Change Text Size
+ + + + +
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δωδεκάνησα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δωδεκάνησα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Η κακιά μάνα, το αθάνατο νερό κι ο δράκος.

(Κάσος)

Μια φορά κι έναν καιρό ήτο μια χήρα γυναίκα κι είχε κι ένα αρσενικό παιδί. Ε, αυτό λοιπόν το παιδί εδούλευε, το κακόμοιρο, και την ήζιε. Τούτη, εντωμεταξύ, έχει και κανένα καύκο (αγαπητικό).
Όταν ήτο λοιπόν να φύει αυτό το παιί να πάει στο μεροκάματο, επήαινε αυτός και την ηύρισκε. Ε! Και κάναν εγιά τον κακό τος τον καιρό. Ε! Το παιί επήαινε λοιπόν και κατιτί βέβαια επήρε χαμπάρι το παιί και την εμάλωνε. Της λέει:
Το σαμαντανάκι.

(Δωδεκάνησα. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το μαγικό χεράκι - Ο Αλαντίν)

Μια φοράν κι έναν καιρόν, τη συντροφιά μου να χαρώ, ηθέλησεν να έχει μια φτωχή γυναίκα χήρα. Αυτή η γυναίκα δεν είχεν άλλο τίποτις παρά μόνον ένα παιδάκι μικρό στο σχολείον. Η κακομοιριασμένη εξενοδούλευγεν πότε κάρσες, πότε υποκάμισα κι έβγαλεν το ψωμίν της κι εζούσεν με το παιδάκιν της. Η κακή της η τύχη, έπεσεν κι αρρώστησεν. Αν είχεν καένα φλουράκι στο κομπόδεμάν της, εχάλασέν το, επούλησεν ό,τ' κι αν είχε στους γιατρούς και στα γιατρικά και γιατρειά δεν είδεν. Τι να κάμει η καημένη; Είχεν έναν γείτοναν καφετζή. Στειλίσκει* το παιδάκιν της, φωνάζει του εις το σπίτιν της και λέει τον:
Η ψαροκεφαλή.

(Ρόδος)

Είχε χλε μια γργιάν κι είχε μια κόρη, κι αυτή η γριά ήταν φτωχή κι επεθύμαν να φάει του βούρου την γκεφάλην με το ζεστό ψωμί. Εγύριζεν κι εζήταν για κι έθρεφεν την κόρην, ήταν πολύ ωραία. Επάγαινε στα σπίτια κι εδίναν την την κεφάλην του βούρου, το ζεστό ψωμίν έν το 'βρίσκε, επάηνεν σ' άλλον, εδίναν την το ζεστό ψωμίν, την κεφάλην εν την έβρισκε. Χρόνια τυρανούνταν γκαι τα δύο δεν τα 'βρίσκε. Πάει λοιπό σ' ένα σπίτιν, εδίναν την το έναν, το άλλο και «δεν τα θέλω, να μου δώσετε ό,τι θέλει η καρδιά μου: «Θέλω κεφάλην του βούρου και ζεστό». Λέει η κυρία στη δούλα:
Ο γάιδαρος και το βόδι.

(Λέρος)

Κάποτε, ήταν ένας γάιδαρος κι ένα βόδι. Εκείνα τα παλιά χρόνια, τα ζωντανά μιλούσαν, τώρα δε μιλάνε!
Ένα βράδυ, εκεί που κάθονταν στο στάβλο, έπιασαν κουβέντα. Λέει ο γάιδαρος στο βόδι:
«Βόδι, άκουσε εμένα που σου μιλώ. Εγώ είμαι δάσκαλος, ξέρω πολλά. Αύριο που θά ’ρθει το αφεντικό να σε πάρει για ζευγάρι, να του κάνεις το ζαβλακωμένο, το άρρωστο. Μη φας ’πόψε το φαΐ σου, για να σ’ έβρει αποκαμωμένο ο γεωργός και να μη σε πάρει στη δουλειά». Το βόδι, που δεν είναι καθόλου έξυπνο, γι’ αυτό το λένε και «βόδι» και πιστεύει εύκολα ό,τι του λένε, άκουσε το γάιδαρο. Ήκατσε σ’ ένα καντούνι κι ’κανένε το άρρωστο. Έκλεισε τα μάτια του, κατέβασε την κεφάλα του και δε μιλούσε.

Το δαμαλάκι με τα χρυσά πόδια.

(Ρόδος)

Μια βολά κι ένα καιρό ζούσαν δύο ξαέρφια με τις οικογένειές τους, που ο ένας είχε χτήματα πολλά και πλούσιο σπίτι, ενώ ο άλλος είχε ένα χωραφάκι που καλλιεργούσε και ένα απλό σπιτάκι. Και οι δύο είχασι που μια μοναχοκόρη, που τα εβρίσκαντα μεταξύ ντους.
Κάποια μέρα, ο πλούσιος αξάερφος χάρισε στην κόρη του φτωχού μιαν αελιά. Η αελιά αυτή μετά που καιρό εγέννησε ένα δαμαλάκι που τα πό-δια του ήτο χρυσά. Πετούσε που τη χαρά της η κόρη του φτωχού και κάθε μέρα το ξάνοιε σαν τα μάτια της. Έμαθε ντο όμως η κόρη του πλούσιου ξαέλφου κι εζήλεψε. Έστειλε το λοιπόν τον ‘φέντη της, να γυρέψει πίσω την αελιά και το δαμαλάκι μαζί. Φυσικά ο άλλος αξάερφος δεν το έδινε πίσω, γιατί όπως του είπε τα δώρα εν κάνει να επιστρέφου-νται, κι ύστερα και τα δύο ζωάκια τώρα πιο ήτο δικά τους.
Αρς-αρσινό, το κόκκινο σταφύλι. 

(Καστελλόριζο. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Έρως και Ψυχή")
Μια φορά κι έναν καιρό είχε ένα βασιλιά, που 'χε τρεις κόρες. Μιαν εποχή βγήκε στον πόλεμο με το βασιλιά της Βενετίας. Ετοιμάστηκε λοιπόν κι ήθελε να ξεκινήσει. Προσκάλεσε τότε τις τρεις κόρες του για να τις ρωτήσει τι θέλουν να τους φέρει από τη Βενετία όταν θα γυρίσει νικητής. Η μεγάλη του κόρη ζήτησε ένα φόρεμα όμορφο και να 'χει πάνω τα τοπία της Βενετίας. Η δεύτερη ένα καπέλο με φτερά. Η μικρή ζήτησε να της φέρει το αρς-αρσινο, το κόκκινο σταφύλι. Το αρς-αρσινό ήταν ένα βασιλόπουλο μαγεμένο, που ζούσε στα έγκατα της γης, μέσα στο βούρκο. Η μάνα του του 'δωκε κατάρα να ζει εκεί κάτω με τη μορφή ενός κροκοδείλου μαζί με μια νεράιδα. Αυτό της το 'πε η γριά μάγισσα του παλατιού και τη συβούλεψε το σταφύλι να ζητήσει κι όχι φορέματα και καπέλα, σαν τις αδερφές της. Έφυγε λοιπόν ο βασιλιάς για τον πόλεμο.
Ο Σιδερής.

(Σύμη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Έρως και Ψυχή")

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Αυτοί είχαν και δύο δυμέλια, όμορφα, άστραφταν σαν τον ήλιο. Ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις τη μία από την άλλη. Τη μία τη λέγαν Αφροδίτη και την άλλη Μαριγώ. Όταν μεγάλωσαν, αρραβώνιασαν την Αφροδίτη. Ο γάμος της κράτησε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Κάθε νύχτα, έσκιζε το καντούνι της κάμαρης και παρουσιαζόταν μια μεγάλη σκυλάρα κι εφοβέριζε τον άντρα της. Κάθε μέρα του παρουσιαζόταν, όταν κοιμόταν η Αφροδίτη. Το παιδί άρχισε να κιτρινίζει από το φόβο του κι ούτε έτρωε ούτε κοιμόταν. Άρχισε να κιτρινίζει και να μη στέκεται από την αδυναμία. Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα, που 'βλεπαν το γαμπρό τους ν' αδυνατίζει, τον ρώτησαν τι έχει. "Τι να σας πω", είπε, "κάθε βράδυ, μόλις πάω να κοιμηθώ, παρουσιάζεται ένας σκύλος και με φοβερίζει. Με λίγα λόγια, η τύχη της κόρης σας είναι αυτός ο μεγάλος σκύλος".
Ο Μοσκάμπαρης.

(Σύμη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Έρως και Ψυχή")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Είχαν μια κόρη κι όταν έφτασε της παντρειάς, την παρακαλούσαν να την παντρέψουν. Μα εκείνη δεν ήθελε ν' ακούσει καθόλου για παντρειά. Από τα πολλά παρακάλια, γυρίζει και λέει τ' αφέντη της του βασιλέα! "Αφέντη βασιλέα, αφού λοιπόν, θέλοντας-μη θέλοντας είπατε να με παντρέψετε, διατάξτε να μου αγοράσουν είκοσι οκάδες αλεύρι, μια οκά μόσκο και μίαν οκά άμπαρη, μια σκάφη και μια πινακωτή και να μου τα φέρουν στην κάμαρη μου. Να μου φέρουν ακόμα κι ένα λαγήνι νερό. Και σαράντα μέρες δε θ' αφήσετε μηδέ πουλί πετούμενο να μπει. Μοναχά η δούλα μια φορά τη μέρα θα μπει, να βγει, να μου φέρει ένα καφεδάκι".
Ο αδελφός που γλίτωσε τις αδελφές του.

(Κάρπαθος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο αδελφός που σώζει την αδελφή του από το δράκο")

Μια βολά κι έναν καιρό, ήτανε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα κι είχαν τρεις κόρες, που την πρώτη την έλεγαν Χρυσή, τη δεύτερη Ασημένη και την τρίτη Κρυσταλλένη. Είχαν και τρεις βρύσες, που η πρώτη έτρεχε χρυσό, η δεύτερη ασήμι και η τρίτη κρύσταλλο.
Ύστερα από καιρό ήρθε ένα βασιλόπουλο από την Ολλανδία και ζήτησε την πρώτη κόρη να την παντρευτεί. Ο πατέρας κι η μάνα ήτο πρόθυμοι και γι' αυτό την εστείλανε με τους δούλους και τις δούλες, ν' αγοράσει ούλα τα χρειαζούμενα του γάμου. Όταν όμως εγυρίζαν στο παλάτι από τα μαγαζιά, ένα μαύρο σύννεφο ήρθε και πήρε την κόρη μέσα πο τ αμάξι. Οι άλλοι ήρθαν στο παλάτι και τα πάνε ούλα. Οι γονείς της κόρης εστεναχωρήθησαν τότε πολύ, γιατί εχάσανε την πρωτοκόρη τους.