Change Text Size
+ + + + +
Η μαγική χύτρα.

(Σουηδία)

Αυτή είναι η ιστορία μια παλιάς χύτρας για βραστό. Μια μέρα, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, ένας φτωχός γερο-γεωργός και η γυναίκα του αποφάσισαν πως έπρεπε να πουλήσουν την τελευταία τους αγελάδα, αφού δεν τους είχαν μείνει καθόλου λεφτά, ούτε και φαγητό στο ντουλάπι. Καθώς ο γεωργός περπατούσε λυπημένος προς το παζάρι, συνάντησε στον δρόμο ένα παράξενο ανθρωπάκι. Είχε μια μακριά λευκή γενειάδα που έφτανε μέχρι τα πόδια του, που ήταν γυμνά, και φορούσε ένα τεράστιο μαύρο καπέλο, που από κάτω του ο αγρότης έβλεπε μόνο τη φωτεινή λάμψη των ματιών του.Στο χέρι του κουβαλούσε μια παλιά χύτρα για βραστό. «Όμορφη φαίνεται η αγελάδα σου», είπε το παράξενο ανθρωπάκι. «Την πουλάς;»
Ο λιθοξόος. 

Κάποτε ήταν ένας λιθοξόος που δεν ήταν ικανοποιημένος από τον εαυτό του και τη ζωή του.
Μια μέρα, περνώντας έξω από το σπίτι ενός πλούσιου εμπόρου, κοίταξε μέσα από την ανοιχτή πόρτα και θαύμασε τα όμορφα πράγματα και τους σημαντικούς επισκέπτες.
«Πόσο σπουδαίος να είναι αυτός ο έμπορος!» σκέφτηκε με ζήλια και ευχήθηκε να γίνει σαν αυτόν τον έμπορο.
Το κορίτσι που σκότωσε το δράκο.

(Κίνα)

Στην Κίνα, πριν από πολλά χρόνια, ζούσε ένα γιγάντιο Φίδι, που είχε φωλιάσει σε μια βαθειά και σκοτεινή σπηλιά, πάνω στο βουνό. Από κει έβγαινε κάθε φορά που πεινούσε κι άρπαζε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Πολλοί άνθρωποι είχαν φαγωθεί και οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν μέσα στον τρόμο. Μια νύχτα, ένας χωρικός είδε ένα προφητικό όνειρο:
Ο Τσατσατσατούτου και ο Φοίνικας.

(Κίνα)


Όπως όλοι ξέρουν, το πιο μικρό, ασήμαντο και άχαρο απ' όλα τα πουλιά είναι το Τσατσατατούτου, ενώ ο βασιλιάς των πουλιών σε δύναμη και ομορφιά είναι ο Φοίνικας.
Μια μέρα το Τσατσατατούτου γέννησε στη φωλιά του τρία αυγά. Μα μόλις έλειψε για λίγο από τη φωλιά του, ένα μικρό ποντίκι ήρθε κι έφαγε λίγο από το ένα αυγό. 
Μετά από λίγες μέρες που έφυγε πάλι το πουλί από τη φωλιά, το ποντίκι ήρθε και χάλασε και το δεύτερο αυγό. 
Πολύ λυπημένο, το μικρό τσατσατατούτου πάει στο βασιλιά των πουλιών, το Φοίνικα.
Αστερνός και Πούλιω.

(Ήπειρος)

Μνια φορά κ' έναν καιρό ήταν μνια γυναίκα κ' είχε δυο παιδιά, το 'να σερνικό και του ’λεγαν Αστερνό, και τ’ άλλο θηλυκό, και του ’λεγαν Πούλιω. Μνια μέρα πήγεν ο άνδρας της στο κυνήγι και της ήφερ’ ένα περστέρι και της το ’δωσε να το μαγειρέψει για να φαν. Εκείνη πήρε το περστέρι, το κρέμασε στο περόνι κ’ εβγήκεν όξω να κουβεντιάσει με τις γειτόνισσες. Τότες παγαίν’ η γάτα, γλέπει το περστέρι κρεμασμένο στο περόνι, ρίχτηκε και το ’φτακε και το ’φαγε. Σαν ήρθε το γιώμα, σκώθηκαν απ’ την κουβέντα, και παγαίν’ η γυναίκα να βρει το περστέρι, και δεν το βρίσκει. Κ’ ένοιωσε, πως το ’φτακεν η γάτα, και φοβήθηκε, μην τη μαλώσει ο άνδρας της. Έκοψε το βυζί της και το μαγέρεψε. Ήρθ’ ο άνδρας της απ’ όξω και της λέει:
Αναζητώντας έναν τίμιο άνθρωπο.

(Κίνα)

Κάποτε ένας πολύ φτωχός άνθρωπος ζήλεψε και έκλεψε μία απλή πίπα. Τον πιάσανε όμως την ώρα που έκανε την κλεψιά και τον κλείσανε στη φυλακή. Έμεινε ξεχασμένος εκεί μέσα για πολλούς μήνες χωρίς δίκη, τόσο, που άρχισε να σκέφτεται με ποιο τρόπο θα μπορούσε να βγει. Να δραπετεύσει δε μπορούσε, γιατί οι φύλακες ήταν πολλοί και τον φυλάγανε καλά. Δεν του’ μενε, λοιπόν, παρά η πονηριά. Μια μέρα παρακάλεσε κάποιο φύλακα να τον πάει στο βασιλιά.
Ο σακκοράφος.

Μια φορά ήταν ένας σακκοράφος και ύφαινε τα τσουβάλια του και τραγουδούσε κι έλεγε:
  – Μοναχός μου το τάπωσα.
  Μέρα νύχτα αυτό το τραγούδι έλεγε.
  Μια μέρα πέρασε ο βασιλιάς και τον ακούει και τραγουδεί και λέει:
  – Μοναχός μου το τάπωσα.
  Και πάλι αυτό και πάλι αυτό. Πέρασε τη νύχτα πάλι κι έκανε νυχτέρι κι έλεγε πάλι αυτό το τραγούδι:

Η πριγκίπισσα της Αμάρνας.

(Αίγυπτος)

Ζούσε μια φορά κι ένα καιρό μια πανέμορφη πριγκίπισσα στην Αμάρνα. Όλη η πολιτεία την αγαπούσε, γιατί φρόντιζε τα αδέσποτα σκυλιά, έδινε νερό στα πετούμενα του ουρανού και τραγουδούσε με την πιο μελωδική φωνή που άκουσε ποτέ η φύση. Ήταν η χαρά και η ευτυχία όχι μόνο του βασιλιά και της βασίλισσας, αλλά και όλων των κατοίκων της περιοχής.
Ξαφνικά το όμορφο αυτό κορίτσι αρρώστησε βαριά. Ο βασιλιάς κάλεσε όλους τους γιατρούς της χώρας, αλλά κανείς δεν μπορούσε να βρει τι είχε. Μεγάλη θλίψη έπεσε στο παλάτι.

Ο καλός μυλωνάς και η πριγκίπισσα. 

(Κύπρος) 

Ήτανε μια φορά στα παλιά χρόνια ένα παλικάρι, ένας καλόκαρδος μυλωνάς που ζούσε στο μύλο της Βρέξης. Από την πολλή καλοσύνη που είχε όχι μόνο δεν έπαιρνε λεφτά από τους φτωχούς, αλλά πολλές φορές τους έδινε αλεύρι  από αυτό που έπαιρνε αντί πλερωμής. Με αυτό τον τρόπο δεν περίσσευαν χρήματα, ίσα που περνούσε, αλλά ήταν ευχαριστημένος, δεν βαρυγκωμούσε. Όλοι οι κάτοικοι τον αγαπούσαν για την καλοσύνη του, και οι γριές γυναίκες του εύχονταν για τύχη να καλοπαντρευτεί μια βασιλοπούλα.
Ο ποταμός της Βρέξης.

(Κύπρος)


Μια φορά ήταν ένας ποταμός, ήταν ο ποταμός της Βρέξης έτσι τον έλεγαν, που έτρεχε ήρεμα μέσα σε ένα ξέβαθο φαράγγι. Τα νερά του ήταν καθαρά και μέσα ζούσαν ψάρια και βατράχια. Επειδή ήταν αβαθής, οι άνθρωποι τον περνούσαν χωρίς να στήνουν γέφυρες, κάποτε πηδώντας, κάποτε ρίχνοντας μέσα του μερικές μεγάλες πέτρες φτιάχνοντας δρόμους, έτσι που να μην βρέχονται από τα ήρεμα και αργά νερά του. Τα ζώα τον περνούσαν στα μέρη που ήταν λιγότερο βαθιά, και από αυτόν ποτίζονταν άμα διψούσαν. Ξεκινούσε ο ποταμός από τα ψηλά βουνά και κατέληγε στη θάλασσα , πριν από αυτήν ήταν στενός και δύσβατος με καλαμιώνες βάτα και άλλα δένδρα που βλάσταιναν στα πλευρά του, αλλά λίγο πριν ενωθεί με τα αλμυρά νερά, πλάταινε και άνοιγε, σχημάτιζε μια μεγάλη ήρεμη και αβαθή λίμνη πάνω στην άμμο του γιαλού.
Της νύφης που κακοπάθησε.

Ελένη προξενολογούν, Ελένη κάνουν νύφη.
Μήνες τση τάζουν τα προικιά και χρόνους τ' αντιπροίκια.
Τση τάζει κι ο πατέρας της κάτεργ' αρματωμένα,
τση τάζουν και τ' αδέρφια της καράβια φορτωμένα,

τση τάζει κι η μανούλα της κρυφά δέκα χιλιάδες,
χρυσό θρονί να κάθεται, χρυσό μήλο να παίζει.
Το πιο γλυκό ψωμί.

Το παραμύθι που ακολουθεί είναι κεφαλονίτικη παραλλαγή μιας παλαιάς λαϊκής αφήγησης. Ανήκει στον ευρύ τύπο των διηγηματικών ή κοσμικών παραμυθιών, τα οποία αναφέρονται στις περιπέτειες των ανθρώπων χωρίς να χρησιμοποιούν υπερφυσικά στοιχεία. Ειδικότερα, το συγκεκριμένο παραμύθι κατατάσσεται στην κατηγορία των διδακτικών παραμυθιών που, όπως παρατηρεί ο Δ. Λουκάτος, «έχουν πάντα μέσα τους μια διάθεση για διδασκαλία». 

Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, πολύ πλούσιος, που ό,τι επιθυμούσε η καρδιά του το ’χε. Όλα τα είχε, και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου έπαθε μια παράξενη ανορεξιά και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σιγά σιγά αδυνάτιζε, κι άρχισε να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος. Πολλοί γιατροί επήγαιναν και τον έβλεπαν, μα τα γιατρικά τους τίποτα δεν μπορούσαν να του κάμουν. Η ανορεξιά του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε μέρα με την ημέρα. Τίποτα δε λιμπιζόταν να φάει· ούτε «του πουλιού το γάλα», που λέει ο λόγος.
Η θάλασσα με τα πετράδια.

(Κινέζικο λαϊκό παραμύθι, από τη συλλογή του E.T.C. Werner, 1922)

Μια φορά κι έναν καιρό, ένα μικρό Κινεζάκι, που το έλεγαν Κουάνγκ-Σου ζούσε στην πόλη Γιο-τσαν με τους γονείς του. Η πρώτη έγνοια των Κινέζων είναι να προστατέψουν τα παιδιά τους από τη δύναμη που έχουν τα κακά Τζίνια. Υπήρχαν πολλά κακά Τζίνια στην Κίνα εκείνη την εποχή και η μητέρα του μικρού Κουάνγκ-Σου φρόντιζε να τον προστατεύει όσο καλύτερα μπορούσε.
Ουρασίμα Τάρο.

(Λαϊκό παραμύθι της Ιαπωνίας, από τη συλλογή της Yei Theodora Ozaki, 1908)

Τα πολύ παλιά χρόνια ζούσε στην Ιαπωνία ένας νεαρός ψαράς που λεγόταν Ουρασίμα Τάρο. Και ακόμα πιο παλιά, ο πατέρας του ήταν κι εκείνος ψαράς, ψαράς ονομαστός· όμως, ο Ουρασίμα ξεπερνούσε τον πατέρα του τόσο πολύ στην τέχνη αυτή, που η φήμη του είχε απλωθεί πολύ πέρα από το μικρό χωριό του. Λέγανε πως μπορούσε να πιάσει σε μια μέρα πιο πολλά ψάρια απ' όσα έπιαναν δέκα άλλοι σε μια βδομάδα.
Σαβίτρι.

(Παλιό ινδικό παραμύθι από το έπος Μαχατμπαράτα)

Στην Ινδία, τον πολύ παλιό καιρό, ζούσε ένας βασιλιάς με πολλές γυναίκες, αλλά χωρίς παιδιά. Δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια, πρωί και βράδυ, γονατισμένος μπροστά στις φλόγες που έκαιγαν άσβεστες στον ιερό βωμό, προσευχόταν να του χαρίσουν οι θεοί ένα παιδάκι.
Μια νύχτα, από τις φλόγες αναδύθηκε μια λαμπερή θεά.
«Είμαι η Σαβίτρι, κόρη του Ήλιου. Οι προσευχές σου εισακούστηκαν. Πήγαινε στο καλό και περίμενε τον ερχομό της θυγατέρας σου».
Πέρασε ένας χρόνος, και η αγαπημένη σύζυγος του βασιλιά απέκτησε ένα κοριτσάκι. Την ονόμασαν Σαβίτρι για να τιμήσουν τη θεά.
Η γέφυρα του γίγαντα.

(Ιρλανδία)

Μια φορά κι έναν καιρό – τότε που ακόμα οι άνθρωποι ζούσαν με τους γίγαντες μονοιασμένοι – υπήρχε ένας γενναίος πολεμιστής στην Ιρλανδία του τον λέγανε Φινν.
Ο Φινν ήταν από εκείνους τους πολεμιστές που είχαν αίμα γιγάντων και γι’αυτό ήταν ψηλός και τρομερός στη μάχη. Είχε πολεμήσει τους μαύρους πειρατές κι είχε βουλιάξει τα καράβια τους, είχε με εξυπνάδα ξεγελάσει τα μπλε ξωτικά του δάσους κι είχε κατατροπώσει τους ληστές των βουνών για να μπορεί η θεία του να περνάει από την οροσειρά και να πηγαίνει να τον βλέπει όποτε του έφτιαχνε κέικ.
Το βασιλόπουλο και τ' οψάρι.

Ένας βασιλιάς αρρώστησε και έστειλε το παιδί του στο γιατρό. Και επήγε το παιδί και δεν ηύρεν γιατρό. Ο βασιλέας ήκουσεν, στην θάλασσα μέσα είναι ένα οψάρι για να τον γιατρέψει. Έστειλεν το παιδί του να πιάσει τ’ οψάρι και να το φέρει. Επήγε το παιδί, έριξε το δίχτυ κι έπιασεν τ’ οψάρι. Είδεν ένα έμορφον οψάρι, και το άφηκεν. Το ήκουσεν ο βασιλέας και στεναχωρέθηκε και έδιωξε το παιδί του. Επήγε το βασιλόπουλο σ’ έναν κόσμο και πήρε ένα δούλο κι εκεί μένανε. Αγόραζαν φαγιά και έτρωγαν, και τ’ άλλα τ’ άφηνε στον δούλο να τα δώσει στους φτωχούς. Επήγε ο δούλος του τα επούλησεν, και το βασιλόπουλο έδιωξε τον δούλο εκείνον. Επήγε σ’ άλλον κόσμο κι εκεί επήρε έναν άλλο δούλο, κι εκείνος το ίδιο έκανε. Έδιωξε κι εκείνον.
Η ιστορία της γλώσσας.

(Γκάνα)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν σ΄ έναν τόπο ένας αρχηγός. Λένε πως ήταν πολύ γενναίος. Ακούγονταν σ΄ όλη τη φυλή ιστορίες για την παλικαριά που έδειξε σαν τον κύκλωσαν μια μέρα σε τόπο ανοιχτό δυο λιοντάρια και ύστερα από ώρες βρέθηκαν και τα δυο με τις κοιλιές τους ξεσκισμένες από το κοντάρι του. Ήτανε, λέει, ακόμα δίκαιος κι αγαπούσε τους ανθρώπους της φυλής του. Ένα ελάττωμα είχε μόνο. Δεν μπορούσε, λένε, να κρατήσει το θυμό του κι όταν θύμωνε ποιος δε φοβόταν τις κουβέντες που ξεστόμιζε.
Το κουτσό λελέκι.

(Ουζμπεκιστάν)

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας φτωχός γεωργός. Είχε ένα μικρό χωραφάκι, και μέρα νύχτα δούλευε σ΄ αυτό, για να μπορέσει να ζήσει.
Μια ανοιξιάτικη μέρα, καθώς όργωνε τη γη, βλέπει να πετάει ίσια καταπάνω του ένα κάτασπρο λελέκι. Πετούσε, όμως, κάπως περίεργα, θαρρείς και τρέμαν τα φτερά του. Ο γεωργός παραξενεύτηκε, παράτησε τη δουλειά του και το κοίταζε. Ξαφνικά το πουλί δίπλωσε τις φτερούγες του κι έπεσε δίπλα του σαν πέτρα.
Ο φτωχός γεωργός πλησίασε προσεκτικά το λελέκι και είδε πως η μια φτερούγα του ήταν σπασμένη. Λυπήθηκε το δύστυχο πουλί, το πήγε στο σπίτι του, άλειψε την πληγή με αλοιφή και έδεσε τη φτερούγα.
Το λελέκι άρχισε να συνέρχεται. Κάποια μέρα, ένιωσε τις δυνάμεις του να ξαναγυρνούν κι άρχισε να φτερουγίζει. Τότε ο φτωχός γεωργός το πήγε στο χωράφι, το άφησε και είπε:

Το τελευταίο παραμύθι της γιαγιάς.

(Ισπανία)

-Καλή μας γιαγιά, πες μας ακόμα ένα παραμύθι, παρακαλούν τα εγγονάκια.
Μα η γιαγιά κουνάει το κεφάλι.
-Αρκετά είπαμε σήμερα. Άλλη φορά, τους λέει.
-Αχ, χρυσή μας γιαγιακούλα, ένα μόνο, ένα μικρούτσικο πες μας!
-Θα σας πω ένα, μα δε θα ζητήσετε άλλο.
Και η καλή γιαγιά ξαναρχίζει:

Καθυστερημένη άνθιση.

(Μεξικό)

Ένας κάκτος είχε φυτρώσει στη μέση της ερήμου, στη μέση του πουθενά. Δεν ήταν ευχαριστημένος απ’ τη ζωή του: «Στέκομαι εδώ χωρίς να κάνω τίποτα, άσχημος, αγκαθωτός και άχρηστος. Κανένα ζώο δε με πλησιάζει, κανένα πουλί δε στέκεται στα κλαδιά μου –ποια κλαδιά δηλαδή…» είπε ρίχνοντας μια ματιά στα παχιά, αγκαθερά φύλλα του.
Ο καιρός περνούσε. Κάθε μέρα μεγάλωνε και πιο πολύ ο κάκτος, κάθε μέρα πίστευε ότι γινόταν πιο άσχημος και πιο άχρηστος.
«Γιατί να μην είμαι κι εγώ χρήσιμος σε κάτι;» αναρωτιόταν.

Το  αρχοντόπουλο-φίδι και η γυναίκα του.

(Πόντος)

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που δεν είχε παιδιά. Παρακάλεσε το Θεό να του δώσει παιδί, κι ας ήταν ότι ήθελε αυτός. Ο Θεός του έδωσε για παιδί ένα φίδι που ο βασιλιάς μας πήρε και  άφησε στο περιβόλι του να μεγαλώσει.
Όταν το  φίδι ήρθε σε ηλικία γάμου ζήτησε από τον πατέρα του να το παντρέψει. Ο βασιλιάς, που γνώριζε ότι οι κόρες της χήρας του χωριού ήταν ελεύθερες έστειλε προξενέματα και ζήτησε τη μεγάλη της την κόρη για νύφη. Η μεγάλη κόρη φοβήθηκε και αρνήθηκε. Τότε ο βασιλιάς  δοκίμασε την τύχη του με την μικρότερη κόρη και εκείνη είπε:
Η αρκούδα, ο λύκος και η αλεπού.

(Πόντος)



Μια μέρα η αρκούδα, ο λύκος και η αλεπού έκαναν συμφωνία να πάνε μαζί να βρούνε φαγητό και ότι βρουν να το μοιραστούν σαν καλά αδέλφια.
Βγήκαν στο βουνό, έτρεξαν από εδώ, έτρεξαν από εκεί, κουράστηκαν και κοντά στο βραδάκι πιάσαν ένα ελαφάκι
Η αρκούδα σκέφτηκε πως αν το μοιραζόταν τελικά αυτή θα έμενε πεινασμένη. Σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε  και έκανε την πονηριά της.
Η γυναίκα και το θηρίο.

(Πόντος)

Ένας Ματσουκάτης, πολύ βασανιζόταν από τη γυναίκα του.  Ήταν κακή και πολυλογού γυναίκα. Με το μάλωμα  σηκώνονταν, με το μάλωμα κοιμόντουσαν. Έφτασε στο αμήν ο άνθρωπος και πήρε την απόφαση να γλυτώσει από αυτό το βάσανο. Μια ημέρα πήγε να κόψει ξύλα και ξεμάκρυνε πολύ από το χωριό  και ανακάλυψε ένα βαθύ , βαθύ πηγάδι.
-Αυτό το πηγάδι θα είναι η σωτηρία μου σκέφτηκε. Έκοψε κάμποσα μεγάλα κλαδιά και σκέπασε το στόμιο του πηγαδιού. Έβαλε και από πάνω μικρά κλαδιά και έτσι τίποτε δεν φαινόταν. Μετά έφτιαξε και δυο δεμάτια  που το ένα το απίθωσε πλάι στο πηγάδι, το άλλο πάνω και γύρισε και πήγε στο σπίτι του.
Ο Γαβριήλ ο μυλωνάς και η κερα-Μαριώ.

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας μυλωνάς και τον έλεγαν Γαβριήλ. Γύρω στον ανεμόμυλο είχε ένα αμπελάκι και τόσο φτωχός ήτανε, που τον έλεγαν τζατζαλά (κουρελιάρη). Κει κοντά κάθουνταν και μια αλεπού, που την έλεγαν κερα-Μαριώ. Η αλεπού πήγαινε κάθε μέρα κι έτρωγε απ’ τ’ αμπελάκι τα σταφύλια, και δεν άφηνε τον Γαβριήλ ούτε μια ρώγα να φάγει. Ο Γαβριήλ τι να κάμει δεν ήξερε, πιάνει μια μέρα και κρύβεται πίσω απ’ το μύλο, και μόλις βγήκε η κερα-Μαριώ να φάγει τα σταφύλια, την αρπάζει απ’ τ’ αυτιά να τήνε σκοτώσει. Η καημένη η κερα-Μαριώ άρχισε να τόνε παρακαλεί και να τόνε λέγει:
Λαϊκά παραμύθια. 

Τα λαϊκά παραμύθια (όπως και οι μύθοι και οι παραδόσεις*) αποτελούν μία από τις πιο σημαντικές γλωσσικές, λογοτεχνικές, πολιτισμικές και κοινωνικές εκδηλώσεις ενός λαού. Η λέξη ‘παραμύθι’ (παρά + μύθος) συνδέεται με το ρήμα ‘παραμυθούμαι’, που στην αρχαιότητα το συναντούμε με διαφορετικές σημασίες: «δίνω θάρρος, προτρέπω, παρηγορώ, συμβουλεύω, ανακουφίζω, υποστηρίζω». Ο ‘παραμυθητής’ ήταν αυτός που έδινε παρηγοριά, ενώ ‘παραμυθία’ και ‘παραμύθιον’ ήταν η ενθάρρυνση, η προτροπή, η παρηγοριά*.
Λιοντάρι, λύκος κι αλεπού.

Στα πρώτα και τα παλιά τα χρόνια όλα τα ζώα μαζεύτηκαν σ'έναν τόπο κ' έκαμαν συμβούλιο, για να εκλέξουν βασιλέα. Όλα τα ζώα συμφώνησαν, ότι απ'όλα πιο αντρειωμένο είναι το λιοντάρι και αυτό πρέπει να είναι ο βασιλέας τους. Έβαλαν λοιπόν το στεφάνι στο κεφάλι του λιονταριού και έγινε βασιλέας.
Με χρόνια πολλά το λιοντάρι αρρώστησε και κείτονταν στο στρώμα. Όλα τα ζώα πήγαν και είδαν το βασιλέα τους, που ήταν άρρωστος.
Μια μέρα ο λύκος, ένας άσπρος λύκος, πήγαινε να ιδεί το λιοντάρι. Κει που πήγαινε, βρίσκει στο δρόμο την αλεπού και της λέει:
Του δράκου η νύφη.

Μια φορά, ζούσε ένας άνθρωπος που δεν ημπόρεσεν να κάμει παιδιά με την κυρά του. Ήτανε τότες νόμος που έλεγε κάθε οικογένεια να έχει έναν άντρα στα κατάστιχα για να παγαίνει στρατιώτης και θα τους δίνει ο βασιλιάς κλήρο. Μα είχεν παραμεγαλώσει ο άνθρωπος που λέγαμεν και θα τον ησβήνανε από τα κατάστιχα και θα του ηπαίρνανε τον κλήρο πίσω. Και γιο ή γαμπρό για να γραφτεί ευτείνος δεν είχεν. Κι έλεγεν ο νόμος πως όποιος δεν ημπορεί να παγαίνει στρατιώτης, ας κρατεί τον κλήρο, μα να δίνει φόρο. Κι ούτε φλουριά είχεν ο ανθρωπάκος να δίνει, φτωχός ήτανε. 
Ο ποντικός κι η θυγατέρα του.

Μια φορά ήταν ένας ποντικός κι είχε μια θυγατέρα πολύ όμορφη. Ήθελε να την παντρέψει, μα δεν ήθελε να τη δώσει σε ποντικό.
Κει που συλλογιότανε, βλέπει τον ήλιο να λάμπει.
Α! είπε με το νου του, να γαμπρός για το κορίτσι μου, και χωρίς να χάσει καιρό την παίρνει και την πάει στο παλάτι του ήλιου.
-Ήλιε, την παίρνεις τη θυγατέρα μου γυναίκα; Δε θέλω να την δώσω σ'άλλονα τόσο όμορφη, μόνο σε σένα πού'σαι τόσο όμορφος και δυνατός.
Το παραμύθι της Χελιδόνας.

(Θράκη)

Ένα παλικάρι αγαπούσε μια νέα που δεν έδινε καμιά προσοχή σ'αυτόν. Για την πάρει λοιπόν, τί κάμει; Άλλαξε τα ρούχα του και πουλούσε στους δρόμους μήλα. Ήλθε κι από κάτω απ'το σπίτι της αγαπητικιάς του και φώναζε: "Μήλα, μήλα καλά!". Εκείνη, δεν τον γνώρισε και τον ρωτά: "Πόσο τα δίνεις τα μήλα;". "Όλα, κυρά μου, τα δίνω για ένα σοινίκι κεχρί." λέει αυτός. "Καλά, έλα να τ'αγοράσουμε μεις." του λέει η νέα. Μπήκε αυτός, πήρε το σοινίκι, έδωσε τα μήλα. Aλλά κει που έκανε ν'αδειάσει το κεχρί, το έχυσε επιταυτού καταγής, κι εκάθησε ύστερα να το μαζέψει στο σάκο του σπυρί, σπυρί.
Το καλό και το κακό κορίτσι.

(Πομάκικο παραμύθι)

Ζούσε μια φορά ένας άνδρας και μια γυναίκα και είχαν ένα κορίτσι. Η γυναίκα πέθανε νέα και το κοριτσάκι έμεινε ορφανό, αλλά ο άνδρας αναγκάστηκε να παντρευτεί άλλη γυναίκα. Η άλλη γυναίκα είχε και αυτή ένα κορίτσι που το έλεγαν Εμινέ. Αγαπούσε μόνο το δικό της κορίτσι, την Εμινέ, αλλά το άλλο το βασάνιζε και το έβαζε να κάνει όλες τις βαριές δουλειές.
Μια μέρα έστειλε την Εμινέ στο μύλο ν’ αλέσει αλεύρι κι είπε στην ψυχοκόρη της να ετοιμάζεται για να πάει αυτή ν’αλέσει τη νύχτα. Κατάλαβε τότε το κακόμοιρο το κορίτσι πως η μητριά της ήθελε να της κάνει κακό, γιατί όλοι έλεγαν πως στο μύλο τη νύχτα έβγαιναν φαντάσματα. Φοβισμένο τράβηξε για τη γιαγιά του να ρωτήσει τι να κάνει.
Ο μικρός ψαράς και το δαχτυλίδι της γοργόνας.

(Σκωτία)

Κάποτε, σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη, ζούσε ένας μικρός ψαράς που ήταν τόσο ερωτευμένος μ’ ένα όμορφο κορίτσι, ώστε δεν έκανε τίποτ’ άλλο από το να τη σκέφτεται νύχτα μέρα.
Μια μέρα, μάζεψε το κουράγιο του και της μίλησε για την αγάπη του. Εκείνη χαμογέλασε γλυκά, χαμήλωσε τα μάτια και του εξομολογήθηκε ότι αγαπούσε κάποιον άλλο.
Τα τρία χρυσά αυγά.

(Βιρμανία)

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας ξυλοκόπος που από την αυγή μέχρι το σούρουπο έκοβε ξύλα και πήγαινε στην πόλη να τα πουλήσει. Το βράδυ γύριζε κατάκοπος στο σπίτι του φέρνοντας μαζί του ένα καρβέλι ψωμί και όσα τρόφιμα είχε καταφέρει να αγοράσει με τα λιγοστά χρήματα που είχε κερδίσει.Μια νύχτα του χειμώνα ο ξυλοκόπος κοιμήθηκε βαθιά και είδε ένα παράξενο όνειρο: βρισκόταν στην καρδιά του δάσους, μπροστά από ένα αιωνόβιο δέντρο που είχε χαμηλά στον κορμό του μια μεγάλη κουφάλα. Μια όμορφη νεράιδα καθόταν στην είσοδο της κουφάλας κι έπλεκε ένα στεφάνι από αγριολούλουδα και κισσό. Γύρισε το πρόσωπό της και τον κοίταξε χαμογελώντας του με καλοσύνη. Ύστερα το όνειρο έσβησε αφήνοντας στη θέση του μια γλυκιά ανάμνηση. 
Το άγχος στα παραμύθια και οι ανθρωπολογικές δομές των ψυχαναλυτικών θεωριών. 

Του Roland Schols, ψυχαναλυτή, εξειδικευμένου στην Αναλυτική Θεραπεία του Carl Jung.
(πηγή: www.jung-psychanalyse.be. Η μετάφραση από τα γαλλικά έγινε από την Άννα Αλιφραγκή).

1.      Οι ψυχαναλυτικές θεωρίες του Καθεστώτος της Ημέρας (Régime Diurne)

1.      «Το Γαϊδουροτόμαρο» και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα

            Η θεωρία της πραγματικής αποπλάνησης (séduction restreinte)

            Η κλασική θεωρία του οιδιποδείου συμπλέγματος

            Η θεωρία της φαντασιωσικής αποπλάνησης (séduction généralisée)

2.      Από τη Χιονάτη στη Σταχτοπούτα: η παρανοειδής και καταθλιπτική θέση της Melanie Klein

3.      Η Κοκκινοσκουφίτσα και ο απορριπτικός αποκλεισμός του ονόματος του πατέρα (la forclusion du nom du père)

4.      Το δωμάτιο του Κυανοπώγωνα και ο πρωκτικός εγκλεισμός

2.      Οι ψυχαναλυτικές θεωρίες του Καθεστώτος της Νύκτας (Régime Nocturne)

3.      Βιβλιογραφία
Τα παραμύθια στην Ψυχοθεραπεία.
(Fairy tales in Psychotherapy. By Hans Diekmann) 

Τα παραμύθια έπαιξαν πάντα ένα σημαντικό ρόλο στην ψυχανάλυση ακόμα και των ενήλικων ασθενών μου. Από τη μια μεριά, αυτό μπορεί να οφείλεται σε μια αντιμεταβίβαση που προέρχεται από τη γοητεία που προκαλεί σ’ εμένα αυτό το θέμα. Από την άλλη μεριά, το προσωπικό μου ενδιαφέρον αύξησε, χωρίς αμφιβολία, την ικανότητά μου να διακρίνω την παρουσία παραμυθιακών μοτίβων στα όνειρα και τις φαντασιώσεις. Μετά από μία σύντομη έρευνα στις θεωρίες τις σχετικές με την, σε παγκόσμιο επίπεδο, παρουσία παραμυθιακών εικόνων σε όλους τους πολιτισμούς, θα αναφέρω πώς τα παραμυθιακά μοτίβα εμφανίζονται στην ψυχανάλυση, κάτω από διάφορες μορφές. Θα περιγράψω επίσης, μέσα από σύντομες αναφορές περιπτώσεων, πώς αυτά τα μοτίβα μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά στην ψυχανάλυση.
Ο μαγικός καθρέφτης.

(Ισπανία)

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μακρινό βασίλειο, ζούσε ένας βασιλιάς. Παρόλο που ήταν νέος κι έκανε πολλά λάθη στην διακυβέρνηση του τόπου, οι υπήκοοί του τον αγαπούσαν πολύ, και ξέρετε γιατί; Επειδή παραδεχόταν τα λάθη του και προσπαθούσε να τα διορθώσει.
Κάποτε ο βασιλιάς αποφάσισε ότι ήταν καιρός να παντρευτεί. Αλλά πώς να διαλέξει την κατάλληλη κοπέλα; Ρώτησε τον κουρέα του την ώρα που τον ξύριζε.