Τα τρία χρυσά αυγά.
(Βιρμανία)
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας ξυλοκόπος που από την αυγή μέχρι το σούρουπο έκοβε ξύλα και πήγαινε στην πόλη να τα πουλήσει. Το βράδυ γύριζε κατάκοπος στο σπίτι του φέρνοντας μαζί του ένα καρβέλι ψωμί και όσα τρόφιμα είχε καταφέρει να αγοράσει με τα λιγοστά χρήματα που είχε κερδίσει.Μια νύχτα του χειμώνα ο ξυλοκόπος κοιμήθηκε βαθιά και είδε ένα παράξενο όνειρο: βρισκόταν στην καρδιά του δάσους, μπροστά από ένα αιωνόβιο δέντρο που είχε χαμηλά στον κορμό του μια μεγάλη κουφάλα. Μια όμορφη νεράιδα καθόταν στην είσοδο της κουφάλας κι έπλεκε ένα στεφάνι από αγριολούλουδα και κισσό. Γύρισε το πρόσωπό της και τον κοίταξε χαμογελώντας του με καλοσύνη. Ύστερα το όνειρο έσβησε αφήνοντας στη θέση του μια γλυκιά ανάμνηση.
(Βιρμανία)
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας ξυλοκόπος που από την αυγή μέχρι το σούρουπο έκοβε ξύλα και πήγαινε στην πόλη να τα πουλήσει. Το βράδυ γύριζε κατάκοπος στο σπίτι του φέρνοντας μαζί του ένα καρβέλι ψωμί και όσα τρόφιμα είχε καταφέρει να αγοράσει με τα λιγοστά χρήματα που είχε κερδίσει.Μια νύχτα του χειμώνα ο ξυλοκόπος κοιμήθηκε βαθιά και είδε ένα παράξενο όνειρο: βρισκόταν στην καρδιά του δάσους, μπροστά από ένα αιωνόβιο δέντρο που είχε χαμηλά στον κορμό του μια μεγάλη κουφάλα. Μια όμορφη νεράιδα καθόταν στην είσοδο της κουφάλας κι έπλεκε ένα στεφάνι από αγριολούλουδα και κισσό. Γύρισε το πρόσωπό της και τον κοίταξε χαμογελώντας του με καλοσύνη. Ύστερα το όνειρο έσβησε αφήνοντας στη θέση του μια γλυκιά ανάμνηση.