Change Text Size
+ + + + +
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ινδιάνικα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ινδιάνικα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

 Το κόκκινο πουλί

(Μύθος των Ινδιάνων Νάβαχο)

Αυτόν τον ινδιάνικο μύθο τον έστειλε στο Φιδόδεντρο η κυρία Μαντουβάλου Κατερίνα, εκπαιδευτικός σε ελληνικό σχολείο του Σαν Φρανσίσκο των ΗΠΑ, η οποία αφιέρωσε τον χρόνο της και κυρίως την καλή της διάθεση για να κάνει την ελεύθερη απόδοση από την αγγλική γλώσσα στην ελληνική. Την ευχαριστούμε πολύ από καρδιάς και ευχόμαστε καλή δύναμη στο έργο της και ό,τι καλύτερο στην ίδια, στην οικογένειά της, στις μαθήτριες και στους μαθητές της.

Στη φυλή  των Νάβαχο, τα νέα δεν ήταν καθόλου καλά.

Όταν οι γυναίκες φύτευαν καλαμπόκια, σκουλήκια τα έτρωγαν πριν φυτρώσουν .

Όταν φύτευαν φασόλια, ακρίδες έπεφταν πάνω τους και τα εξαφάνιζαν.

Κι όταν φύτευαν κολοκύθες και πεπόνια, κάμπιες τα κατέστρεφαν αμέσως μόλις βλάσταιναν.

Οι γυναίκες δοκίμασαν ξανά.

Γιατί τα κουνέλια έχουν μικρές ουρές

(Ινδιάνικος μύθος)

Πριν από πολύ-πολύ καιρό, όταν ο κόσμος ήταν ακόμη νέος, το κουνέλι είχε μια ουρά πολύ μακριά και φουντωτή. Μάλιστα, η ουρά του ήταν μεγαλύτερη και πιο φουντωτή ακόμη και από την ουρά της αλεπούς. Το κουνέλι ήταν πολύ περήφανο για την ουρά του και συνεχώς καυχιόνταν σε όλα τα άλλα ζώα για το πόσο όμορφη ήταν. Ώσπου μια μέρα η αλεπού βαρέθηκε πια να ακούει το κουνέλι και αποφάσισε να βάλει τέλος στη ξιπασιά του.
Η ξιπασμένη νυχτερίδα

(Παραμύθι των Ινδιάνων της Ν. Αμερικής)

Μια φορά πριν πολλά χρόνια, κάποιο φθινόπωρο, μια νυχτερίδα πετούσε από εδώ κι από εκεί, από κλαδί σε κλαδί, κάνοντας μεγάλη φασαρία γιατί κρύωνε. Ο βασιλιάς των πουλιών, ο αετός, την άκουσε και της φώναξε:
Πώς μερικές φορές το καλό ξεπληρώνεται με κακό

(Παραμύθι των Ινδιάνων της Κεντρικής Αμερικής)

Μια μέρα, ένα φίδι γλιστρούσε στο δάσος, όταν ξαφνικά ένα δέντρο έπεσε πάνω του και το πλάκωσε. Μάταια το φίδι πάλευε για να ελευθερωθεί. Όσο κι αν προσπάθησε δεν το κατάφερε. Μετά από ώρες που ήταν εκεί εγκλωβισμένο, έτυχε να περνάει ένας ξυλοκόπος που έμενε παραδίπλα σε μια καλύβα και είχε βγει για να κόψει ξύλα. Το φίδι του φώναξε:
Ο Άνεμος

(Ινδιάνικο παραμύθι)

Πριν πάρα πολλά χρόνια, σε μια μακρινή χώρα ζούσε μια φυλή Ινδιάνων. Ο Ινδιάνος αρχηγός της φυλής είχε μία πανέμορφη κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμη. Μια μέρα όπως καθόταν έξω από την σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε: -  Μεγάλε αρχηγέ , αγαπάω την κόρη σου και με αγαπάει κι εκείνη. Θα μου την δώσεις να γίνει γυναίκα μου; - Όχι του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα. Την επόμενη μέρα η αγνή κοπέλα προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της:
Τα πουλιά και το ουράνιο τόξο

(Παραμύθι των Ινδιάνων της Νότιας Αμερικής)

Όταν η Γη ήταν ακόμα φρεσκοπλασμένη, τα πυκνά δάση κάλυπταν μεγάλες εκτάσεις και ήταν γεμάτα από κάθε είδους άγρια ζώα και πουλιά. Ενώ όμως τα ζώα και τα φυτά είχαν το καθένα τα χρώματά του, τα πουλιά δεν είχαν χρώματα. Ήταν γκρίζα κι άχαρα. Αυτό τα στενοχωρούσε πολύ. Ήταν τόση η λαχτάρα τους να αποκτήσουν χρώμα, ώστε πολλές φορές έτριβαν τα φτερά τους με τα πέταλα των λουλουδιών ή με τα φύλλα των φυτών, προσπαθώντας να τα βάψουν. Οι προσπάθειές τους όμως ήταν μάταιες, γιατί, ακόμα κι αν κατάφερναν να πάρουν λίγο χρώμα, μετά από λίγες ώρες αυτό ξέβαφε και χανόταν. Κι έτσι κάθονταν λυπημένα στα κλαδιά των δέντρων, κοιτάζοντας τα πολύχρωμα λουλούδια και θαυμάζοντας το ουράνιο τόξο, όποτε εκείνο έβγαινε να στολίσει τον ουρανό.
Αυτός που έκλεψε τον Ήλιο

Κάποτε που ο Γέροντας ταξίδευε εδώ κι εκεί, έφτασε στην καλύβα του Ήλιου και ο Ήλιος του πρότεινε να μείνει. Ο Γέροντας χάρηκε με την πρόσκληση.
Μια μέρα που το κρέας είχε τελειώσει, είπε ο Ήλιος: «Και! Τι λες Γέροντα; Πάμε να κυνηγήσουμε ελάφια;»
«Καλά τα λες», αποκρίθηκε ο Γέροντας. «Μου αρέσει το ελαφίσιο κρέας.»
Τότε ο Ήλιος πήρε ένα σακούλι κι από μέσα έβγαλε ένα ωραίο ζευγάρι παντελόνια.
Τα νερά που γιατρεύουν

(Ινδιάνικος μύθος)

Ο χειμώνας είχε έρθει παγωμένος και θλιβερός στο χωριό των Ινδιάνων, σέρνοντας μαζί του μια βαριά, θανατηφόρα αρρώστια. Πολλοί άνθρωποι πέθαναν και τα μεγάλα ξύλινα σπίτια, που πριν ήταν γεμάτα από φωνές και γέλια, τώρα ήταν άδεια και σιωπηλά.
Έτσι σιωπηλό ήταν και το σπίτι του Νεκουμόντα, του νεαρού αρχηγού. Η αρρώστια είχε ρίξει στο στρώμα την αγαπημένη του γυναίκα, τη γλυκιά Σάνιουις. Ο Νεκουμόντα έβλεπε απελπισμένος τη ζωντάνια να φεύγει από το αδυνατισμένο πρόσωπό της χωρίς να μπορεί να τη βοηθήσει. Την είχε ταΐσει με τις πιο δυναμωτικές τροφές, της είχε δώσει να πιει όλα τα θεραπευτικά βοτάνια που ήξερε, είχε απολυμάνει την καλύβα καίγοντας αρωματικά ξύλα και φυτά. Όμως τίποτα από αυτά δεν είχε αποτέλεσμα. Ένα πρωί, καθώς καθόταν θλιμμένος στο προσκεφάλι της σκέφτηκε:
Πώς δημιουργήθηκαν τα κουνούπια

(Ινδιάνικος μύθος)

Πριν πολλά πολλά χρόνια, υπήρχε ένας γίγαντας που του άρεσε να σκοτώνει ανθρώπους, να τους τρώει και να πίνει το αίμα τους. Οι άνθρωποι σκέφτηκαν ότι αν δεν απαλλαγούν από τον γίγαντα, δεν θα μείνει κανένας από το είδος τους πάνω στην γη. Έτσι συγκάλεσαν ένα μεγάλο συμβούλιο για να αποφασίσουν τι θα κάνουν.
Πολλά ειπώθηκαν σε αυτό το συμβούλιο, ώσπου ένας άντρας πήρε τον λόγο και είπε: «Νομίζω πως ξέρω πως θα σκοτώσω αυτό το τέρας». Θέλοντας να κάνει τα λόγια του πράξη, πήγε στο μέρος που είχε εμφανιστεί ο γίγαντας την τελευταία φορά, ξάπλωσε στο έδαφος και προσποιήθηκε τον νεκρό.
Σε λίγο, εμφανίστηκε ο γίγαντας στο μέρος αυτό, είδε τον ξαπλωμένο άντρα και είπε: