεραν πως η Φύση, μέσω των πλασμάτων της, σιγοψιθύριζε το μυστικό του κάστρου. Εκεί, στην ανατολική πλευρά του χωριού, δέσποζε ένα κάστρο, βγαλμένο θαρρείς από παραμύθι.
H προγονή κ' η κόρη της μητριάς.

(Καστανιές Θράκης. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το καλό και το κακό κορίτσι")

Ένα καιρό κ' ένα ζαμάνι ήτανε ένας χηριός κ' είχε ένα κορτσάκ'· ξαναπαντρεύθηκε κ' η μητριά τ' το τυραννούσε, όλη μέρα το 'δέρνε. Όσο το καταφρονούσε τόσο όμορφο γίνουνταν, μια μέρα το 'στείλε να την φέρ' αθάνατο νερό για να το φάνε οι δράκ'.
Στο δρόμο που πάγαινε βρίσκ ένα γέρο, το λέγ' ο γέρος.' "Που πας, καλό κορίτσ';" "Τι να κάνω παππού, η μητριά μ' με δέρνει και μ' έστειλε να πα να τη φέρω αθάνατο νερό". "Αι, κόρη μ', θα καν'ς δύο ώρες δρόμο, θα βρεις ένα γιασεμί, ύστερα μια ελιά. κ' ύστεροι μια μηλιά, κ' ύστερα, μια βρύση χρυσή που τρέχει αθάνατο νερό. Όταν γυρίσεις με τ' αθάνατο νερό θα καν'ς ό,τι σε πει το γιασεμί, θα καν'ς ό,τι σε πει η ελιά, θα καν'ς ό,τι σε πει η μηλιά". "Ευχαριστώ, παππού", φίλ'σε το χέρι τ' και τράβηξε το δρόμο, πήγε στη χρυσή βρύσ' και πήρε το αθάνατο νερό.
Το βασιλόπουλο και τ' αθάνατο νερό.


(Θράκη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο κασίδης")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλές, ζούσε καλά με τη βασίλισσα και το λαό του, δεν είχε ν' αφήσει διάδοχο και αυτό πολύ τον στεναχωρούσε. Μια μέρα γυρίζοντας απ' το κυνήγι συνάντησε μια κατσιβέλα, είδε τη μοίρα του η κατσιβέλα και τον είπε, η βασίλισσα θα κάνει βασιλόπουλο, μα μόλις γίνει δέκα χρονώ θα το έπαιρνε ο δράκος και θα έφευγε. Ο βασιλές γέλασε με τα λόγια της κατσιβέλας. Πέρασε καιρός, η βασίλισσα γέννησε ένα ωραίο βασιλόπουλο. Ο βασιλές δεν πίστευε στα μάτια του. Έδωσε διαταγή να μοιρασθούνε παράδες στις φτωχοί όλου του βασιλείου και να φάνε όλοι. Στο παλάτι είχανε μεγάλες χαρές. Ο βασιλές θυμήθηκε τα λόγια της κατσιβέλας πως ο δράκος θα το πάρει σαν γίνει δέκα χρονών κι από τώρα αψήλωσε τα ντουβάρια που ήτανε γύρω στο παλάτι, έβαλε φράκτες σιδερένιους και στρατιώτες φύλαγαν μέρα νύχτα την πόρτα του παλατιού.