Change Text Size
+ + + + +
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πελοπόννησος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πελοπόννησος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Η καλή βασίλισσα.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το όνειρο")

Μια φορά και ένα καιρό ήτανε ένας βασιλιάς και είχε δύο παιδιά, ένα, αγόρι κι ένα κορίτσι. Αρρώστησε όμως κάποτε ο βασιλιάς και κατάλαβε το θάνατο του. Γι' αυτό εκάλεσε τα παιδιά κοντά του και τους λέει: "Παιδιά μου, εγώ θα πεθάνω. Σας αφήνω την ευχή μου να ήσαστε πάντοτε αγαπημένα".
Έτσι ο βασιλιάς πέθανε και τον κηδέψανε και εμείνανε τα παιδιά μοναχά τους. Εζούσανε πάντοτε αγαπημένα και κάθε φορά που έφευγε ο αδελφός πάντοτε φιλούσε την αδελφή του. Μια βραδιά η κόρη είδε στον ύπνο της, ότι έσπασαν τα ξύλα της σκεπής και την επροσκυνούσανε.
Η κακιά δασκάλα.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η μάνα μου με σκότωσε, ο πατέρας μου μ' έφαγε")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πατέρας και μια μάνα και ειχένασι κι ένα γιο, πολύ καλό και πολύ έξυπνο. Τον λέγανε Γιάννη· κάθε μέρα, επήγαινε στο σχολείο με χαρά γιατί αγαπούσε πολύ τα γράμματα.
Η δασκάλα του του έκανε πολλά δώρα· και του 'δίνε καραμέλλες. Ο Γιαννάκης την αγαπούσε πολύ. Του έλεγε συχνά κοντά:
Οι τρεις κόρες.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Τα τρία χρυσά παιδιά")

Μια φορά κι έναν καιρό ένας γέρος είχε τρεις κόρες και εργαζόσαντε. Και ο βασιλιάς επρόσταξε να μη φαίνεται φως σε κανένα σπίτι. Αυτές εργαζόσαντε την ημέρα έξω και την νύχτα εργαζόσαντε με το φως. Επηγαίνανε στο υπόγειο κλείνανε το παράθυρο για να μη φαίνεται το φως. Κι ένας σκοπός του βασιλιά πέρναγε την νύχτα για να ιδεί αν υπάρχει φως. Εκεί τα κορίτσια του γέρου ελέγανε αστεία. Και άκουσε ο σκοπός:
Άτιτλο.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η Κουλοχέρα ή η κακιά μητριά")

Ήτανε δύο αδέλφια. Πεθάνανε οι γονείς τους και μείνανε ορφανά, ένα κορίτσι κι ένα παιδί. Και το κορίτσι του λέει του αδελφού: "Εγώ θα φύγω, να πάω να βρω την τύχη μου". Εκεί στο δρόμο που πήγαινε συναντά ένα γέρο. Της λέει ο γέρος: "Πού πάς;" "Πάω να βρω την τύχη μου". "Κάτσε εδώ", της λέει ο γέρος, "και γω θα σου φέρω την τύχη σου". Και κάθησε και της δίνει ένα μπαστούνι και της λέει:
Άτιτλο.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Άντζα μάνα")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αντρόγυνο και δεν έκαναν παιδιά. Γι' αυτό η μάνα παρακάλαγε το θεό, να κάνει ένα παιδάκι, κι ας γκαστρωθεί στην αρίδα. Ο θεός άκουσε την προσευχή της και γκαστρώθηκε στην αρίδα. Μια μέρα η γυναίκα πήγε στο λόγγο για να μαζέψει ξύλα. Εκεί που ανέβαινε όμως, ένας βάτος της κέντησε την αρίδα και βγήκε το παιδάκι. Ένα ωραίο κοριτσάκι. Η γυναίκα το πήρε κάπου χάμου κειδά, και το σκέπασε με την ποδιά της και πήγε πιο πέρα να μαζέψει τα ξύλα. Ένας αητός όμως που πέρναγε απ' εκεί βλέπει το παιδί χάμου, κατέβηκε το άρπαξε και το πήγε στη φωλιά του. Γύρισε η γυναίκα και που δε βρήκε το κοριτσάκι, έκλαψε πολύ.
Το κουκάκι.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο Κοντορεβυθούλης")

Μια βολά κι ένα καιρό ήταν μια γριά κι ένας γέρος. Ζούσανε αγαπημένα, μόνο που δεν είχανε ένα παιδάκι και το 'χανε μεγάλο καημό. Μια μέρα η γριά δεν είχε ψωμί να δώσει στο γέρο να πάρει μαζί του στο χωράφι - ήτανε γεωργός - και τον επαρακάλεσε να φύγει αυτός κι αυτή θα του το πήγαινε. Και ο γέρος έφυγε. Εζύμωσε καλά-καλά η γριά κι έβαλε στο φούρνο την πίτα να ψηθεί - βάζουνε πρώτα την πίτα να δοκιμάσουνε το φούρνο- και μετά τα ψωμιά. Σαν τέλειωσε πια και το ψήσιμο, άρχισε πάλι το παράπονο της:
Ο Ασελάνης, ο Καπλάνης και το Ορφανό.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η άπιστη αδερφή")

Μια φορά κι ένα καιρό ήτανε δύο αδέρφια, και ήσαντε πολύ φτωχά. Και μια μέρα λέει ο αδερφός της αδερφής του: «Θα φύγουμε από δω». Φύγανε και πήγανε σε ένα μέρος μακρινό. Εκεί βρήκανε ένα σπίτι που είχε όλα τα καλά. Φάγανε καλά και κοιμηθήκανε. Το πρωί πήρε το ντουφέκι του ο αδερφός και πήγε για κυνήγι. Εκεί που κυνηγούσε βρήκε μια σκύλα, που την ελέγανε Ασελάνα, και γεννούσε. «Μη με σκοτώσεις, γιε μου, και θα σου δώσω το καλύτερο κουτάβι μου». Την άφησε, γέννησε αυτή και πήρε το καλύτερο κουτάβι.
Προχώρησε πιο πέρα και βρήκε άλλη σκύλα, που τη λέγανε Καπλάνα, και κυνηγούσε, κι εκείνη τη στιγμή γεννούσε και του λέει:
Ο καρδιογνώστης.

(Καλάβρυτα)

Κάποια φορά ζούσε ένας χωριάτης. Δούλευε στο χτήμα του μιαν ημέρα και στο δρόμο που πήγαινε συνάντησε ένα θάμνο που καιγόταν. Γλίτωσε λοιπόν ένα φίδι που κινδύνευε να καεί και κείνο για πλερωμή του 'δωκε το χάρισμα να καταλαβαίνει όλων των ζώων τις γλώσσες. Δεν έπρεπε όμως να πει σε κανέναν το μυστικό, γιατί θα πέθαινε.
Μια μέρα ταξίδευε για το χωριό του πεθερού του. Καβάλα στη φοράδα του ήταν η γυναίκα του, γκαστρωμένη, που 'χε κι άλλο μωρό στην αγκαλιά της. Μα κι η φοράδα ήταν γκαστρωμένη και πίσω της ακολουθούσε το πουλαράκι της. Το πουλαράκι όμως απόστασε και λέει στη μάνα του:
Ο γούμενος κι αλήθεια.

(Τρίκαλα Κορινθίας)

Σ' ένα χωριό, έναν άνθρωπο, γιατί έλεγε πάντα την αλήθεια, τον κυνήγαγε ούλο το χωριό σαν το λυσσιάρικο σκυλί. Είδε κι απόειδε ο άνθρωπος, μούντζωσε το χωριό, αρατίστη* και πάει, όπου ιδούν τα μάτια του. Στο δρόμο που πάγαιν' ο χωριάτης, απανταίν' ένα γούμενο καβάλα στ' άλογο, και δεν τον χαιρετάει. Ο γούμενος που ήταν συνηθισμένος να τον χαιρετάνε πρώτα ούλος ο κόσμος, να βγάνουν τη σκούφια τους, να κάνουν μετάνοια και ναν του φιλούν το χέρι, εξαφνίστη, εκράτησε τ' άλογό του, και λέει του χωριάτη:
Άτιτλο.

(Άργος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το ψέμα κι η αλήθεια")

Μια φορά ανταμώσανε σε ένα σταυροδρόμι το Ψέμα με την Αλήθεια, καιρετιστήκανε, και ρώτησε το Ψέμα την Αλήθεια πώς τα περνάει. «Πώς να τα περνάω;» είπε η Αλήθεια, «κάθε πέρσι και καλύτερα». «Βλέπω τα χάλια σου», της είπε το Ψέμα και κοίταζε τα κουρελιάρικα ρούχα της. «Μα και τα χνώτα σου ακόμα βρωμάνε». «Έχω τρεις μέρες τώρα νηστικιά», είπε η Αλήθεια. «Όπου περάσω βρίσκω τον μπελά μου και κοντά σε μένα και οι λίγοι που μ' αγαπάνε. Δεν είναι ζωή αυτή». «Θέλεις όμως και τα τραβάς, της είπε το Ψέμα. Έλα μαζί μου, να δεις Θεού πρόσωπο, να ντυθείς με ρούχα χρυσά, σαν τα δικά μου, και να χορτάσεις φαΐ, μόνο να μη γελάσεις σε ό,τι κάνω και λέω».
Η τύχη της Λωλομαρίας.

(Μεσσηνία)

Μια φορά ήτανε δυο γριές γεροντοκόρες και ζούσαν σε μιαν έρημο, που 'χαν ένα καλυβάκι. Τη μία, τη μικρότερη -ήταν εκατόν πέντε ετών-, τη λέγανε Μαρία και την άλλη, τη μεγαλύτερη, Ελενιώ. Μια μέρα, που η Ελενιώ έλειπε για χόρτα, η Λωλομαρία έβαλε φωτιά κι έκαψε τα ρούχα κι έσπασε τα πιάτα. Όταν πήγε στο σπίτι η Ελενιώ, της λέει: «Πού είναι, μωρή Μαρία, τα ρούχα μας;» «Κάου, κάου, μωρή Λενιώ», της απαντά. «Μωρή, που 'ναι τα πιάτα μας;» «Τάτσι, τάτσι. Μωρή, σου λέω, τα 'σπασα όλα, όλα και τα 'κανα πολλά». Αφού είδε έτσι η Ελενιώ, ήθελε να τη διώξει και σκέφτηκε και της λέει μια μέρα:
Η ευχή της μάνας.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η Ξυλομαρία")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπάς με την παπαδιά του κι είχαν μια κόρη κι όλοι μαζί ζούσαν ευτυχισμένα. Κάποτε πέθανε η παπαδιά κι άφησε ένα ζευγάρι πασούμια αφόρετα. Λέει λοιπόν ο παπάς: «Παιδί μου, θα τα πάρω αυτά, κι οποιανής κάνουν, θα την πάρω γυναίκα μου».
Τα πήρε λοιπόν ο παπάς και γύριζε τα χωριά. Της μοιανής στενά, της αλληνής κοντά, της αλληνής μακριά, δεν εμπόρεσε να βρει το πόδι της παπαδιάς. Τα γύρισε πίσω σπίτι. Αφού γύρισε στο σπίτι, λέει η κόρη:
Η Σταχτομπούτα.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η Σταχτοπούτα")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μάνα κι είχε τρία κορίτσια. Τη μικρή πάντοτε την έπιανε το κρύο κι έβανε τα πόδια της μέσα στη στάχτη στο τζάκι και γι'αυτό την ελέγανε Σταχτομπούτα. Καμία φορά λέει η μεγάλη: «Δε παραγνέθουμε; Να παραγνέσουμε κι ότινους κοπεί η κλωνιά, θα την κάνουμε γελάδα». Γνέθανε λοιπόν και κόπη της μάνας τους η κλωνιά. «Να σου το χαρίσουμε μανούλα μου γιατί μας γέννησες». Γνέθανε, γνέθανε και πίσω κόπη της μάνας τους. «Θα σου το χαρίσουμε μανούλα μου γιατί μας ανάστησες». Γνέθανε πάλι, γνέθανε, κόπη πάλε της μάνας τους. Τότες είπανε:
Τα κουκιά του παπά.

(Πελοπόννησος)

Στα χρόνια τα πολύ παλιά, σ’ ένα μικρό ορεινό χωριό, ένα μεγάλο πρόβλημα βασάνιζε τον παπά και τους κατοίκους του χωριού. Ένα πρόβλημα που κάθε χρόνο ταλαιπωρούσε όλο το χωριό. Ο παπάς του χωριού δεν ήξερε πώς να προσδιορίζει σωστά τον χρόνο έτσι ώστε να τελεί σωστά τα μυστήρια της εκκλησίας και να γίνονται όλα στην ώρα τους. Ημερολόγια δεν υπήρχαν για να δείχνουν την ημερομηνία ούτε όμως και ρολόγια για να μετρούν το χρόνο. Τα χρόνια εκείνα ήταν δύσκολα μα η εκκλησία κρατούσε ενωμένους τους χωριανούς και τους έδινε κουράγιο και ζωή.
Η νύφη κι οι αγγέλοι.

(Πελοπόννησος)

Γάμος τρανός γενάτο σε κακοτράχαλα χωριά της Μάνης. Νταρντάνα και μελανούρι η Παναγιώτα, μορφονιός και γεροδεμένος ο Κωνσταντής. Οι τουφεκιές μέχρι την θάλασσα ακούστηκαν και ο χόνδρος με το κοκκινιστό έσπαγε την μύτη σ’ όλο το χωριό. Πλούσιος κι ευλογημένος ο γάμος.
Η Παναγιώτα, καλοαναθρεμένη και ψυχόπονη, είχε μάθει από το πατρικό της, όταν εφούρνιζε να δίνει μια λαγάνα σε κάποιον φτωχό. Έτσι στέριωνε το ριζικό και η καλοτυχιά του σπιτιού της. Αλλιώς, για κακό το ‘χε. Η κυρά Λεμονιά, όμως, η πεθερά της, σφιχτοχέρα γυναίκα, έκανε φασαρία για την απλοχεριά της νύφης της. «Δεν μας περισσεύουνε για τους παρακατιανούς». Φαρμάκι έσταζε το στόμα της.

Ο Αυγερινός και η Πούλια.

(Κορινθία)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα και είχαν δύο παιδιά. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Μία μέρα πέθανε η βασίλισσα κι ύστερα από λίγο ο βασιλιάς ξαναπαντρεύεται. Η μητριά όμως ήταν κακιά και ζήλευε τα παιδιά που τ' αγαπούσε πολύ ο πατέρας τους. Μία νύχτα λοιπόν λέει-λέει συνεχώς στον άντρα της να σκοτώσουν τα παιδιά και τέλος τον καταφέρνει. Αυτό το ακούει μία γριά δούλα και για να τα σώσει τα διώχνει από το σπίτι νύχτα κρυφά, αφού τους έδωσε ένα χτένι, μία χούφτα αλάτι και ένα σκοινί. Τους είπε ότι μόλις βρεθούν σε ανάγκη να αρχίσουν να τα πετάνε. Δρόμο παίρνουν τα παιδιά, δρόμο αφήνουν αλλά ξαφνικά ακούν τη φωνή της μητριάς τους να τα φωνάζει από μακριά να γυρίσουν πίσω.
Άτιτλο.

(Καλαμάτα. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Έρως και Ψυχή")

Κάποτε ήτανε μια βασίλισσα και μια παπαδιά. Ήτανε γειτόνισσες και πολύ αγαπημένες. Αλλά και οι δύο δεν είχανε παιδιά. "Αχ! να 'χα ένα παιδάκι", όλο έλεγε και παρακαλιόταν η παπαδιά, ώσπου μια μέρα, πάει στη βασίλισσα και της λέει! "Τι να κάνουμε λειτουργίες, να παρακαλεσθούμε. Δεν παίρνουμε λίγο λιβάνι και λίγο κερί, να πάμε στο βουνό στην κορφή, να κλαίμε γονατιστές, να μας δώσει ο θεός ένα παιδάκι..."
H Λουλουδένια.

(Μάνη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η μαγεμένη βασιλοπούλα")

Ήταν ένα αντρόγενο άρχοντες, αλλά παιδί δεν είχασι. Κι όλο ελέασι: "θε μου, δο μας ένα παιδάκι κι ας έναι ίχιαμε ένα λουλουδάκι". Με τα πολλά παρακάλια εκάμασι ένα παιδάκι, κοριτσάκι. Ήταν ίδιο λουλουδάκι. Το ονομάσασι κιόλα: Λουλουδένια. Όντα το βαφτίσασι, εταΐσασι την καλεστική με χρυσά κουτάλια και μαχαιροπήρουνα και μ ασημένια πιάτα. Εκαλέστησαν κι οι τρεις Μοίρες του Παιδιού. Πάσι και την ώρα που ετρώασι, είπασι οι Μοίρες:
H λάμια και το παιδάκι.

(Μονεμβασιά. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το παιδί στο σακούλι της μάγισσας")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα και δεν είχανε παιδιά κι ήταν όλο παράπονο. Μια μέρα βράζανε κουκιά κι ότι κατέβασ' η γυναίκα το τσουκάλι απ τη φωτιά, λένε: "Να είχαμε όλα τα κουκιά παιδιά!" Αμέσως, φρου-φρου, σκάσαν όλα τα. κουκιά και γίνανε παιδιά κι αρχίνησαν να φωνάζουν, άλλο "θέλω ψωμί", άλλο "θέλω φαΐ", άλλο το 'να άλλο τ' άλλο. Αυτοί 'τανε φτωχοί. Τα πιάνουνε με την κουτάλα, ένα-ένα τα σκοτώνουνε. Ένα μονάχα πήδησε και κρύφτηκε.
Αυτοί είχανε μια μεγάλη μηλιά και πηγαίνανε τα παιδιά τα ξένα και τους τρώγανε τα μήλα. Λένε τότε:
Άτιτλο.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Οι ζηλιάρες αδελφές")

Μια φορά ήσαν τρεις αδελφές. Η μία κεντούσε, η άλλη ύφαινε, η τρίτη (που ήταν πολύ ωραία) έκανε τις άλλες δουλειές, πήγαινε για ξύλα και για άλλες. Οι αδελφές όμως τη μισούσαν και την έστελναν όσο το δυνατόν μπορούσαν πιο μακριά για να τη βρει κανένας λύκος για να τη φάει. Μια μέρα την έστειλαν επάνω σ ένα βουνό για να φέρει ξύλα. Μια μέρα την είδε επάνω στο βουνό ένα βασιλόπουλο. Όταν την είδε έτσι στενοχωρημένη (διότι οι αδερφές της την τιμωρούσαν πολύ), τη λυπήθηκε και της είπε ότι θε να την πάρει γυναίκα του.