Change Text Size
+ + + + +
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ινδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ινδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Ο Περισπούδαστος

(Ινδία)

Κάποτε, στο χωριό Μανγάλα, ζούσε ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Περισπούδαστο. Μια μέρα που είχε πάει σ' ένα σπίτι του χωριού να ζητιανέψει, είδε έναν καλοθρεμμένο ταύρο με στριφογυριστά κέρατα. Κάθε μέρα από κείνη τη στιγμή, τον βασάνιζε η σκέψη: "Άραγε, χωράει το κεφάλι μου ανάμεσα στα κέρατα του ταύρου; Μπα, μάλλον όχι". Αυτό τράβηξε έξι μήνες. Τέλος αποφάσισε:
Σαβίτρι

(Ινδία)


Στην Ινδία, τον πολύ παλιό καιρό, ζούσε ένας βασιλιάς με πολλές γυναίκες, αλλά χωρίς παιδιά. Δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια, πρωί και βράδυ, γονατισμένος μπροστά στις φλόγες που έκαιγαν άσβεστες στον ιερό βωμό, προσευχόταν να του χαρίσουν οι θεοί ένα παιδάκι. Μια νύχτα, από τις φλόγες αναδύθηκε μια λαμπερή θεά. «Είμαι η Σαβίτρι, κόρη του Ήλιου.
Το κοράκι και ο κύκνος

(Ινδία)

Μια φορά κι έναν καιρό, στις πλαγιές ενός βουνού ζούσε ένας κόρακας. Μια μέρα, στη μέση του καλοκαιριού, σαν τα ρυάκια στις πλαγιές είχαν αρχίσει να στερεύουν, αποφάσισε να κατέβει στη μεγάλη λίμνη, εκεί που το νερό ήταν πάντα άφθονο και καθαρό. Πέταξε λοιπόν στις όχθες της λίμνης και άρχισε να πίνει για να σβήσει τη δίψα του. Μα ξαφνικά, με την άκρη του ματιού του είδε, για πρώτη φορά στη ζωή του, έναν κύκνο γεμάτο χάρη να αρμενίζει στην άλλη άκρη της λίμνης.
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας ποταμός

(Ινδία)

Μια φορά κι έναν καιρό ένας ποταμός, λέει μια παλιά Ινδική παράδοση, έτρεχε ήρεμα πάνω στην καλοβολεμένη από λάσπη κοίτη του. Τα νερά του ήταν θολά και μέσα τους ζούσαν βαριά και μολυβένια ψάρια, απ' αυτά που αναζητούν την τροφή τους στη λάσπη.
Επειδή ήταν ρηχός, κανένας δεν είχε την ιδέα να κάνει γέφυρα και έτσι όλοι αρκούνταν στο να ρίχνουν μέσα του μερικές μεγάλες πέτρες και να «σχεδιάζουν» δρόμους, που μόλις βρέχονταν από τα ήρεμα και αργά νερά.

Το σπασμένο τσουκάλι

(Ινδία)

Κάποτε, σε κάποιον τόπο ζούσε ένας βραχμάνος που λεγόταν Σβαμπχακριπάνα και τ’ όνομά του σήμαινε «γεννημένος κακομοίρης». Είχε καταφέρει να μαζέψει αρκετό ρύζι ζητιανεύοντας εδώ κι εκεί κι αφού έφαγε κάμποσο, γέμισε με το υπόλοιπο ένα τσουκάλι. Το τσουκάλι αυτό το κρέμασε από ένα μακρύ καρφί στον τοίχο και κοιτώντας το έντονα όλη νύχτα σκεφτόταν:
Ναλ και Νταμαζάντι

(Ινδία)

Ζούσε κάποτε στη χώρα των Βιντάρμπα ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Μπίμα, στον οποίο η εύνοια των θεών χάρισε μια πανέμορφη κόρη, που της έδωσε το όνομα Νταμαζάντι.
Η ζωή της πριγκίπισσας Νταμαζάντι κυλούσε σαν όνειρο. Μια νύχτα όμως, είδε ένα αληθινό όνειρο. Είδε ότι δώδεκα χρυσόφτερα πουλιά πετούσαν στον κήπο της και ότι έπιασε ένα από αυτά. Άρχισε τότε το πουλί να μιλάει:
Ό,τι σου συμβαίνει, είναι για το καλό σου 

(Ινδία)

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας αυτοκράτορας, που είχε διαλέξει σαν προσωπικό του σύμβουλο έναν πολύ σοφό γέροντα που είχε όμως ένα μεγάλο "ελάττωμα". Συνεχώς επαναλάμβανε, "ό,τι σου συμβαίνει, είναι για το καλό σου... ό,τι σου συμβαίνει, είναι για το καλό σου"...
Ο αυτοκράτορας όμως παρόλο που το "ελάττωμα" του σοφού τον εκνεύριζε, τον κρατούσε κοντά του γιατί οι συμβουλές και η σοφία του, τού ήταν πολύ χρήσιμα και γι΄ αυτό το λόγο, τον έπαιρνε πάντα μαζί του, ειδικά όταν απομακρυνόταν από το παλάτι.
Σαβίτρι.

(Παλιό ινδικό παραμύθι από το έπος Μαχατμπαράτα)

Στην Ινδία, τον πολύ παλιό καιρό, ζούσε ένας βασιλιάς με πολλές γυναίκες, αλλά χωρίς παιδιά. Δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια, πρωί και βράδυ, γονατισμένος μπροστά στις φλόγες που έκαιγαν άσβεστες στον ιερό βωμό, προσευχόταν να του χαρίσουν οι θεοί ένα παιδάκι.
Μια νύχτα, από τις φλόγες αναδύθηκε μια λαμπερή θεά.
«Είμαι η Σαβίτρι, κόρη του Ήλιου. Οι προσευχές σου εισακούστηκαν. Πήγαινε στο καλό και περίμενε τον ερχομό της θυγατέρας σου».
Πέρασε ένας χρόνος, και η αγαπημένη σύζυγος του βασιλιά απέκτησε ένα κοριτσάκι. Την ονόμασαν Σαβίτρι για να τιμήσουν τη θεά.
Μία ιστορία για τις ιστορίες.

(Ινδία)

Ένα καλοκαιριάτικο βράδυ, τα πολύ παλιά χρόνια, ο θεός Σίβα και η πανέμορφη γυναίκα του, η Παρβάτι, κάθονταν στο παλάτι τους στον ουρανό. «Θέλω να μου πεις μια ιστορία», είπε η θεά στον άντρα της.
«Μετά χαράς, αγάπη μου», απάντησε ο Σίβα.
«Όχι όμως μια οποιαδήποτε παλιά ιστορία», σούφρωσε τα χείλια της η Παρβάτι. «Θέλω μία ειδικά για μένα. Κάποια που να μην την έχει ξανακούσει κανείς στην οικουμένη».
Έτσι, Ο Σίβα είπε στην Παρβάτι μια ιστορία.
Η ιστορία ήταν ωραία και η θεά είχε απορροφηθεί εντελώς, από την αρχή μέχρι το τέλος. «Αυτή είναι η καλύτερη ιστορία που έχω ακούσει ποτέ μου», ξεφώνισε από χαρά. «Πες μου άλλη μία».

Ένας ερωδιός στο στόμα του δασκάλου.

(Ινδία)

Μια φορά κι έναν καιρό ένας δάσκαλος σοφός πήρε το δρόμο και περπατούσε και πήγαινε κατά το σπίτι του. Λένε πως ένας βήχας τον έπνιγε εδώ και ώρα πολλή σ΄ όλο το γυρισμό και σε μια στιγμή κάνει «φφφτ!» και φτύνει στο χώμα. Παραξενεύτηκε όμως σαν είδε ανάμεσα στα φλέγματα ένα μικρό άσπρο πούπουλο. Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει, δεν μπορούσε να δώσει καμιά εξήγηση. Άρχισε τότε να έχει έγνοια και να στεναχωριέται. Δεν το χωρούσε το μυαλό του αυτό που έγινε, μέχρι που δεν άντεξε άλλο. Τράβηξε γρήγορα για το σπίτι του και, μόλις έφτασε, φώναξε τη γυναίκα του και της είπε:
Η πριγκίπισσα που αγαπούσε τον πάτερα της σαν το αλάτι.

(Ινδία)

Μια φορά κι ένα καιρό, ζούσε σε κάποια επαρχία της Ινδίας ένας μαχαραγιάς που είχε εφτά κόρες. Κάποια μέρα τις κάλεσε στην αυλή του και τις ρώτησε: "Πέστε μου, κορίτσια μου, το κάθε ένα από εσάς, πόσο πολύ με αγαπάτε; 
"Τα έξι μεγαλύτερα κορίτσια, το ένα μετά το άλλο, απάντησαν: "Πατέρα, σε αγαπάμε όπως την πιο γλυκιά ζάχαρη". 
Το έβδομο παρέμεινε σιωπηλό για λίγο, και όταν πιέστηκε να απαντήσει, είπε:
Το λιοντάρι και η γίδα. 

(Ινδία)

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια αγέλη από γίδια που πήγαινε κάθε μέρα για βοσκή σ' ένα δάσος. Κάποια μέρα, ενώ επέστρεφαν σπίτι, ένα μέλος του κοπαδιού, μια γριά γίδα, κουράστηκε κι έμεινε πίσω. Άρχισε να πέφτει η νύχτα και μια και δεν μπορούσε να βρει το δρόμο της στο σκοτάδι, ζήτησε καταφύγιο σε μια σπηλιά που είδε εκεί κοντά. Αλλά, φανταστείτε την έκπληξή της, όταν μπαίνοντας μέσα βρήκε να κάθεται στο βάθος της ένα λιοντάρι. Τρομοκρατήθηκε και έμεινε ακίνητη για μια στιγμή, αλλά μετά μαζεύοντας όλο το θάρρος της, αναλογίστηκε τι θα μπορούσε να κάνει για να σωθεί.