Change Text Size
+ + + + +
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Η Καλομοίρα

(Κύπρος)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα φτωχό αντρόγυνο. Δουλεύοντας από εκεί, δουλεύοντας από εδώ, τα βόλευαν με το ψωμί, με τις ελιές και με τις προσευχές. Εκάμαν κι ένα κορίτσι που το ονόμασαν Καλομοίρα ίσως κι αλλάξει και η μοίρα τους. Μα όσο Καλομοίρα την εφώναζαν, κακομοίρα εγινόταν. Χαΐρι δεν έβλεπε και προκοπή δεν θωρούσε. Χρυσό έπιανε στα χέρια της, χώμα γινόταν.Τεμπέλα ήταν κι ακουμαντάρισσα. Ολοένα με τα λουλούδια μιλούσε και με τα πουλιά ετραγουδούσε. Άλλο τίποτα, μήτε δουλειά, μήτε μιλιά. Μια μέρα ένα πουλάκι την επερίπαιζε με αυτό το τραγούδι:
Το παιδί του γεφυριού

(Κύπρος)

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας άνθρωπος που είχε έναν υπηρέτη. Ό,τι του έλεγε έκαμνε, ήταν έμπιστος πολλά. Ο άνθρωπος όμως τούτος, ο άρχοντας, δεν έκαμνε παιδί. Έκαμνε τάματα στους αγίους, έκαμνε ελεημοσύνες, πολλά καλά, βοηθούσε τα ορφανά, τες χήρες, του γέρους...
Ήταν ένας ποταμός κοντά στο χωριό τους. Άμα έβρεχε, κατέβαινε ο ποταμός, ορμητικός, πλατύς, και δεν μπορούσαν οι ανθρώποι να τον περάσουν, περίμεναν μέχρι να ησυχάσει και μετά. Λέει ο άνθρωπος μέσα του:
- Θα κτίσω κι ένα γιοφύρι να περνούν τα πλάσματα, να πηγαίνουν στη δουλειά τους και ίσως μου πέμψει ο Θεός ένα παιδί.
 
Πράγματι, έκτισε ένα μεγάλο γιοφύρι, ώσπου να χειμωνιάσει, ήταν τελειωμένο. Ότις κι ετελέψαν το κτίσιμο, λέγει στον υπηρέτη, τον μισθωτό του:
Ο δράκος και η λυγερή

(Κύπρος)

Μιαν βολάν τζ΄έναν καιρόν, ένας δράκος κακός και πονηρός, φύλαγε την πηγή και δεν άφηνε το νερό να τρέξει να ποτίσει το χωριό. Εξεράναν οι τόποι κι εστραγκίσαν οι βρύσες και οι λάκκοι. Oι άνθρωποι και τα δεντρά περνούσαν δυστυχίαν μεγάλην. Οι χωριανοί έτρεμαν τον δράκον γι’ αυτό και ό,τι τους εζήτα του το έκαναν, μα και πάλι ο δράκος όλο παραπάνω ήθελεν. Μια μέρα, τράβηξε η όρεξη του να φάει τη ζωή έξι λεβέντηδων και μιας κοπέλας. Έπεψεν* μυνήματα και χαμπάρια, πως αν δεν του κάμναν το θέλημα του δεν θα άφηνε το νερό να τρέξει. Όταν τ΄ άκουσε το μαύρο μαντάτο η μάνα της λυγερής, ότι προορίζαν το παιδί της για τα δόντια του θηρίου, ήθελε να πεθάνει από τον καημό της.
Ο καλός μυλωνάς και η πριγκίπισσα. 

(Κύπρος) 

Ήτανε μια φορά στα παλιά χρόνια ένα παλικάρι, ένας καλόκαρδος μυλωνάς που ζούσε στο μύλο της Βρέξης. Από την πολλή καλοσύνη που είχε όχι μόνο δεν έπαιρνε λεφτά από τους φτωχούς, αλλά πολλές φορές τους έδινε αλεύρι  από αυτό που έπαιρνε αντί πλερωμής. Με αυτό τον τρόπο δεν περίσσευαν χρήματα, ίσα που περνούσε, αλλά ήταν ευχαριστημένος, δεν βαρυγκωμούσε. Όλοι οι κάτοικοι τον αγαπούσαν για την καλοσύνη του, και οι γριές γυναίκες του εύχονταν για τύχη να καλοπαντρευτεί μια βασιλοπούλα.
Ο ποταμός της Βρέξης.

(Κύπρος)


Μια φορά ήταν ένας ποταμός, ήταν ο ποταμός της Βρέξης έτσι τον έλεγαν, που έτρεχε ήρεμα μέσα σε ένα ξέβαθο φαράγγι. Τα νερά του ήταν καθαρά και μέσα ζούσαν ψάρια και βατράχια. Επειδή ήταν αβαθής, οι άνθρωποι τον περνούσαν χωρίς να στήνουν γέφυρες, κάποτε πηδώντας, κάποτε ρίχνοντας μέσα του μερικές μεγάλες πέτρες φτιάχνοντας δρόμους, έτσι που να μην βρέχονται από τα ήρεμα και αργά νερά του. Τα ζώα τον περνούσαν στα μέρη που ήταν λιγότερο βαθιά, και από αυτόν ποτίζονταν άμα διψούσαν. Ξεκινούσε ο ποταμός από τα ψηλά βουνά και κατέληγε στη θάλασσα , πριν από αυτήν ήταν στενός και δύσβατος με καλαμιώνες βάτα και άλλα δένδρα που βλάσταιναν στα πλευρά του, αλλά λίγο πριν ενωθεί με τα αλμυρά νερά, πλάταινε και άνοιγε, σχημάτιζε μια μεγάλη ήρεμη και αβαθή λίμνη πάνω στην άμμο του γιαλού.
Το παραμύθι του μάντη.

(Κύπρος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το μαγικό ραβδί")

Μια φορά είχε μια γριά κι είχε ένα γιο κι ήταν μάντης. Ήξερε όμως να παίζει και λίγο το βιολί. Τον προσκάλεσαν μια φορά να πάει σ' ένα γάμο να παίξει βιολί και δεν ήθελε να πάει. Η μάνα του τον εβίαζε να πάει, ίσως και μαζέψει πέντ' έξι ριάλια (λεφτά), ν' αγοράσουν αλεύρι. Ο γιος δεν ήθελε, αλλά ύστερ' από κάμποση ώρα εκαλοσύνεψε κι είπε της μάνας του να του κάμει εφτά πίτες στο δισάκι και θα πάει. Εφανήκανε πολλές οι πίτες στη μάνα του και πάλε τον ερώτησε:
Το ριζικόν.

(Κύπρος)

Μια βολάν τζ’ έναν τζαιρόν, σε κάτι γρόνους προτινούς, ήτουν ένα παλικάριν όμορφο σαν τον νήλιον τζαι ακόμα παραπάνω. Τα μάθκια του ήτουν τόσον πράσινα που άμαν εδικλούσαν πάνω σου εζαλίζεσουν τζαι τα μαλλιά του ήτουν τζίτρινα σγοιαν τα στάσσια του καλοτζαιρκού. Εν είσιεν άλλον να τον παραφκεί στην ομορκιά τζαι την καλοσύνην. Γιατί ήτουν τζαι η ομορκιά της ψυσσιής τζαι της καρκιάς του πολλά μιάλη. Πιο μιαλή τζαι που την ομορκιάν της όψης του.
Η Κουταλού.

(Κύπρος)

Μια φορά κι ένα καιρό σ ένα απόμακρο μέρος της γης ήταν ένας βασιλιάς κι είχε τρεις γιούς όλοι λεβέντες και παλληκάρια και που κανένας δεν μπορούσε να τους παραβγεί στην αντρειά. Με την ανδρειά τους που ήταν ξακουστή στα πέρατα του κόσμου, κανένας εχθρός δεν τολμούσε να απειλήσει το δικό τους βασίλειο, έτσι πάντα εκεί ήταν ειρήνη κι ο κόσμος ζούσε ευχαριστημένος και χαρούμενος. Ο βασιλιάς τους καμάρωνε αλλά καθώς γερνούσε κάθε χρόνο όλο και πιο πολύ έπρεπε να διαλέξει σε ποιόν από τους τρεις γιους του θα έδινε τον θρόνο και να γινόταν ο καινούργιος βασιλιάς. Για να γίνει όμως αυτό έπρεπε πρώτα να βρει ο καθένας την γυναίκα που θα παντρευόταν. Κι όποιος από τους τρεις έβρισκε την καλύτερη αυτός θα γινόταν κι ο βασιλιάς.
Ο Τυρίμος.
 
(Κύπρος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο Δεκατρείς")

Μίαν φοράν και ένα καιρόν είχεν τρία αδέρφια που ήσαν φτωχά και δεν είχαν που τον ήλιον μοίραν, παρά μόνον εζούσαν που την δουλειάν τους που ξενοδουλεύασι και οι τρεις μεροκάματον στους πλουσίους του χωριού. Μίαν φοράν εδουλεύκαν εις του δράκου, εθέριζαν τα χωράφια του που ήταν κοντά στο χωριό τους, ο δράκος ετάιζεν τους καλά και προσπαθούσεν με κάθε τρόπον πως να τους παχύνει. Μα ο Τυρίμος δεν άργησεν να καταλάβει τους σκοπούς του, για τούτον μίαν νύκτα που ο Δράκος εδιάταξεν τους δούλους του να τους δώσουν κρασί πολύ να πιούσιν, ο Τυρίμος ένεψεν στ αδέρφια του αντί να το πίνουν να το χύνουν μέσα στο πουκάμισο τους, μα τα δεν εκαταλάβαν και έπιναν ώσπου και μέθυσαν και εκοιμηθήκαν πάνω στο τραπέζι. Εσηκώσαν τους οι δούλοι και επήραν τους του δράκου και τους έφαγεν.