Change Text Size
+ + + + +
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Το κορίτσι που σκότωσε το δράκο.

(Κίνα)

Στην Κίνα, πριν από πολλά χρόνια, ζούσε ένα γιγάντιο Φίδι, που είχε φωλιάσει σε μια βαθειά και σκοτεινή σπηλιά, πάνω στο βουνό. Από κει έβγαινε κάθε φορά που πεινούσε κι άρπαζε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Πολλοί άνθρωποι είχαν φαγωθεί και οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν μέσα στον τρόμο. Μια νύχτα, ένας χωρικός είδε ένα προφητικό όνειρο:
Ο Τσατσατσατούτου και ο Φοίνικας.

(Κίνα)


Όπως όλοι ξέρουν, το πιο μικρό, ασήμαντο και άχαρο απ' όλα τα πουλιά είναι το Τσατσατατούτου, ενώ ο βασιλιάς των πουλιών σε δύναμη και ομορφιά είναι ο Φοίνικας.
Μια μέρα το Τσατσατατούτου γέννησε στη φωλιά του τρία αυγά. Μα μόλις έλειψε για λίγο από τη φωλιά του, ένα μικρό ποντίκι ήρθε κι έφαγε λίγο από το ένα αυγό. 
Μετά από λίγες μέρες που έφυγε πάλι το πουλί από τη φωλιά, το ποντίκι ήρθε και χάλασε και το δεύτερο αυγό. 
Πολύ λυπημένο, το μικρό τσατσατατούτου πάει στο βασιλιά των πουλιών, το Φοίνικα.
Αναζητώντας έναν τίμιο άνθρωπο.

(Κίνα)

Κάποτε ένας πολύ φτωχός άνθρωπος ζήλεψε και έκλεψε μία απλή πίπα. Τον πιάσανε όμως την ώρα που έκανε την κλεψιά και τον κλείσανε στη φυλακή. Έμεινε ξεχασμένος εκεί μέσα για πολλούς μήνες χωρίς δίκη, τόσο, που άρχισε να σκέφτεται με ποιο τρόπο θα μπορούσε να βγει. Να δραπετεύσει δε μπορούσε, γιατί οι φύλακες ήταν πολλοί και τον φυλάγανε καλά. Δεν του’ μενε, λοιπόν, παρά η πονηριά. Μια μέρα παρακάλεσε κάποιο φύλακα να τον πάει στο βασιλιά.
Η θάλασσα με τα πετράδια.

(Κινέζικο λαϊκό παραμύθι, από τη συλλογή του E.T.C. Werner, 1922)

Μια φορά κι έναν καιρό, ένα μικρό Κινεζάκι, που το έλεγαν Κουάνγκ-Σου ζούσε στην πόλη Γιο-τσαν με τους γονείς του. Η πρώτη έγνοια των Κινέζων είναι να προστατέψουν τα παιδιά τους από τη δύναμη που έχουν τα κακά Τζίνια. Υπήρχαν πολλά κακά Τζίνια στην Κίνα εκείνη την εποχή και η μητέρα του μικρού Κουάνγκ-Σου φρόντιζε να τον προστατεύει όσο καλύτερα μπορούσε.
Η αμάθεια. 

(Κίνα)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας έμπορος πολύ πλούσιος, αλλά και πολύ αμόρφωτος. Είχε ένα μεγαλόπρεπο παλάτι, ρούχα ραμμένα με χρυσές και ασημένιες κλωστές και πολλά άλογα και άμαξες, αλλά δεν ήξερε να διαβάζει. Ένα βράδυ, ενώ γινόταν δεξίωση στο σπίτι του, ένας υπηρέτης του παρέδωσε ένα γράμμα, στο οποίο έπρεπε να απαντήσει αμέσως. Οι καλεσμένοι κοιτούσαν τον έμπορο κι εκείνος έκανε ότι διάβαζε το μήνυμα, που έλεγε:
Το πολύχρωμο νυφικό. 

(Κίνα) 

Κάποτε, στα πολύ παλιά χρόνια, ζούσε σ' ένα χωριό τριγυρισμένο από ψηλά βουνά μια κοπέλα. Είχε μεγάλη δεξιοσύνη και κανείς δεν μπορούσε να της παραβγεί στο κέντημα, το πλέξιμο και την υφαντική. Ήταν ακόμη όμορφη σα λουλούδι, αλλά απλή στους τρόπους και σεμνή, οικονόμα και προκομμένη. Για την αξιοσύνη της, όλη τη φωνάζαν Τιάο-γου που σημαίνει "Χρυσοχέρα". Αντίκρυ απ' το σπίτι των γονιών της κοπέλας έμενε ένα φτωχό παλικάρι που τον έλεγαν Μαν Τσανγκ. Οι δύο νέοι ήταν φίλοι από παιδιά και όσο μεγάλωναν, η αγάπη που τους ένωνε δυνάμωνε ολοένα. Οι γονείς των δύο νέων έδωσαν πρόθυμα την ευχή τους να σμίξουν τα παιδιά σε γάμο. Όμως η οικογένεια του Μαν Τσανγκ ήταν φτωχή, κι έτσι τα δώρα που έκανε το παλικάρι στην αρραβωνιαστικιά του ήταν πολύ απλά: