Change Text Size
+ + + + +
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευβοια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευβοια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Ο χρυσαετός του κόσμου.

(Κάρυστος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Έρως και Ψυχή")

 Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένα αντρόγυνο πολύ αγαπημένο. Κακή κουβέντα ο ένας στον άλλο δεν είχε πει. Οι γειτόνισσες ζηλεύανε που πια είχανε τόσο ταιριάξει, και κείνης της βάζανε σπιουνιές. "Πώς τον λένε τον άντρα σου;" Εκείνη δεν ήξερε τ' όνομα του αντρός της. Ώσπου στο τέλος, ένα βράδυ, τον ερωτάει: "Άντρα μου, ποιο είναι τ' όνομα σου;" "Τ' όνομα μου δεν πρέπει να το πω". Όλο την κοροϊδεύανε εκείνες κι όλο εκείνη του 'λέγε να της πει τ όνομα του. Τόνε ζάλιζε κάθε μέρα. Στο τέλος κείνος αναγκάστηκε να της το πει:
Ο Αράπης.

(Ιστιαία Εύβοιας. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο μαθητευόμενος μάγος")

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας φτωχός πατέρας κι είχε τρία παιδιά. Λεφτά δεν είχε να τα ζήσει και πήγαινε στο βουνό κι έκοβε ξύλα και τα πούλαγε κι έτσι ζούσε τα παιδιά του. Μια μέρα εκεί που ήτανε στο βουνό κι έκοβε ξύλα βρήκε μια μεγάλη πλάκα. Τη σήκωσε και τότε φανερώθηκε ένας αράπης και τον ρώτησε τι ήθελε. Ο γέρος είπε ότι είχε τρία παιδιά και δεν μπορούσε να τα ζήσει και έκοβε ξύλα. Ο αράπης τον λυπήθηκε και του πε να στείλει στο παλάτι του, που ήτανε κάτω από την πλάκα, το μεγαλύτερο παιδί του. Ο γέρος άκουσε στα λόγια του και τον έστειλε.
Η στρίγγλα. 

(Αλιβέρι Εύβοιας)


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μία μάνα και ένας πατέρας και είχαν τρία παιδιά, και τα τρία αγόρια. Επειδή όμως δεν είχαν κορίτσι, η μάνα παρακαλούσε μέρα και νύχτα τον θεό να της δώσει ένα κορίτσι κι ας είναι και στριγκλίτσα. Ύστερα από κάμποσο καιρό γεννήθηκε ένα όμορφο κορίτσι, που ήταν όμως στριγκλίτσα. Η οικογένεια αυτή είχε πρόβατα, άλογα και πολλά άλλα ζωντανά. Η στριγκλίτσα κάθε βράδυ πήγαινε στο στάβλο και έτρωγε από ένα πρόβατο. Τα πρόβατα λιγόστευαν και στο σπίτι άρχισαν να παραξενεύονται. Τι γίνονται άραγε τα ζωντανά μας; αναρωτιόντουσαν. Τα τρία αγόρια αποφασίσανε να πά.νε στο στάβλο και να φυλάξουν καρτέρι για να πιάσουν τον κλέφτη. Πήγε πρώτα ο μεγάλος και πήρε μαζί του το τόξο και τις σαΐτες του. Αλλά τη νύχτα τον πήρε ο ύπνος κι αποκοιμήθηκε.