Change Text Size
+ + + + +
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Το  αρχοντόπουλο-φίδι και η γυναίκα του.

(Πόντος)

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που δεν είχε παιδιά. Παρακάλεσε το Θεό να του δώσει παιδί, κι ας ήταν ότι ήθελε αυτός. Ο Θεός του έδωσε για παιδί ένα φίδι που ο βασιλιάς μας πήρε και  άφησε στο περιβόλι του να μεγαλώσει.
Όταν το  φίδι ήρθε σε ηλικία γάμου ζήτησε από τον πατέρα του να το παντρέψει. Ο βασιλιάς, που γνώριζε ότι οι κόρες της χήρας του χωριού ήταν ελεύθερες έστειλε προξενέματα και ζήτησε τη μεγάλη της την κόρη για νύφη. Η μεγάλη κόρη φοβήθηκε και αρνήθηκε. Τότε ο βασιλιάς  δοκίμασε την τύχη του με την μικρότερη κόρη και εκείνη είπε:
Η αρκούδα, ο λύκος και η αλεπού.

(Πόντος)



Μια μέρα η αρκούδα, ο λύκος και η αλεπού έκαναν συμφωνία να πάνε μαζί να βρούνε φαγητό και ότι βρουν να το μοιραστούν σαν καλά αδέλφια.
Βγήκαν στο βουνό, έτρεξαν από εδώ, έτρεξαν από εκεί, κουράστηκαν και κοντά στο βραδάκι πιάσαν ένα ελαφάκι
Η αρκούδα σκέφτηκε πως αν το μοιραζόταν τελικά αυτή θα έμενε πεινασμένη. Σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε  και έκανε την πονηριά της.
Η γυναίκα και το θηρίο.

(Πόντος)

Ένας Ματσουκάτης, πολύ βασανιζόταν από τη γυναίκα του.  Ήταν κακή και πολυλογού γυναίκα. Με το μάλωμα  σηκώνονταν, με το μάλωμα κοιμόντουσαν. Έφτασε στο αμήν ο άνθρωπος και πήρε την απόφαση να γλυτώσει από αυτό το βάσανο. Μια ημέρα πήγε να κόψει ξύλα και ξεμάκρυνε πολύ από το χωριό  και ανακάλυψε ένα βαθύ , βαθύ πηγάδι.
-Αυτό το πηγάδι θα είναι η σωτηρία μου σκέφτηκε. Έκοψε κάμποσα μεγάλα κλαδιά και σκέπασε το στόμιο του πηγαδιού. Έβαλε και από πάνω μικρά κλαδιά και έτσι τίποτε δεν φαινόταν. Μετά έφτιαξε και δυο δεμάτια  που το ένα το απίθωσε πλάι στο πηγάδι, το άλλο πάνω και γύρισε και πήγε στο σπίτι του.
Η κρίση του δικαστή.

(Πόντος)

Ήταν ένας γέρος κι είχε τρία αγόρια. Κι είχαν ένα μαγαζί, υφασματοπωλείο. Τα δυο αγόρια δούλευαν στο μαγαζί. Ο μικρός πήγαινε στο σχολείο, σπούδαζε. Τα παιδιά τα δυο ήταν εργατικά. Μια μέρα ο πατέρας αρρώστησε και κατάλαβε πως θα πεθάνει. Φώναξε τα παιδιά του και τους είπε: «Παιδιά μου, θέλω να σας δω. Εγώ θα πεθάνω. Εσείς να κάνετε τη δουλειά σας καλά. Ο μικρός να σπουδάζει κι εσείς να έχετε το μαγαζί και να μην χαλάσετε την κάσα με τις λίρες». Και πέθανε ο πατέρας τους.
Τα παιδιά τα δυο πήγαιναν στο μαγαζί και κάνανε τη δουλειά καλά. Ο μικρός, κρυφά, φανερά, άνοιξε την κάσα, έφαγε τις λίρες. Πέρασε ένας χρόνος. Τα δυο παιδιά θα παίρνανε εμπόρευμα, να γεμίσουνε το μαγαζί. Κοιτάνε, η κάσα άδεια. Λέει ο μεγάλος αδερφός:
Ο Σάββας, η κλώσα και ο αετός.

(Πόντος)

Μια φορά και έναν καιρό, ένα ζεστό βράδυ του καλοκαιριού, σε ένα μικρό χωριό, η μαμά και ο μπαμπάς του μικρού Σάββα του είπαν ότι το πρωί θα πάνε στο χωράφι. Αυτός θα έπρεπε να προσέχει τα ζώα και ειδικά την κλώσα στην αυλή με τα 15 κοτοπουλάκια της για να μην τα πάρει ο γούσο. (αετός)
«Εντάξει Σάββα; Κανόνισε δε θα πας να παίξεις με τα παιδιά θα προσέχεις την κλώσα! Γιατί αν πάθει κάτι θα σε σκοτώσει ο μπαμπάς!» είπε η μαμά.
«Εντάξει βρε μαμά θα την προσέχω!» απάντησε ο Σάββας και παραδόθηκε στον ύπνο.
Όταν ο Σάββας ξύπνησε οι γονείς του είχαν ήδη φύγει. Η μαμά του Σάββα η κυρία Ανατολή του είχε ετοιμάσει λαβάσια (τηγανίτες) για να φάει. Αφού γέμισε το στομάχι του πήγε να ταΐσει και την κότα και αφού την ταΐσε και της έβαλε και νερό έκατσε να την προσέχει. Λίγη ώρα αργότερα τα παιδιά βγήκαν να παίξουν στο δρόμο. Είδαν το Σάββα να κάθεται στην αυλή και του είπαν: