Το Δίκιο βασιλεύει ή το Άδικο;

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό δύο αδελφοί που τσακώνονταν ποιος κυβερνάει τον κόσμο, το δίκιο ή το άδικο. Το δίκιο, έλεγε ο μικρός, το άδικο, έλεγε ο μεγάλος, και κάποια στιγμή ο μικρός εκνευρίστηκε κι είπε στον μεγάλο:
«Ξέρεις κάτι; Θα βάλουμε στοίχημα και θα κρίνει ο δεσπότης, κι αν κυβερνάει το δίκιο θα σου βγάλω τα μάτια, αν κυβερνάει το άδικο θα μου βγάλεις εσύ τα μάτια».
Ο μεγάλος δέχτηκε και ξεκίνησαν να ρωτήσουν το δεσπότη.
Στο δρόμο αντάμωσαν ένα γέρο και του είπαν:
Ο Πιπιλογιάννης

Μια φορά κι έναν καιρό, μια γιαγιά είχε έναν γιο που τον έλεγαν Γιάννη. Ο Γιάννης ήταν μεγάλος τεμπέλης και αγαπούσε πολύ τη ζέστη. Πάντα καθόταν δίπλα στο τζάκι,, τραβούσε την πιπιλιά (στάχτη) στην άκρη και σκέπαζε τα πόδια του να ζεσταθούν. Γι’ αυτό οι συγχωριανοί του τον ονόμασαν Πιπιλογιάννη. Η µάνα του τον παρακαλούσε να πάει να δουλέψει αλλά ο Γιάννης πώς να αφήσει τη ζεστασιά της πιπιλιάς. Κάποτε, αποφάσισε να πάρει το γαϊδουράκι και να πάει να ψάξει για δουλειά.
Η Ελενούδα

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ΄ ένα χωριό ένας γεωργός με τη γυναίκα του και την κόρη του. Η ζωή τους κυλούσε ήσυχα και ήταν ευτυχισμένοι. Ξαφνικά όμως η γυναίκα του αρρώστησε και μετά από λίγο καιρό πέθανε. Ο γεωργός μετά από λίγα χρόνια ξαναπαντρεύτηκε και απόκτησε μια δεύτερη κόρη. Η γυναίκα του όμως δε συμπαθούσε καθόλου την πρώτη του κόρη, την Ελενούδα. Ο γεωργός κάθε πρωί έπαιρνε τα βόδια του και πήγαινε στα χωράφια να τα οργώσει. Μια μέρα του λέει η γυναίκα του:

Ο μυλωνάς κι ο βασιλιάς

(Σαντορίνη)

Μια φορά κι ένα καιρό ήτανε ένας βασιλιάς . μια μέρα κάλεσε το δέσποτα του τόπου του και του λέει:Δέσποτα θα σου βάλω τρία αινίγματα κι αν δεν μου τα λύσεις σε τρεις μέρες θα σου πάρω τη κεφαλή σου . Του λέει τα αινίγματα . Μα βασιλέα μου ίντα σου φταίω εγώ και μου βάζεις αυτή τη θηλεία ; Αυτό που σου λέω , δεσπότη μου . Ο δεσπότης καταστενοχωρημένος πήε στο σπίτι του και τον έτρωε η συλλο(γ)ή . Οι μέρες περνούσανε και ο μυλωνάς , ο γείτονάς του, που το μυαλό ντου έκοβε , λέει του δεσπότη. Έ(γ)νοια σου , δέσποτά μου , κι εγώ θα σου το κανονίσω το βασιλιά , μόνο να με ντύσεις δεσπότη και θα πάω να του τα εξηγήσω .Την άλλη μέρα μια και δυο , ο καλός σου , πάει στο βασιλιά : Τα αινίγματα που έδωσε ο βασιλιάς ήταν:

Ο Ήλιος, η Σελήνη και ο Κόκορας

(Μαλαισία)

Στα πολύ παλιά χρόνια, κάπου μέσα στην απεραντοσύνη του ουρανού, ζούσαν τρία αδέρφια. Ο μεγαλύτρος ήταν ο Ήλιος, αμέσως μετά η Σελήνη κι μικρότερος αδερφός ήταν ο Κόκορας.
Ένα πρωινό, ο Ήλιος είχε πάει για δουλειά κι έμειναν στο αιθέριο σπίτι τους η Σελήνη με τον Κόκορα. Αργά το απόγευμα η Σελήνη είπε στον Κόκορα να βγει και να μαζέψει το κοπάδι μα ο Κόκορας επειδή ήταν κουρασμένος από τις δουλειές που έκανε στο σπίτι, αρνήθηκε να πάει. Τότε η Σελήνη θύμωσε πολύ. Τον άρπαξε από το κόκκινο λειρί του και με δύναμη τον πέταξε από τον ουρανό στην γη.
Η αλεπού κι ο λύκος πάνε για ψάρεμα

(Ρωσία)

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων ζούσε σε ένα μακρινό και απόμερο χωριό της Ρωσίας. Εκείνος ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς. Η λίμνη κοντά στο χωριό είχε παγώσει τόσο πολύ, που τα παιδιά κάνανε πατινάζ πάνω της. Η φύση ολάκερη είχε ντυθεί στα άσπρα με το χιόνι να πέφτει μέρα και νύχτα. Ένα πρωινό, ο γέρος ζήτησε από την γυναίκα του να του ετοιμάσει λίγα κουλουράκια να πάρει μαζί του στο ψάρεμα. Αυτή δεν του χάλασε το χατίρι. Έπειτα έδεσε το έληθρο στα σκυλιά του και ξεκίνησε για την λίμνη. Άνοιξε μια τρύπα στην παγωμένη πλάτη της λίμνης και ψάρευε για ώρες και συνέχεια έβγαζε ψάρια λογιώ-λογιώ. Τέλος, τα φόρτωσε στο έλκηθρο και ξεκίνησε για το καλύβι του.
Στην επιστροφή, ανάμεσα σε δύο δέντρα, είδε ξαπλωμένη στο χιόνι μια αλεπού.
Η ξιπασμένη νυχτερίδα

(Παραμύθι των Ινδιάνων της Ν. Αμερικής)

Μια φορά πριν πολλά χρόνια, κάποιο φθινόπωρο, μια νυχτερίδα πετούσε από εδώ κι από εκεί, από κλαδί σε κλαδί, κάνοντας μεγάλη φασαρία γιατί κρύωνε. Ο βασιλιάς των πουλιών, ο αετός, την άκουσε και της φώναξε:
Πώς μερικές φορές το καλό ξεπληρώνεται με κακό

(Παραμύθι των Ινδιάνων της Κεντρικής Αμερικής)

Μια μέρα, ένα φίδι γλιστρούσε στο δάσος, όταν ξαφνικά ένα δέντρο έπεσε πάνω του και το πλάκωσε. Μάταια το φίδι πάλευε για να ελευθερωθεί. Όσο κι αν προσπάθησε δεν το κατάφερε. Μετά από ώρες που ήταν εκεί εγκλωβισμένο, έτυχε να περνάει ένας ξυλοκόπος που έμενε παραδίπλα σε μια καλύβα και είχε βγει για να κόψει ξύλα. Το φίδι του φώναξε:
Ο Άνεμος

(Ινδιάνικο παραμύθι)

Πριν πάρα πολλά χρόνια, σε μια μακρινή χώρα ζούσε μια φυλή Ινδιάνων. Ο Ινδιάνος αρχηγός της φυλής είχε μία πανέμορφη κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμη. Μια μέρα όπως καθόταν έξω από την σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε: -  Μεγάλε αρχηγέ , αγαπάω την κόρη σου και με αγαπάει κι εκείνη. Θα μου την δώσεις να γίνει γυναίκα μου; - Όχι του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα. Την επόμενη μέρα η αγνή κοπέλα προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της:
Τα πουλιά και το ουράνιο τόξο

(Παραμύθι των Ινδιάνων της Νότιας Αμερικής)

Όταν η Γη ήταν ακόμα φρεσκοπλασμένη, τα πυκνά δάση κάλυπταν μεγάλες εκτάσεις και ήταν γεμάτα από κάθε είδους άγρια ζώα και πουλιά. Ενώ όμως τα ζώα και τα φυτά είχαν το καθένα τα χρώματά του, τα πουλιά δεν είχαν χρώματα. Ήταν γκρίζα κι άχαρα. Αυτό τα στενοχωρούσε πολύ. Ήταν τόση η λαχτάρα τους να αποκτήσουν χρώμα, ώστε πολλές φορές έτριβαν τα φτερά τους με τα πέταλα των λουλουδιών ή με τα φύλλα των φυτών, προσπαθώντας να τα βάψουν. Οι προσπάθειές τους όμως ήταν μάταιες, γιατί, ακόμα κι αν κατάφερναν να πάρουν λίγο χρώμα, μετά από λίγες ώρες αυτό ξέβαφε και χανόταν. Κι έτσι κάθονταν λυπημένα στα κλαδιά των δέντρων, κοιτάζοντας τα πολύχρωμα λουλούδια και θαυμάζοντας το ουράνιο τόξο, όποτε εκείνο έβγαινε να στολίσει τον ουρανό.
Η σοφία, το φαγητό κι ο πλούτος

(Νιγηρία)

Μια ημέρα η σοφία, το φαγητό και ο πλούτος ξεκίνησαν να πάνε ένα ταξίδι. Καθώς προχωρούσαν συνάντησαν έναν άντρα να κάθεται κάτω από ένα δέντρο. « Πού πηγαίνετε;» τους ρώτησε ο άνδρας. «Ψάχνουμε ένα μέρος να μείνουμε» απάντησαν και οι τρεις. Τότε ο άνδρας είπε: « Θα ήθελα ο πλούτος να μείνει μαζί μου» και ο πλούτος του απάντησε: «Είσαι κουτός, διότι αν είχες διαλέξει την σοφία θα μπορούσαμε και οι τρεις να ζήσουμε μαζί σου. Αλλά διάλεξες εμένα μόνο και δίχως την σοφία δεν θα μπορούσες να με έχεις για πολύ.»
Ξεκίνησαν να φύγουν και στον δρόμο τους βρήκαν έναν άλλο άνδρα.

Οι τρεις συμβουλές

(Πάνδροσο Ροδόπης)

Ένα καιρό κι ένα ζαμάν, ήταν ένα αντρόγυνο που ήταν πολύ φτωχοί. Η γυναίκα κάποτε έμεινε έγκυος και ο άντρας της, της λέει:
-Γυναίκα είμαστε πολύ φτωχοί. Θα πάω στα ξένα να καζαντίσω.
Πήρε το δρόμο και πήγε πολύ μακριά. Για χρόνια πολλά, δε μπορούσε να γυρίσ΄ πίσω να διεί τη γυναίκα τ΄. Η γυναίκα τ΄ στο μεταξύ, γέννση μοναχιά τς.
Μετά από είκοσι χρόνια, λέει στ΄ αφεντικό τ΄:
Το ασημένιο κουδουνάκι

(Ιαπωνία)

Κάποτε σε ένα χωριό δίπλα στη θάλασσα ζούσε ένας σοφός γέροντας. Του άρεσε να κάθεται στη βεράντα του και να κοιτά τη θάλασσα. Για να μη νιώθει μοναξιά είχε κρεμάσει ένα ασημένιο κουδουνάκι στη σκεπή της βεράντας. Μόλις φυσούσε λίγο ο αέρας το ασημένιο κουδουνάκι χτυπούσε χαρούμενα.
Ο γέροντας περνούσε ώρες και ώρες στη βεράντα του. Χάζευε τη θάλασσα,άκουγε το κουδουνάκι και χαμογελούσε ευτυχισμένος.
Στο ίδιο χωριό ζούσε κι ένας φαρμακοποιός. Ήταν πολύ δυστυχισμένος γιατί οι δουλειές του δεν πήγαιναν καλά κι ήταν τόσο λυπημένος που δεν ήξερε τι να κάνει. 

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας ποταμός

(Ινδία)

Μια φορά κι έναν καιρό ένας ποταμός, λέει μια παλιά Ινδική παράδοση, έτρεχε ήρεμα πάνω στην καλοβολεμένη από λάσπη κοίτη του. Τα νερά του ήταν θολά και μέσα τους ζούσαν βαριά και μολυβένια ψάρια, απ' αυτά που αναζητούν την τροφή τους στη λάσπη.
Επειδή ήταν ρηχός, κανένας δεν είχε την ιδέα να κάνει γέφυρα και έτσι όλοι αρκούνταν στο να ρίχνουν μέσα του μερικές μεγάλες πέτρες και να «σχεδιάζουν» δρόμους, που μόλις βρέχονταν από τα ήρεμα και αργά νερά.

Μια στάμνα δεν θα κάνει τη διαφορά

Ο βασιλιάς μιας πόλης κάλεσε όλους τους χωρικούς στο παλάτι για να γιορτάσουν την πρωτοχρονιά. Τους είπε «εγώ θα βάλω το φαγητό, αλλά θέλω ο καθένας σας να φέρει και μία στάμνα με κρασί.» Ένας από τους καλεσμένους σκέφτηκε «θα φέρω μια στάμνα νερό αντί για κρασί. Μία στάμνα δε θα κάνει και μεγάλη διαφορά μέσα σε όλο αυτό το κρασί.» Όταν έφτασε η μέρα της γιορτής, ο άντρας αυτός έχυσε τη στάμνα με το νερό μέσα στο μεγάλο δοχείο όπου γινόταν η συλλογή του κρασιού. Η γιορτή ξεκίνησε, και όλοι οι χωρικοί έτρωγαν και χόρευαν. Κατά το τέλος της γιορτής σερβιρίστηκε το κρασί. Αλλά όταν οι καλεσμένοι άρχισαν να πίνουν έκπληκτοι συμπέραναν ότι η γεύση του ήταν σαν του νερού. Τελικά όλοι είχαν υποθέσει ότι οι υπόλοιποι θα έφερναν κρασί, και ότι μια στάμνα νερό δε θα έκανε και μεγάλη διαφορά.   

Πηγή: www.lifo.gr
Ο ταξιδιώτης

Ένας καλοντυμένος άντρας ήταν στο δρόμο για μια γιορτή. Στη διαδρομή ένας αγρότης του έδωσε μερικά φιστίκια και του είπε «ορίστε, λίγο φαγητό για το δρόμο». Ο άντρας απάντησε «πρόκειται να φάω σπάνια και εκλεκτά εδέσματα σε λίγο – τι να τα κάνω τα φιστίκια!» και λέγοντας αυτά τα λόγια, τα πέταξε στη λάσπη κι έφυγε. Λίγο αργότερα όμως συνάντησε έναν ποταμό που ήταν πιο επικίνδυνος απ’ ό,τι συνήθως και δε μπορούσε να τον διασχίσει. Δε μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να επιστρέψει σπίτι του. Στην επιστροφή όμως, καθώς περνούσε η ώρα, το στομάχι του ταξιδιώτη απαιτούσε φαγητό. Θυμήθηκε τα φιστίκια που είχε πετάξει στη λάσπη και δεν είχε άλλη λύση παρά να τα ψάξει και να τα βγάλει από τη λάσπη ένα ένα με κόπο, κι αυτό ήταν το βραδινό του. 

Πηγή: www.lifo.gr
Ο Σταχτοπούτης

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια φτωχή χήρα μ’ ένα γιό που του άρεσε να κάθεται κοντά στο τζάκι και να ανακατεύει τις στάχτες. Γι’ αυτό η μητέρα του τον φώναζε Σταχτοπούτη. Ο Σταχτοπούτης δεν έβγαινε ποτέ έξω από το σπίτι κι η καημένη η μάνα του δεν ήξερε τι να τον κάνει!
-         Παιδί μου, βγες κι εσύ λίγο, σαν τ’ άλλα παιδιά, του είπε μια μέρα.
-         Καλά, απάντησε το παιδί. Αν μου δώσεις το χαρτζιλίκι μου θα βγω!
 Η μάνα του έδωσε χαρτζιλίκι και το παιδί βγήκε έξω. Καθώς περπατούσε βρέθηκε σ’ ένα στενό όπου μια παρέα παιδιών βασάνιζε ένα σκυλί. Κόντευαν να το σκοτώσουν το κακόμοιρο το ζωντανό αλλά ο Σταχτοπούτης πρόλαβε και τους είπε:
Η ιστορία της Φατιμά

(Ιστορία των Σούφι)

Μια φορά κι ένα καιρό, τα πολύ παλιά τα χρόνια, ζούσε στη Σμύρνη μια κοπέλα που τη έλεγαν ΦατιμάΗ Φατιμά μεγάλωνε με τον πατέρα και τη μητέρα της, και ήταν ευτυχισμένη. Ο πατέρας της ήταν κλώστης, έφτιαχνε κλωστές και νήματα από μαλλί, από βαμβάκι, από μετάξι. Η Φατιμά καθόταν ώρες πολλές μαζί του κι είχε μάθει να γνέθει και να φτιάχνει κλωστές σ’ όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου.
 Όταν μεγάλωσε κι έγινε κόρη της παντριάς, ο πατέρας της την πήρε μαζί του, να ταξιδέψουν, για να βρει ένα όμορφο παλικάρι να πάρει γι’ άντρα της. Διάλεξαν λοιπόν ένα καράβι, ένα σκαρί τρικάταρτο, που το φόρτωσαν κλωστές και νήματα.
Ο άσπρος ελέφαντας

Τα πολύ παλιά τα χρόνια γεννήθηκε σ’ ένα δάσος ένας όμορφος ελέφαντας. Το δέρμα του ήταν άσπρο και μαλακό σαν τα πούπουλα του κύκνου. Όσο μεγάλωνε, τόσο πιο όμορφος και δυνατός γινόταν, και όσοι τύχαινε να τον συναντήσουν στο δάσος θαύμαζαν την ομορφιά και τη δύναμή του.
Η φήμη του απλώθηκε σε όλη τη χώρα, κι έφτασε στα αυτιά του βασιλιά, που θέλησε να αποκτήσει αυτόν τον  σπάνιο ελέφαντα. Γι’ αυτό, έστειλε στο δάσος τους εκπαιδευτές ελεφάντων, για να τον πιάσουν.
Οι δύο φίλοι

(Νιγηρία)

Μια φορά και έναν καιρό ήταν δυο ποντίκια ο Γιζούμ (ποντίκι των θάμνων) και ο Νκίνκι (ποντίκι του σπιτιού) οι οποίοι ήταν πολύ καλοί φίλοι. 
Μια μέρα ο Γιζούμ κάλεσε τον Νκίνκι στο σπίτι του για να περάσουν μαζί την ημέρα. Ο Νκίνκι δεν είχε ξαναπάει στο σπίτι του φίλου του και ήταν πολύ χαρούμενος. Το σπίτι του Γιζούμ βρισκόταν στους θάμνους, κάτω από ένα βράχο. Μόλις έφτασαν, ο οικοδεσπότης τον ξενάγησε στο σπίτι του και ύστερα αποφάσισαν να φάνε κάτι. Ο Γιζούμ προσέφερε τα καλύτερα τρόφιμα που είχε: φασόλια, καρπούς από τα δέντρα, φιστίκια, ρίζες και άλλες νοστιμιές των ποντικών των θάμνων.