Change Text Size
+ + + + +
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρήτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρήτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Ερωτόκριτος (Βιτσέντζος Κορνάρος)

(Κλικ στην εικόνα για να εμφανιστεί ολόκληρο το κείμενο σε μορφή pdf)

http://www.ebooks4greeks.gr/%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%B2%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82

(Κλικ εδώ για πληροφορίες σχετικές με το έργο)
Ερωφίλη (Γεώργιος Χορτάτσης)

(Κλικ στην εικόνα για να εμφανιστεί ολόκληρο το κείμενο σε μορφή pdf)

http://www.ebooks4greeks.gr/%CE%B7-%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%B7-%CE%B3%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B7%CF%82

(Κλικ εδώ για πληροφορίες σχετικές με το έργο)
Του Αράπη ο γιος

(Κρήτη)

Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε μια χήρα γυναίκα που είχε έναν μικρό σε ηλικία γιο. Δυσκολευόταν να τα βγάζουν πέρα, γιατί ήταν πολύ φτωχοί. Καθώς μεγάλωσε το παιδί, η μητέρα του τον έβαλε να ψάξει δουλειά για να την βοηθήσει. Αλλά την περίοδο εκείνη δουλειές πολλές δεν βρισκόταν, οπότε τα πράγματα χειροτέρευαν και κάποιες φορές δεν είχαν ούτε για να φάνε. Μια μέρα, ο γιος είπε στην μητέρα του:
Η Θοδώρα

(Κρήτη)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο βασιλιάδες που είχαν γειτονικά βασίλεια. Ο ένας είχε  πλούσιο βασίλειο και πολλούς στρατιώτες. Είχενε κι έναν γιο που το όνομά του ήταν φημισμένο σε όλα τα βασίλεια για την καλοσύνη, την ανδρεία και για πολλά ακόμα χαρίσματα. Ο άλλος βασιλιάς είχε μικρότερο βασίλειο, λίγες δυνάμεις και τρεις θυγατέρες.
Κάποτε ο πλούσιος βασιλιάς αποφάσισε να ενώσει τα δύο βασίλεια για να γίνει ακόμη δυνατότερος. Μπορούσε με ευκολία να το καταφέρει. Έτσι κάποια μέρα έστειλε μήνυμα στον βασιλιά του μικρού βασιλείου και του ζητούσε να του παραδώσει το βασίλειο του με το καλό, χωρίς αντίσταση και έτσι θα γινόταν άρχοντας με πολλές εξουσίες.
Το βασιλόπουλο.

(Κρήτη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το άλογο που πετά")

Μια φορά 'τονε ένας βασιλιάς κι είχε κι ένα γιο. Και μαλώσανε ένας ζωγράφος μ' ένα ντουργκιέρη*. Είπε ντου ο ζωγράφος: «Το δίκιο να 'ναι δικό μου, να σου κάμω 'να μπεριστέρι, ν' ανεβαίνει μεσώρανα, κι από 'κειά να κατεβαίνει, να καθίζει σε νερό». Λέει κι ο ντουργκιέρης: «Εμένα να ρίξεις το δίκιο, να σου κάμω 'να μπεγιράκι*, να βγαίνει μεσώρανα, να πηαίνει όπου θες». Κάνει του 'να μπεγιράκι με τσι βίδες. Και ο βασιλιάς έχει έναν υγιό, και πήγε και κείνος εκειά που το σάζανε στην αυλή. Υστερα εμαλώσε ο βασιλιάς τον υγιό ντου, και βγαίνει στο μπεγίρι και καβαλικεύγει, και παίρνει γρόσα πολλά, και βάνει και το φαμέγιο* ντου στη γκαπούλα*.
Ο μικρός ψαράς.

(Κρήτη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο βοσκός των λαγών")

Μια φορά ήτονε, λέει, μια χήρα και είχε ένα παιδί. Και το 'βαλε στο σκολειό. Το κοπέλι εβγήκε πολύ προκομμένο και εσπούδαξε. Και απείτις έμαθε αυτό τα γράμματα, δεν ηύρανε θέση να μπει, να βγάνει το ψωμί του, κι ήπαιρνε κάθε μέρα ένα καλαμάκι κι επήγαινε στο γιαλό κι εψάρευγε. Κι ήπιανε το κοπέλι κάθε μέρα ψάρια και τα πήγαινε και τα πούλιε κι ήπαιρνε παράδες κι εγόραζε ψωμί και το πήγαινε στο σπίτιν τους. Και μιαν ημέρα πάει στο γιαλό και πιάνει τρία ψαράκια όμορφα" και παίρνει και πάει τα στου βασιλιά το παλάτι ποκάτω κι εφώνιαζε:
Η κότα που έκανε χρυσά αυγά.

(Κρήτη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Τα τρία αδέρφια, το μαγικό πουλί και η κλέφτρα βασιλοπούλα)

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε δυο αδέρφια, το ένα πλούσιο και τ' άλλο φτωχό. Μια μέρα ο φτωχός επήγε να βρει την τύχη του. Πήγαινε, πήγαινε, ώσπου μπήκε σε ένα δάσος που δεν είχε ούτε αρχή ούτε τέλος. Όταν νύχτωσε βλέπει πολύ μακριά ένα φως και όταν ήφταξε κοντά θωρεί έναν μεγάλο πύργο και μια γυναίκα να ανάβει το φούρνο και, όση ώρα άναβαν τα ξύλα στο φούρνο, είχε δίπλα τη σκάφη και έπλενε ρούχα. Μόλις εσίμωσε κοντά και τον είδε, του λέει:
Ο πολυροβυθάς.

(Κρήτη)

Μια φορά κι ένα καιρό ήτανε μια χήρα κι είχε ένα γιο. Ήτανε πάμφτωχοι και δεν είχανε, μόνο το νερό στο σταμνί. Η χήρα εξενοδούλευγε κι ενέθρεφε το παιδί τζη και το μάθαινε ν' αγαπά το Θεό και να 'χει μεγάλη πίστη. Σαν εμεγάλωσε, εσκέφτουντανε ίντα δουλειά να βρει να ξεκουράσει τη μάνα ντου.
Μια μέρα εκάθουντανε ντουχιουντισμένος γιατί δεν ηύρισκε δουλειά και τσα πού σκυφτέ χαμαί, βρίσκει ένα ροβύθι και το πιάνει και λέει τση μάνας του:
Η Αθοκουτάλα.

(Κρήτη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η Σταχτοπούτα")

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια γριά κι είχενε τρεις θυγατέρες. Ήτανε φτωχές και δεν είχανε μήδε ψωμί μηδέ πράμα άλλο να φάνε. Επειδή πεινούσανε πολυ, σκεφτήκανε να κάμουνε μια συμφωνία. Να κάτσουνε δηλαδή να κλώθουνε και όποιας η κλωστή ήθελε κοπεί πρώτη, αυτή θα μσγειρεύανε να τη φάνε. Ετσά εγένηκε και η κλωστή εκόπηκε πρώτη τση μάνας τους. Όπως είχανε συμφωνημένα, την εσφάξανε οι θυγατέρες τσης και την εψήσανε να τηνε φάνε. Οι δυο μεγάλες εκάτσανε να φάνε, η μικρή δεν ήθελε να φάει από τη μάνα τσης, μόνο έκατσε στην παραθιά κι άρχιζε να σκαλίζει τον άθο (στάχτη). Τση λέγανε οι αδερφάδες τσης να κάτσει να φάει κι αυτή δεν ήθελε μόνο τσι έλεγε να τση πετούνε τα κόκκαλα.
Το θεριό στη Ζώμιθο.

(Κρήτη)

Μια μέρα λοιπόν, ξαφνικά εμφανίστηκε στη Ζώμιθο ένα παράξενο πλάσμα το οποίο έπινε το νερό της πηγής και κατασπάραζε όποιο ζωντανό πέρναγε από την πηγή. Όσοι το έβλεπαν έτρεμαν, φοβόντουσαν και δεν ξαναπάταγαν στην πηγή. Αναρωτιόντουσαν τι σόι πλάσμα ήταν αυτό. Πολλοί έλεγαν πως πιθανόν είναι λιοντάρι, αλλά μετά τους διαβεβαίωναν κάποιοι μεγαλύτεροι που είχαν φάει τη ζωή με το κουτάλι πως δεν επρόκειτο για λιοντάρι, μα για τέρας. Επίσης, κάποιοι ισχυρίζονταν πως είχε δύο κεφάλια και ρουθούνια που ξέρναγαν φωτιά.
Ο Μανούσος και οι ξωτικιές.

(Κρήτη)

Ήτονε μια φορά σε ένα χωριό, απάνω στα βουνά, ένα κοπέλι. Μανούσο τονε λέγανε και από όταν ήντονε μικιό ένα μόνο πράμα ήθελε. Να μάθει να παίζει τη λύρα. Σαν επάενε στα πανηγύρια και εθώριε τσι λυράρηδες να παίζουνε με χάρη και μαεστρία το δοξάρι, εθέριεβε μέσα ντου η φωθιά τση ζήλιας και έφευγε από το γλέντι μανισμένο*. Πιο πολύ και από τη ζήση του ήθελε να πιάσει και απατός* ντου στα χέρια τη λύρα και να την κάμει να τραγουδήξει, μα ήντα να κάμει ο καψερός απούντανε από φτωχιά οικογένεια και ο κύρης του δεν εμπόργιε να του αγοράσει λύρα. Σαν εμπήκε στα δεκαεφτά, αρχίνιξε να δουλεύγει εδώ και εκεί για να μάσει τσι παράδες απού χρειγιάζονταν. Σαν εμάζωξέ τσι, τοίμασε σε ένα μαντήλι λίγο ψωμί, ένα δυό κρομύδια, καμπόσες ελιές και ξεκίνησενε να πάει στη χώρα*. Εκιά, επήε στον πιο παλιό μάστορα της λύρας και του ζήτηξε να του φτιάξει μια.
Ο βοσκός, ο Ρίγος, η Πονοκεφαλιά και ο Χάρος.

(Καινά Αποκορώνου, Κρήτη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο Χάρος και οι τρεις αρρώστιες")

Μια φορά κι έναν καιρό συμπερπατούσανε ο Ρίγος, η Πονοκεφαλιά και ο Χάρος. Εκεί που βαδίζανε βλέπουν ένα βοσκό κι εβάστα ένα αρνί καλοθρεμένο πάνω στους ώμους του. Σκεφτήκανε λοιπόν να του φάνε το αρνί. Ο Ρίγος πρώτος-πρώτος λέει! «Εγώ θα πάω, μα δεν πιστεύω να μου το αρνηθεί ούτε στιγμή». Πάει λοιπόν και λέει του βοσκού: «Ει κουμπάρε, να μου δώσεις το αρνί σου, γιατί θέλω να κάμω τραπέζι στους φίλους μου». Ο βοσκός του λέει:
Το βασιλόπουλο με την Πεντάμορφη.

(Καινά Αποκορώνου Χανίων. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η στρίγγλα")

Ένας βασιλιάς είχε τρεις γιους και θηλυκό παιδί δεν έκαμε. Παρακαλούσανε λοιπόν με τη βασίλισσα ντου τον θεό να κάμουνε ένα θηλυκό παιδί κι ας είναι και αέριον. Ο θεός άκουσε την παρακάλεσιντονε και τους έστειλε ένα παιδί θηλυκό, που ήτανε όμως αέριο. Σιγά σιγά επέρνα ο καιρός και γίνηκε δώδεκα χρονών. Τότε ξαφνικά μια βραδιά έχασαν από το στάβλο ένα άλογο. Ο βασιλιάς εμπήκε σε ανησυχία γιατί δεν ήξερε ποιος έκλεψε το άλογο και το λέει τσι τρεις γιους του. Ο πρώτος λέει:
Άτιτλο.

(Κρήτη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η κόρη βοηθός στη φυγή του ήρωα")

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας βασιλιάς που ήτονε κασίδης και τον ελέγανε Μοσκαμπέρη Τσελεπή. Το 'χε μεγάλο καημό που ήτονε κασίδης και γύρευε να βρει τρόπο να του φυτρώσουνε πάλι μαλλιά. Του 'πάνε το λοιπό πως θα του φυτρώσουνε μαλλιά μόνο ανέ σφάξει ένα παιδί, μα βασιλόπουλο, και βάλει το αίμα του απάνω στην κεφαλήν του, μα και το παιδί να το 'χει πιο μπρος ταΐσει με πολλά γλυκά για να γλυκάνει το αίμα του. Σε μίαν άλλη χώρα, ζούσε ένας βασιλιάς με τη βασίλισσα του κι είχανε κι ένα παιδί, τον Φιορεντίνη, όπου το βλέπανε σαν τα μάθια τους, γιατί μια μάγισσα τους είπε πως θα το χάσουνε όντε γενεί εφτά χρονώ.