Η εκκλησιά και το πουλί τ' αηδόνι.
(Σκύρος)
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άρχοντας, καλός άνθρωπος, κι είπε να χτίσει μιαν εκκλησιά για την ψυχή του.
Έχτισε την εκκλησιά, την έκανε μεγάλη κι όμορφη. Όλοι όσοι πήγαιναν και την έβλεπαν, εθαύμαζαν την ομορφιά και τον πλούτο της. Πήγε δα κι ένας και του λέει: «Έτσι όμορφη που 'ναι η εκκλησιά σου, έπρεπε να φέρεις και το πουλί τ' αηδόνι, να βοηθά τους ψαλτάδες και τότε, δε θα έχει άλλη στον κόσμο σαν ετούτη.
Θέλησε τότε κι ο άρχοντας να βρει το πουλί τ' αηδόνι, να το αγοράσει κι είπε, όποιος του το φέρει, θα του δώσει λεπτά όσα θέλει. Αλλά πού να το βρούνε; Όλοι ήθελαν να πάνε και κανείς δεν ήξερε που βρίσκεται.
Ήταν κι ένας φτωχός κι είχε τρεις γιους. Λέει στα παιδιά του:
(Σκύρος)
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άρχοντας, καλός άνθρωπος, κι είπε να χτίσει μιαν εκκλησιά για την ψυχή του.
Έχτισε την εκκλησιά, την έκανε μεγάλη κι όμορφη. Όλοι όσοι πήγαιναν και την έβλεπαν, εθαύμαζαν την ομορφιά και τον πλούτο της. Πήγε δα κι ένας και του λέει: «Έτσι όμορφη που 'ναι η εκκλησιά σου, έπρεπε να φέρεις και το πουλί τ' αηδόνι, να βοηθά τους ψαλτάδες και τότε, δε θα έχει άλλη στον κόσμο σαν ετούτη.
Θέλησε τότε κι ο άρχοντας να βρει το πουλί τ' αηδόνι, να το αγοράσει κι είπε, όποιος του το φέρει, θα του δώσει λεπτά όσα θέλει. Αλλά πού να το βρούνε; Όλοι ήθελαν να πάνε και κανείς δεν ήξερε που βρίσκεται.
Ήταν κι ένας φτωχός κι είχε τρεις γιους. Λέει στα παιδιά του: