Change Text Size
+ + + + +
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγνώστου καταγωγής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγνώστου καταγωγής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Όταν η μέλισσα ήταν άνθρωπος

Ήταν κάποτε μια μάνα που είχε τρεις κόρες κι ένα γιο. Χήρα έμεινε από νωρίς κι έτσι η καημένη ανάθρεψε τα παιδιά της μοναχή της. Σαν ήρθε ο καιρός να παντρευτεί η πρώτη της κόρη, τη ζήτησε ένα παλικάρι καλοφτιαγμένο και καλόκαρδο, μα ήταν το χωριό του μακριά, ίσαμε δυο μέρες δρόμο με το γαϊδαράκο, εκείνη την εποχή, που η μάνα η καψερή τρόμαξε!
-Πώς θα έρχεσαι, κόρη μου, να με βλέπεις όταν σε χρειάζομαι; 

Ο άσπρος ελέφαντας

Τα πολύ παλιά τα χρόνια γεννήθηκε σ’ ένα δάσος ένας όμορφος ελέφαντας. Το δέρμα του ήταν άσπρο και μαλακό σαν τα πούπουλα του κύκνου. Όσο μεγάλωνε, τόσο πιο όμορφος και δυνατός γινόταν, και όσοι τύχαινε να τον συναντήσουν στο δάσος θαύμαζαν την ομορφιά και τη δύναμή του.
Η φήμη του απλώθηκε σε όλη τη χώρα, κι έφτασε στα αυτιά του βασιλιά, που θέλησε να αποκτήσει αυτόν τον  σπάνιο ελέφαντα. Γι’ αυτό, έστειλε στο δάσος τους εκπαιδευτές ελεφάντων, για να τον πιάσουν.
Γιατί τα αειθαλή δέντρα κρατούν τα φύλλα τους το χειμώνα

Κάποτε, πριν πολύ πολύ καιρό, οι μέρες ήταν κρύες κι ο χειμώνας πλησίαζε γοργά. Και όλα τα πουλιά πέταξαν μακρυά στο ζεστό νότο, περιμένοντας να επιστρέψει η άνοιξη. Ένα μικρό πουλί όμως, είχε σπασμένη φτερούγα και δεν μπορούσε να πετάξει. Δεν ήξερε τι να κάνει. Κοίταξε τριγύρω του, αναζητώντας ένα μέρος να το κρατήσει ζεστό. Αλλά δεν είδε τίποτε πέρα από τα δέντρα του μεγάλου δάσους.
Η Τρελοκατερίνα

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν και κάπου ήταν, μια γυναίκα που τη λέγαν Κατερίνα. Ζούσε με τον άντρα της σε ένα μακρινό χωριό και επειδή όλη την ώρα έκανε ανοησίες, τη φωνάζανε Τρελοκατερίνα. Κάθε μέρα που ο άντρας της έφευγε στη δουλειά, εκείνη έμενε στο σπίτι να κάνει τις δουλειές της, να μαγειρέψει και να καθαρίσει.
Ο λιθοξόος. 

Κάποτε ήταν ένας λιθοξόος που δεν ήταν ικανοποιημένος από τον εαυτό του και τη ζωή του.
Μια μέρα, περνώντας έξω από το σπίτι ενός πλούσιου εμπόρου, κοίταξε μέσα από την ανοιχτή πόρτα και θαύμασε τα όμορφα πράγματα και τους σημαντικούς επισκέπτες.
«Πόσο σπουδαίος να είναι αυτός ο έμπορος!» σκέφτηκε με ζήλια και ευχήθηκε να γίνει σαν αυτόν τον έμπορο.
Το χρυσόψαρο.

Μια φορά ήταν ένας φτωχός ψαράς, κι όλη νύχτα αγωνιζόταν να πιάσει ψάρι και ψάρι δεν έπιανε. Κόντεψε τέλος η αυγή, έριξε πάλι τ’ αγκίστρι του κι έλεγε απομέσα του: «Ω, Θεέ μου, δυστυχία! σήμερα θα πεθάνουν τα παιδιά μου απ’ την πείνα».
Του φάνηκε τότε πως τσίμπησε ψάρι και τράβηξε τ’ αγκίστρι. Τι να δει! Ένα ψαράκι χρυσό! Έκανε να το βγάλει απ’ τ’ αγκίστρι κι άκουσε μια φωνή να του λέει: «Ρίξε το ψαράκι το χρυσό στο γιαλό, και θα δεις καλό».

Το βασιλόπουλο με τα γαϊδουρινά αυτιά.

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα βασίλειο πολύ μακριά από δω, ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που ήταν πολύ λυπημένοι γιατί δεν είχαν παιδιά.
Όταν ο βασιλιάς είδε κι απόειδε, πήγε σ’ ένα μακρινό δάσος ν’ ανταμώσει τρεις νεράιδες που μένανε εκεί, και που κατά πώς λέγανε, κάνανε τις επιθυμίες των ανθρώπων πραγματικότητα.

Οι ψέυτες.

Ήταν μια φορά τρεις φίλοι. Οι δυο ήταν ψεύτες ενώ ο τρίτος δεν ήξερε να λέει καθόλου ψέματα. Ξεκινήσανε να κάνουνε ένα μακρινό ταξίδι. Αφού περπατήσανε μια ολάκερη μέρα, νύχτωσε κι ήτανε κουρασμένοι και πεινασμένοι. Όμως δεν είχανε λεφτά ούτε για να φάνε, ούτε για να πάνε σε κανένα χάνι για να κοιμηθούν. Εκεί που καθότανε και σκεφτότανε τι θα κάνουνε, λέει ο ένας απ τους ψεύτες:
- Εγώ έχω μια ιδέα για να βρούμε κρασί!
- Κι εγώ, λέει ο δεύτερος για να φάμε ψάρι.

Το φαρμακερό αγκάθι.

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, που είχαν την πιο όμορφη βασιλοπούλα του κόσμου. Την καμάρωναν την πεντάμορφη κόρη τους και την πρόσεχαν σαν τα μάτια τους, να μην τους πάθει κανένα κακό. Μια μέρα όμως που η βασιλοπούλα είχε βγει στο περιβόλι του παλατιού να παίξει με τις φιλενάδες της, πήγε να κόψει ένα τριαντάφυλλο, κι ένα αγκάθι της τρύπησε το δάχτυλο τόσο βαθιά, που αμέσως λιποθύμησε. Αμέσως τότε φτάσανε οι γιατροί του παλατιού, να γιατρέψουν την πεντάμορφη βασιλοπούλα, μα κανείς δε μπόρεσε να κάνει τίποτα. Το αγκάθι ήταν φαρμακερό, και η μικρή πριγκίπισσα έμεινε πια με τα μάτια κλειστά.
Η μικρή ρωγμή.

Μια φορά και έναν καιρό…
ένας Σουλτάνος έχτισε ένα παλάτι στην καρδιά της ερήμου.
Έφερε εργάτες και όλα τα αναγκαία υλικά ξοδεύοντας 100.000 δηνάρια.
Το παλάτι ήταν υπέροχο με χρυσούς και αργυρούς τρούλους και πυργίσκους, με καταπράσινους κήπους και σιντριβάνια, καρποφόρα δέντρα και πουλιά.
Τα δωμάτια ήταν επιπλωμένα και διακοσμημένα με μεγάλη χλιδή αλλά και καλό γούστο.

Όταν ήταν τελειωμένο πια κάλεσε τους βεζίρηδές του, τους άρχοντες και τους μεγιστάνες του για τα εγκαίνια. Ήρθαν όλοι φέρνοντας δώρα για τη γιορτή.
Ο ετοιμοθάνατος βασιλιάς.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ετοιμοθάνατος βασιλιάς. Ήταν πανίσχυρος βασιλιάς, αλλά ήταν άρρωστος πολύ βαριά κι απελπιζόταν: «Είναι δυνατόν ένας τόσο ισχυρός βασιλιάς να πρέπει να πεθάνει; Τι κάνουν οι μάγοι μου; Γιατί δε με γλιτώνουν;»
Αλλά οι μάγοι το είχαν βάλει στα πόδια, από φόβο μήπως τους πάρει το κεφάλι. Μόνο ένας είχε απομείνει, ένας γέρος μάγος, που κανένας δεν του έδινε σημασία, γιατί ήταν μάλλον ιδιότροπος κι ίσως λίγο τρελούτσικος. Εδώ και πολλά χρόνια ο βασιλιάς δεν τον συμβουλευόταν , αυτή τη φορά όμως πρόσταξε να τον καλέσουν.