Τα παραμύθια στην Ψυχοθεραπεία.
(Fairy tales in Psychotherapy. By Hans Diekmann) 

Τα παραμύθια έπαιξαν πάντα ένα σημαντικό ρόλο στην ψυχανάλυση ακόμα και των ενήλικων ασθενών μου. Από τη μια μεριά, αυτό μπορεί να οφείλεται σε μια αντιμεταβίβαση που προέρχεται από τη γοητεία που προκαλεί σ’ εμένα αυτό το θέμα. Από την άλλη μεριά, το προσωπικό μου ενδιαφέρον αύξησε, χωρίς αμφιβολία, την ικανότητά μου να διακρίνω την παρουσία παραμυθιακών μοτίβων στα όνειρα και τις φαντασιώσεις. Μετά από μία σύντομη έρευνα στις θεωρίες τις σχετικές με την, σε παγκόσμιο επίπεδο, παρουσία παραμυθιακών εικόνων σε όλους τους πολιτισμούς, θα αναφέρω πώς τα παραμυθιακά μοτίβα εμφανίζονται στην ψυχανάλυση, κάτω από διάφορες μορφές. Θα περιγράψω επίσης, μέσα από σύντομες αναφορές περιπτώσεων, πώς αυτά τα μοτίβα μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά στην ψυχανάλυση.

Κάθε φορά που κοιτάζω την τεράστια συλλογή των εκδόσεων Diederich Publishers, που περιέχει περισσότερους από εκατό τόμους λαϊκών παραμυθιών από όλο τον κόσμο ή τις συλλογές άλλων πολιτισμών, ιδιαίτερα την Kathasarithsagara, την πλούσια συλλογή του Somadeva (1914), που μοιάζει με ωκεανό παραμυθιών, εκπλήσσομαι από τη μεγάλη ποσότητα ιστοριών και παραμυθιών που συνέθεσε η ανθρώπινη ψυχή σε όλους τους πολιτισμούς του κόσμου. Φαίνεται ότι η δημιουργία παραμυθιών και μύθων και η παράδοσή τους από τη μια γενιά στην άλλη είναι μια ψυχολογική ανάγκη. Τα πρώτα παραμύθια που γνωρίζουμε προέρχονται από την Ινδία, τη Σουμερία και την Αίγυπτο και χρονολογούνται από τις αρχές των ιστορικών χρόνων. Ακόμα και η σύγχρονη αρνητική στάση προς τα παραμύθια δεν έχει μειώσει τη δημοτικότητά τους.
Είναι επίσης εκπληκτικό το ότι στα παραμύθια, όπως και στους μύθους, συναντάμε συνέχεια τα ίδια βασικά μοτίβα, χρησιμοποιημένα και οργανωμένα με παρόμοιους τρόπους. Το ίδιο συμβαίνει και με τα έντεχνα παραμύθια που γράφτηκαν από διάσημους συγγραφείς σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Campbell (1991), που είναι γνωστός για την έρευνά του στη μυθολογία, περιέγραψε αυτά τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα ως παραδείγματα φυσικών στοιχείων της ανθρώπινης σκέψης, και την ποικιλία των μοτίβων ως τις κοινωνικές και ιστορικές σκέψεις που αναδύονται από το πολιτιστικό υπόβαθρο των διάφορων λαών. Αυτές οι έντονες ομοιότητες προσήλκυαν πάντα μεγάλο ενδιαφέρον κατά την έρευνα των παραμυθιών.
Ήδη από τις αρχές του αιώνα μας, όταν η μηχανιστική αιτιολογική θεώρηση του κόσμου κορυφώθηκε με την ανάπτυξη της επιστήμης, οι επιστήμονες προσπάθησαν να ερμηνεύσουν το φαινόμενο με τη θεωρία της μετανάστευσης. Διατυπώθηκε η υπόθεση ότι, κάπου στα βάθη των αιώνων, τα παραμύθια εμφανίστηκαν σ’ ένα πολιτισμό και έπειτα διαδόθηκαν σε όλο τον κόσμο, περνώντας από στόμα σε στόμα, με τη μετανάστευση των λαών. Καθώς όμως οι ερευνητές ανακάλυπταν νέους πολιτισμούς και μάθαιναν περισσότερα γι’ αυτούς, για τις προϊστορικές τους μεταναστεύσεις και για τις δυνατότητες μετανάστευσής τους, έγινε φανερό ότι η θεωρία της προφορικής διάδοσης των παραμυθιών ήταν αστήρικτη.
Έτσι, ο Taylor και ο Rank ανέπτυξαν τη θεωρία της «πολυγένεσης του ομοίου». Η δημιουργική ανθρώπινη φαντασία διαμορφώνει τα ίδια ή παρόμοια μοτίβα ή αλυσίδες μοτίβων σε διαφορετικούς τόπους και ίσως σε διαφορετικές εποχές, αλλά, φυσικά, αυτή η θεωρία αντιπροσωπεύει μόνο τη μία πλευρά του ζητήματος: είναι ένα από τα πολλά θέματα. Δεν εξηγεί γιατί συμβαίνει αυτό το φαινόμενο, ούτε τη σημασία του.
Ο C. G. Jung  ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να απαντήσει σ’ αυτή την ερώτηση με τη θεωρία του για τα αρχέτυπα και την άποψή του σχετικά με το συλλογικό ασυνείδητο. Σύμφωνα με τον Jung, υπάρχουν στην ανθρώπινη ψυχή έμφυτα αποσπασματικά στοιχεία, κοινά σε όλους. Με τη διαμόρφωση συμβόλων, αυτά τα «αρχέτυπα», όπως ονομάζονται, επενδύονται από συγκεκριμένα πολιτιστικά σχήματα, σε πολύ αρχικό στάδιο της ζωής του κάθε ατόμου. Έτσι, το αρχέτυπο έχει ένα πόλο εγκατεστημένο στο γενετικό ενστικτώδες κομμάτι της ψυχής, από το οποίο εξασφαλίζει την ενέργειά του, και τον άλλο του πόλο τον έχει μέσα σε μια συλλογική, συμβολική φαντασία, που εμπεριέχει τα δικά της ιδιαίτερα πολιτιστικά χαρακτηριστικά και που μεταβιβάζεται στο παιδί συνειδητά ή ασυνείδητα, πρώτα από τους γονείς και αργότερα από όσους θα δημιουργήσουν στενές σχέσεις μαζί του.
Πριν από μερικά χρόνια, ο Αμερικανός φυσιοδίφης Sheldrake, κατέληξε σε μία αξιόλογη και εκπληκτική διατύπωση που μπορεί να συνθέσει τη θεωρία της μετανάστευσης, τη θεωρία της πολυγένεσης του ομοίου και τη θεωρία του Jung σχετικά με το σχηματισμό έμφυτων αρχετύπων (Sheldrake 1993). Ο Sheldrake υποθέτει ότι όπως συμβαίνει στο αόρατο πεδίο της βαρύτητας ή στο μαγνητικό πεδίο, που μπορεί να γίνει ορατό μόνο από τη διάταξη ψηγμάτων σιδήρου, έτσι και η φύση διαθέτει ένα αόρατο, κοινό πεδίο μνήμης, το οποίο ο Sheldrake ονομάζει: «μορφικό πεδίο».
Η ιδέα του δεν είναι τελείως καινούργια. Πράγματι χρονολογείται από τη δεκαετία του 1920, παρόλ’ αυτά ποτέ πριν δεν υποστηρίχθηκε με τόση επιμονή η αντίληψη ότι η δομή του μορφικού πεδίου δεν διαμορφώνεται από υπερβατικές ιδέες ή από μαθηματικές φόρμουλες αλλά μάλλον αναπτύσσεται εξαιτίας της ύπαρξης παρόμοιων μορφών που βρίσκονται τυπωμένες στη μνήμη της φύσης. Όσο πιο επίμονα και συχνά αυτό το πεδίο επηρεάζεται από τέτοιου είδους αντηχήσεις, τόσο πιο όμοιοι είναι οι σχηματισμοί που προκύπτουν. Σύμφωνα με τον Sheldrake, αυτό συμβαίνει σε όλων των ειδών τις μορφοποιήσεις αλλά στη συγκεκριμένη μελέτη ενδιαφερόμαστε μόνο για τα ψυχικά συστατικά αυτού του μορφογενετικού πεδίου. Έχουν γίνει μερικά ενδιαφέροντα πειράματα αλλά βρίσκονται ακόμα σε νηπιακό στάδιο και επομένως δε μας παρέχουν ικανοποιητικές αποδείξεις. Η ιδέα είναι ότι η ψυχή του καθενός διαθέτει ένα τέτοιο αυτό-οργανωτικό μορφογενετικό πεδίο, το οποίο εμπλέκεται με άλλα πεδία και αυτό-οργανώνεται σε σχέση με αυτά. Έτσι μία μορφική αντήχηση περιβάλλει την ανθρωπότητα στο χώρο και στο χρόνο, με τη μορφή μιας συλλογικής ψυχής. Αυτό διευκρινίζεται περισσότερο από το ακόλουθο παράδειγμα: ζητήθηκε από παιδιά της Αμερικής και της Αγγλίας να μάθουν απέξω δυο γιαπωνέζικα παιδικά στιχάκια. Το ένα ήταν ένα παραδοσιακό παιδικό στιχάκι, πολύ οικείο σε γενιές παιδιών της Ιαπωνίας. Το άλλο ήταν καινούργιο, γραμμένο από ένα ποιητή. Το 33% των παιδιών του δείγματος ήταν σε θέση να αποστηθίσουν ένα μικρό ποίημα. Είναι εκπληκτικό και σημαντικό το ότι για το 62% των παιδιών που μπορούσαν να απομνημονεύσουν ένα ποίημα ήταν πιο εύκολο να μάθουν το παραδοσιακό γιαπωνέζικο στιχάκι. Αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά παραδείγματα που δίνει ο Sheldrake.
Ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα γι’ αυτή τη θεωρία επειδή συνδυάζει τη θεωρία της μετανάστευσης, τη θεωρία της πολυγένεσης του ομοίου και τη θεωρία της αρχετυπικής δομής στο συλλογικό ασυνείδητο. Από την άλλη μεριά η θεωρία του Sheldrake μπορεί να ερμηνεύσει τη συχνή εμφάνιση παραμυθιακών χαρακτήρων, μοτίβων και δράσεων στα όνειρα, χωρίς ο ονειρευόμενος να τα γνωρίζει συνειδητά, αφού προέρχονται από μακρινούς, ξένους πολιτισμούς. Στο βιβλίο μου Märchen und Symbole (Dieckmann 1977) περιέγραψα μια σειρά μυθολογικών και παραμυθιακών μοτίβων συγκρίνοντας παραμυθιακά μοτίβα της Ανατολής με όνειρα ασθενών. Σύμφωνα με τη θεωρία του Sheldrake, παραμύθια που διατυπώθηκαν μία φορά και από τότε επαναλαμβάνονταν συνέχεια, έχουν μια τόσο δυνατή απήχηση στο μορφογενετικό πεδίο ώστε οι ιδιαίτερες μορφές τους να διαδίδονται σε όλο τον κόσμο.
Η ποικιλία των μυθικών και παραμυθιακών μοτίβων που υπάρχουν στο ανθρώπινο ασυνείδητο εντοπίστηκε από την αρχή ακόμα της ψυχανάλυσης. Συγκεκριμένα ο Freud  έγραψε το βιβλίο «Παραμύθια και όνειρα» το 1913 (Freud 1946). Στο έργο αυτό όμως ερμήνευσε κάποια παραμύθια μ’ ένα εντελώς περιοριστικό τρόπο, βασισμένο στη θεωρία του περί σεξουαλικότητας. Για παράδειγμα, αντιλαμβάνεται το νάνο Ρουμπελστίλτσκιν ως φαλλικό σύμβολο. Η κλασική ψυχανάλυση ερμηνεύει παραμύθια και παραμυθιακά μοτίβα γενικά σε σχέση με την κοινωνικοποίηση στην παιδική ηλικία, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στο πολύ γνωστό βιβλίο του Bettelheim «Η γοητεία των παραμυθιών» (1977). Όπως έδειξα στο βιβλίο μου “Gelebte Märchen” (1991), μόνο χάρη στις εργασίες του C. G. Jung και των οπαδών του αναγνωρίστηκε το μυθολογικό υπόβαθρο του ασυνείδητου. Κάπου μέσα στο συλλογικό ασυνείδητο, πίσω από τις προσωπικές μας αναμνήσεις, υπάρχει ένα στρώμα κοινής ανθρώπινης ψυχικής ενέργειας που έχει τη δύναμη να αναπτυχθεί μέσα από το άτομο. Σύμφωνα με αυτή την υπόθεση, ήδη από πολύ μικρή παιδική ηλικία,  τα παραμύθια αρχίζουν να διαμορφώνουν τις βαθμίδες ενός είδους ψυχικού πλέγματος, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ότι σηματοδοτεί τα στάδια στην πορεία της εξατομίκευσης. Με τον τρόπο αυτό το ανθρώπινο ον βιώνει τη δυνατότητα της μάθησης και της απόκτησης εμπειριών από τον άγνωστο και συχνά θαυμάσιο εσωτερικό κόσμο, καθώς επίσης και από τον εξωτερικό κόσμο. Μαθαίνει τρόπους πειραματισμού και δυνατότητες ψυχικής λειτουργίας που βρίσκονται πέρα από τη δική του προσωπική εμπειρία.
Παρόλο που στο δικό μας πολιτισμό, που προσανατολίζεται κυρίως στην ορθολογική σκέψη, η χρήση των παραμυθιών έχει περιοριστεί αποκλειστικά στην παιδική ηλικία, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτό δε συνέβαινε πάντα. Σε άλλες εποχές, αλλά και ακόμα μέχρι τις μέρες μας σε άλλους πολιτισμούς, τα παραμύθια, όπως και οι μύθοι, απευθύνονται κυρίως σε εφήβους και ενήλικες, και εξυπηρετούν τη δημιουργία μιας κοινής εμπειρίας και την ανάπτυξη δεσμού του ατόμου με το σύνολο. Έτσι, αντί να μεταδίδουν μια ορθολογική φώτιση και πληροφορίες για τα γεγονότα, έχουν ένα τελείως διαφορετικό παιδαγωγικό στόχο. Η ιδέα ότι τα παραμύθια περιγράφουν ένα κομμάτι από μια επιτυχημένη πορεία εξατομίκευσης προέρχεται από το γεγονός ότι σχεδόν όλα τα παραμύθια έχουν επιτυχημένο ή ευτυχές τέλος. Πραγματικά, σε όλη τη συλλογή των Αδελφών Γκριμμ υπάρχουν μόνο τρία παραμύθια με άσχημο τέλος: «η Κυρά-Τρούντε», «το ξεροκέφαλο παιδί» και «το φτωχό παιδί στο μνήμα».
Σήμερα υπάρχει μια ευρεία επιλογή συγγραμμάτων σχετικά με την ερμηνεία αυτών των διεργασιών της ψυχικής ωρίμανσης που περιγράφονται στα παραμύθια, από τα οποία (συγγράμματα) θα αναφέρω μόνο την εργασία του C. G. Jung “ Zur Phänomänologie des Geistes in Märchen (1945), την εντυπωσιακή ερμηνεία παραμυθιών “Das Böse in Märchen” της M. L. Von Franz (1961), τα βιβλία της Verena Kast (1982a, 1982b, 1984), και κάποιες από τις δικές μου εργασίες (1966, 1967a, 1967b, 1974b). Οι παραπάνω συγγραφείς – που αποτελούν μέρος μόνο από ένα τεράστιο αριθμό συγγραφέων – πρόσκεινται στην αναλυτική ψυχολογία, παρόλ’ αυτά γράφουν με διαφορετικούς τρόπους σχετικά με τα παραμύθια. Μερικοί από αυτούς τους συγγραφείς περιγράφουν τα παραμύθια ως μία γενική διαδικασία ωρίμανσης χωρίς να αναφέρονται σε συγκεκριμένους πελάτες ή προσωπικά περιστατικά. Άλλοι επικεντρώνονται στα συλλογικά επίκαιρα θέματα μιας χρονικής περιόδου όπως η ερμηνεία του έργου του συγγραφέα έργων τρόμου Ernst Hoffmann, που έζησε τον 18ο αιώνα, από την Aniella Jaffé.
Μία τρίτη, πολύ ενδιαφέρουσα, προσέγγιση του θέματος είναι αυτή που προτείνεται από εκείνους τους συγγραφείς που συνδέουν άμεσα παραμύθια και παραμυθιακά μοτίβα σε θεραπείες με πελάτες τους. Μία τέτοια θεραπευτική προσέγγιση βρίσκεται όχι μόνο σε βιβλία που αναφέρονται σ’ αυτό το εξειδικευμένο θέμα, όπως το βιβλίο της Verena Kast  “Märchen in der Therapie (1995) ή στο δικό μου βιβλίο “Gelebte Märchen” (1991), αλλά επίσης και σε κλινικές εργασίες όπως αυτή της Kathrin Asper “Verlassenheit und Selbstentfremdung (1987) και “Schritte im Labyrinth (1992) καθώς επίσης και σε κλινικές μελέτες σχετικά με τα όνειρα, όπως το έργο των Whitmont και Perera “Träume, eine Pforte zum Urgund (1992)” ή το δικό μου “ Träume als Sprache der Seele” (1972).

Προκειμένου να φθάσουμε σε μια κατανόηση της θεραπείας μέσω του παραμυθιού και των παραμυθιακών μοτίβων πρέπει να κάνουμε κάποιους διαχωρισμούς. Πρώτον, υπάρχουν ασθενείς που ονειρεύονται παραμυθιακά μοτίβα αλλά δεν τα αναγνωρίζουν ως τέτοια, και οι οποίοι έχουν μόνο προσωπικούς και κοινότυπους συνειρμούς, που δεν έχουν την ένδειξη ενός παραμυθιού. Ένας ασθενής, προερχόμενος από την εργατική τάξη, που ήρθε να με δει πριν από μερικά χρόνια, μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα. Είχε το παρακάτω σύντομο όνειρο:

«Είδα μερικές γυναίκες να κάνουν μπάνιο σε μια λίμνη. Το μέρος ήταν ορθογώνιο και κορμοί δέντρων έβαζαν όρια που δεν μπορούσε κανείς να παραβιάσει. Γδύθηκα και μπήκα κι εγώ στη λίμνη μαζί τους. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ ευχάριστη και χαρούμενη».

Έφερε αυτό το όνειρο στη δέκατη συνεδρία. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε φέρει μόνο μερικά καθημερινά βιώματα για τα οποία είχε μιλήσει διστακτικά. Είχε σύζυγο και παιδιά και ήταν εμφανές ότι δεν ήταν ο τύπος του άπιστου συζύγου. Παρόλα αυτά, σ’ εκείνο το όνειρο εξέθετε τον εαυτό του σε μια εξωσυζυγική ερωτική περιπέτεια. Οι ενδείξεις ότι επρόκειτο για μια ερωτική συνεύρεση ενισχύθηκαν και από το γεγονός ότι μόνο όταν τον ρώτησα μου ομολόγησε ότι οι λουόμενες ήταν γυμνές, πράγμα που ήταν ασυνήθιστο για λουόμενες εκείνης της εποχής. Το όνειρο δεν είχε κανένα νόημα για τον ασθενή και έμοιαζε να του είναι ξένο. Δεν έκανε καθόλου σχετικούς συνειρμούς, όμως κατά τη διάρκεια αυτής της συνεδρίας ήταν για πρώτη φορά πολύ χαλαρός και δεν αμφιταλαντευόταν. Έφερε άλλο ένα όνειρο στην επόμενη συνεδρία και από τότε συνέχισε να φέρνει όνειρα. Έτσι άρχισε η διαδικασία διαπραγμάτευσης με το ασυνείδητό του και με το αρχικό του όνειρο ξεκίνησε η πραγματική του ανάλυση.
Αυτό το όνειρο μπορεί βέβαια να ερμηνευθεί σε σχέση με το σεξουαλικό του περιεχόμενο ή ως επιστροφή στην κοιλιά της Μεγάλης Μητέρας. Σύμφωνα με την εμπειρία μου, οι πελάτες που προέρχονται από την εργατική τάξη συχνά ονειρεύονται τις ανάγκες τους μ’ ένα εντονότερο και πιο γραφικό τρόπο απ’ ότι οι διανοούμενοι. Παρόλα αυτά, ως επέκταση αυτού του ονείρου είχα μια διαφορετική άποψη. Σε πολλά παραμύθια που αφορούν στην ωρίμανση, ιδιαίτερα σ’ εκείνα που προέρχονται από την ανατολή, καθώς επίσης και στην αλχημεία, συναντάμε συχνά το σύμβολο του τόπου όπου λούζονται οι νύμφες ως αρχική εικόνα, όπως για παράδειγμα στο παραμύθι «ο μεταφορέας και οι τρεις γυναίκες» από τις Χίλιες και Μια Νύχτες. Εδώ ένας ολόκληρος κύκλος ξεκινάει με το μοτίβο ενός αχθοφόρου ο οποίος οδηγείται σ’ ένα λουτρό όπου διασκεδάζουν τρεις κόρες. Φυσικά δε διστάζει να μπει στη συντροφιά τους και, αφού ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους επιθυμίες, αφηγούνται τις ιστορίες τους, που σχηματίζουν ένα κύκλο έξι ιστοριών, που η καθεμία τους εμπεριέχει ένα σημαντικό ηθικό δίδαγμα και μια διορατική εσωτερική εικόνα. Όπως συνέβη και με το όνειρο του πελάτη μου, αυτό το αρχικό μοτίβο είναι η αφετηρία για το ταξίδι στο ασυνείδητο. Βέβαια ο ασθενής μου δε γνώριζε ούτε το μοτίβο ούτε τα σχετικά παραμύθια και δεν του τα ανέφερα. Αφού το κομμάτι του συνειδητού του αντιστάθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα, το ασυνείδητό του μετέφερε στο συνειδητό ένα συγκινησιακά φορτισμένο και συλλογικά πασίγνωστο μοτίβο και αυτό έδωσε ώθηση στην αναλυτική διαδικασία. Σ’ αυτή την περίπτωση, αντί να κάνω ερμηνεία βασίστηκα στην αυτονομία του ασυνείδητου κατά την μεταβίβαση-αντιμεταβίβαση. Όπως ο Rudolf Blomeyer και εγώ έχουμε υποστηρίξει (1971), οι φαντασιώσεις του θεραπευτή κατά την αντιμεταβίβαση επιδρούν πολύ στο ασυνείδητο του ασθενή, ακόμα κι αν δεν εκφραστούν λεκτικά.

Ένα δεύτερο παράδειγμα θεραπευτικής εφαρμογής των παραμυθιών είναι η περίπτωση μιας ασθενούς που υπέφερε από σοβαρές φοβίες και από μια έντονα καταναγκαστική δομή προσωπικότητας νευρωτικής φύσης. Ήταν δημόσιος υπάλληλος και είχε μεγαλώσει σ’ ένα υπερβολικά απρόσωπο περιβάλλον. Από μικρή ηλικία είχε διδαχθεί ότι η συμπεριφορά του καθενός πρέπει να αντανακλά τις προσδοκίες της ομάδας. Το άτομο θα πρέπει να σκέφτεται μόνο ό,τι είναι σωστό και έγκυρο για την ομάδα και όλες οι φαντασιώσεις που δεν ανταποκρίνονται σε αυτό θα πρέπει να καταπιέζονται ή να καταστέλλονται. Επιπλέον οι γονείς της ήταν κρατικοί λειτουργοί και είχαν υιοθετήσει αυτές τις ιδέες. Ανέθρεψαν τα παιδιά τους με την ίδια ανελέητη συλλογική συνείδηση σύμφωνα με την οποία ζούσαν κι εκείνοι. Φυσικά εφάρμοζαν αυτές τις αρχές όχι μόνο στη δουλειά τους αλλά και στην ιδιωτική τους ζωή, συμπεριλαμβανομένης και όλης της γειτονιάς. Η εργασία και η επιτυχία ήταν οι ανώτερες αξίες τους και πίεσαν την κόρη τους, που δεν είχε ιδιαίτερη κλίση στα γράμματα, να τελειώσει το Λύκειο με τη βοήθεια πολλών ιδιαίτερων μαθημάτων. Τα πράγματα πήγαιναν καλά μέχρι που η κοπέλα άρχισε να εργάζεται, και η παρόρμησή της για εξατομίκευση, που περιοριζόταν όταν αναγκαζόταν να διαπραγματευτεί με τους συναδέλφους της, άρχισε να την κάνει να επαναστατεί. Έγινε ανίκανη να εργαστεί και ανέπτυξε μια σοβαρή νεύρωση που εν μέρει την ανάγκασε να σταματήσει τη δουλειά της επειδή οι καταστάσεις που έπρεπε να αντιμετωπίσει την οδηγούσαν σε πειρασμούς. Επειδή δε θεωρούσε τον εαυτό της ικανό για ποιοτική εργασία βρισκόταν διαρκώς σε άγχος και είχε την τάση να χρησιμοποιεί ακραίους τρόπους συμπεριφοράς. Τότε ήρθε να με δει. Μετά από μερικές συνεδρίες κατά τις οποίες προσπαθήσαμε να χαλαρώσουμε λίγο την πίεση του υπερεγώ της, έφερε το παρακάτω όνειρο:

«Βρίσκομαι στο σπίτι κι έχω ανάγκη να πάω τουαλέτα. Καθώς ετοιμάζομαι να καθίσω βλέπω στο πίσω μέρος της τουαλέτας να σέρνεται ένα ανοιχτόχρωμο φίδι. Είμαι κατατρομαγμένη και θέλω να στριγκλίσω και να φύγω μακριά. Αλλά το φίδι άρχισε να μιλάει καθησυχαστικά και μου είπε ότι δε θέλει να με πειράξει, αντίθετα, ότι έχει κάτι πολύ σημαντικό να μου πει. Δεν έπρεπε να το φοβάμαι. Τότε ένιωσα πολύ ήρεμη και συζήτησα για λίγο μαζί του. Δυστυχώς όταν ξύπνησα είχα ξεχάσει τι μου είχε πει, ένιωθα όμως τελείως ήρεμη και ικανοποιημένη, και μπόρεσα να πάω στη δουλειά μου με λιγότερο άγχος».

Η ασθενής μου είχε εκπλαγεί από αυτό το όνειρο και στη συνεδρία μου είπε ότι είχε επίσης μια έντονη φοβία για τη ζωή. Πολύ λίγα ζώα συμπαθούσε και αυτά ήταν ή άψυχα παιχνίδια ή ζώα του ζωολογικού κήπου που ζούσαν πίσω από ασφαλή κλουβιά. Φοβόταν ιδιαίτερα τα φίδια, τα ποντίκια, τους αρουραίους, τα βατράχια, τις αράχνες και τα παρόμοια, που ο περισσότερος κόσμος αντιπαθεί. Επίσης απέφευγε να έρθει σε επαφή με σκύλους και γάτες, και προληπτικά άλλαζε πεζοδρόμιο όταν συναντούσε κάποιο από αυτά. Στο τέλος της συνεδρίας της συνέστησα να διαβάσει το παραμύθι των Γκριμμ «Το λευκό φίδι». Το έκανε όχι επειδή το εξέλαβε ως ένα αίτημα του Υπερεγώ που εγώ αντιπροσώπευα για κείνη, αλλά επειδή ενδιαφέρθηκε πραγματικά γι’ αυτό μετά από το όνειρό της. Όταν ήρθε για την επόμενη συνεδρία ήταν φανερό ότι είχε διασκεδάσει και συγχρόνως είχε νιώσει αμηχανία με το παραμύθι. Μου είπε ότι της είχε αρέσει πάρα πολύ και ότι είχε αρχίσει να σκέφτεται σχετικά με τα ζώα και να αλλάζει τη συμπεριφορά της απέναντί τους. Επειδή αυτό το παραμύθι ανακινούσε μια διαδικασία που ήταν σημαντική για την ανάπτυξη της πελάτισσάς μου και επειδή αναφερόμαστε σε αυτό από καιρό σε καιρό, κατά τη διάρκεια της ανάλυσης, θα παραθέσω παρακάτω μία περίληψή του. Επιπλέον περιέχει μια από τις σημαντικότερες αρχές που συναντώνται στα λαϊκά παραμύθια και που δεν αφορά μόνο στην ασθενή μου αλλά επισημαίνει ένα γενικό σημαντικότατο πρόβλημα. Δεν εννοώ τα ζώα που μιλούν – που υπάρχουν συχνά στα παραμύθια – και των οποίων τη συμβουλή πρέπει να ακολουθήσουμε, αλλά ένα ηθικό πρόβλημα, το οποίο εμφανίζεται επίσης συχνά στα παραμύθια. Αλλά πρώτα θα παραθέσω μια περίληψη του παραμυθιού.

«Στην αρχή μαθαίνουμε ότι ένας βασιλιάς έχει έναν έμπιστο υπηρέτη που κάθε βράδι του φέρνει μια σκεπασμένη πιατέλα. Έπειτα ο βασιλιάς μένει για λίγο μόνος του στο δωμάτιό του και αργότερα ο υπηρέτης παίρνει πίσω την πιατέλα. Απαγορεύεται στο υπηρέτη ακόμα και να ανοίξει το καπάκι της πιατέλας. Φυσικά έχει περιέργεια και ένα βράδι το ανοίγει. Βρίσκει μέσα ένα άσπρο φίδι που αναδύει μια τόσο γαργαλιστική μυρωδιά ώστε ο υπηρέτης δεν κρατιέται και δοκιμάζει ένα κομμάτι. Αμέσως μόλις το γεύεται αποκτά την ικανότητα να καταλαβαίνει τις γλώσσες των ζώων κι έτσι ανακαλύπτει το μυστικό του βασιλιά. Την επόμενη μέρα χάνεται το δαχτυλίδι της βασίλισσας και κατηγορείται ο υπηρέτης ως κλέφτης. Εάν δεν το επιστρέψει στη θέση του μέχρι το βράδι θα θανατωθεί. Καθώς περιπλανιέται άσκοπα στην αυλή ακούει μερικές πάπιες να συζητούν. Μια από αυτές λέει ότι ένα δαχτυλίδι που είχε καταπιεί το πρωί της είχε καθίσει στο στομάχι. Χωρίς καθυστέρηση ο υπηρέτης άρπαξε την πάπια και την πήγε στην κουζίνα, όπου ο μάγειρας την άνοιξε και βρήκε το χαμένο δαχτυλίδι. Στον υπηρέτη προσφέρθηκε μια τιμητική θέση στην αυλή αλλά αυτός, ξέροντας ότι έπρεπε να ανακαλύψει κι άλλα πράγματα το ίδιο αξιοθαύμαστα με το φάγωμα του φιδιού, ζήτησε μόνο ένα γρήγορο άλογο και αρκετά χρήματα για να γυρίσει τον κόσμο. Ταξιδεύοντας έφτασε πρώτα σε μια λιμνούλα όπου τρία ψάρια είχαν πιαστεί ανάμεσα στα καλάμια. Τα βοήθησε να επιστρέψουν στο νερό και εκείνα του υποσχέθηκαν ότι θα τον θυμούνται. Έπειτα το άλογό του παραλίγο να πατήσει μια μυρμηγκοφωλιά και τα μυρμήγκια άρχισαν ένα τρομερό θρήνο. Τότε εκείνος το οδήγησε να περπατήσει προσεκτικά γύρω από τη μυρμηγκοφωλιά και τα μυρμήγκια του υποσχέθηκαν κι αυτά ότι θα τον θυμούνται.  Στο τέλος έφθασε μπροστά σε τρία μικρά κοράκια που είχαν πέσει από τη φωλιά τους και κινδύνευαν να πεθάνουν από την πείνα. Τότε θυσίασε το άλογό του για να τα ταϊσει. Κι εκείνα του είπαν ότι θα του δείξουν την ευγνωμοσύνη τους. Συνέχισε το δρόμο του κι έφτασε σε μια μεγάλη πόλη όπου έμαθε ότι η κόρη του βασιλιά ήθελε να παντρευτεί αλλά ο υποψήφιος θα έπρεπε να περάσει μια πολύ δύσκολη δοκιμασία αλλιώς θα πέθαινε. Επειδή η πριγκίπισσα ήταν πολύ όμορφη ο ήρωάς μας αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του. Στην πρώτη δοκιμασία έπρεπε να βρει ένα χρυσό δαχτυλίδι που είχαν ρίξει βαθειά στη θάλασσα. Όλοι τον λυπόντουσαν γιατί πίστευαν ότι θα αποτύχαινε αλλά τότε ήρθαν τα τρία ψάρια και του έφεραν το δαχτυλίδι μέσα σ’ ένα χρυσό όστρακο. Η επόμενη δοκιμασία του ήταν να μαζέψει τους σπόρους από δέκα σακιά κεχρί που είχαν σκορπιστεί σ’ έναν αγρό. Έπρεπε να το κάνει αυτό μέσα σε μια νύχτα χωρίς να λείπει ούτε ένα σπυρί. Τότε ήρθαν τα μυρμήγκια, μάζεψαν τους σπόρους και γέμισαν τα σακιά μέσα σε μια νύχτα. Στο τέλος έπρεπε να κόψει ένα μήλο από το δέντρο της ζωής. Βγήκε από την πόλη απελπισμένος επειδή δεν ήξερε καν πού βρισκόταν αυτό το δέντρο. Ήταν πολύ κουρασμένος και σκεπτόταν να κοιμηθεί στο δάσος όταν ένα μήλο έπεσε στα πόδια του. Τα κοράκια το είχαν κόψει από το δέντρο της ζωής που βρισκόταν στα πέρατα του κόσμου. Έτσι παντρεύεται την πριγκίπισσα και ζει ευτυχισμένος».

Για να ξαναγυρίσω στη φοβική ασθενή μου: αυτές οι αρχέγονες, άχρονες εσωτερικές ζωϊκές πλευρές της είχαν καταπιεστεί ή κατασταλεί έτσι ώστε να μπορεί να ζει μόνο με μια άκαμπτη περσόνα που είχε υιοθετηθεί από το κοινωνικό της περιβάλλον. Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε γιατί αυτό το παραμύθι του λευκού φιδιού ήταν πολύ σημαντικό για κείνη. Την έκανε να σκεφτεί πόσο σημαντικά και βοηθητικά ήταν τα ζώα που περιφρονούσε και φοβόταν, και της έδειξε ότι μερικές φορές, όπως θα συζητήσουμε παρακάτω, μπορεί να αποβεί πολύ χρήσιμο το να παραβλέψει κανείς μερικούς κανόνες και απαγορεύσεις. Επιπλέον άρχισε να ξεδιπλώνεται μέσα της μια θηλυκή σεληνιακή συνειδητότητα. Αυτή ήταν η αρχή ενός μακρού και δύσκολου ταξιδιού, κατά τη διάρκεια του οποίου η παθολογική ακαμψία της χαλάρωσε κι έμαθε να δέχεται τη ζωϊκή πλευρά της θηλυκής της φύσης.

Θα εξετάσω τώρα το θέμα της ηθικής που υπάρχει στο παραμύθι «Το λευκό φίδι» αλλά και σε άλλα παραμύθια. Σύμφωνα με τα συνηθισμένα ηθικά μας κριτήρια συμβαίνει κάτι εντελώς ανήθικο σ’ αυτή την ιστορία. Πρώτα απ’όλα ο πιστός υπηρέτης είναι τόσο περίεργος ώστε παραβαίνει τη βασιλική διαταγή και ξεσκεπάζει την πιατέλα με το λευκό φίδι. Έπειτα σκανδαλίζεται τόσο πολύ από τη μυρωδιά ώστε κλέβει από τον κύριό του ένα κομμάτι από το πολύτιμο φίδι, το τρώει κι έτσι γίνεται ικανός να καταλαβαίνει τη γλώσσα των ζώων όπως ο βασιλιάς. Αντί να τιμωρηθεί για την πράξη του, του προσφέρεται το ανώτερο δημόσιο λειτούργημα επειδή, εξαιτίας των νέων του ικανοτήτων, μπορεί να αντικρούσει την ψευδή κατηγορία της κλοπής του δαχτυλιδιού της βασίλισσας. Κατηγορήθηκε για κάτι που δεν έκανε, ενώ για την κλοπή που είχε κάνει (του κομματιού του φιδιού) ανταμείφθηκε πλουσιοπάροχα. Τέλος, θυσίασε το πιστό του άλογο για να ταϊσει πεινασμένα κοράκια που οι γονείς τους τα είχαν ρίξει από τη φωλιά: τα πουλιά το κάνουν αυτό συχνά όταν οι νεοσσοί τους δεν έχουν αρκετό κουράγιο να αυτονομηθούν. Με αυτή την πράξη τα υιοθετεί: συμπεριφέρεται σα στοργική μητέρα που δίνει από τον εαυτό της στα μικρά της, σε αντίθεση με τον πατέρα των κορακιών, ο οποίος, με το ηλιακό υπερεγώ του, απαιτεί την αυτονόμηση των γιών του. Στο τέλος ανταμείβεται πλουσιοπάροχα για όλα αυτά, και τα ζώα του συμπεριφέρονται τόσο στοργικά όσο τους είχε συμπεριφερθεί εκείνος στο παρελθόν. Εκείνα φέρνουν εις πέρας τις δοκιμασίες που του είχαν ανατεθεί: είναι σαν αυτός να έχει αποκοιμηθεί χωρίς να αναλάβει καμιά πρωτοβουλία. Έτσι γίνεται βασιλιάς στη χώρα της πριγκίπισσας που πόθησε τόσο πολύ.

Η M. L. von Franz  ήταν η πρώτη που επεσήμανε την παράξενη ηθική των παραμυθιών που διαπραγματεύονται το διαβολικό. Περιέγραψε πώς στα παραμύθια μη λογικοί κανόνες, διαφορετικοί από αυτούς που καθορίζονται από την κανονική κοινωνική συνείδηση, έχουν ισχύ στην προσπάθεια καταπολέμησης του κακού. Κατά κάποιο τρόπο μπορεί κάποιος να υπερβεί τα όρια όσο χρειάζεται ώστε να λύσει ένα πρόβλημα με επιτυχία. Τα μέσα μπορεί να είναι τελείως αντιφατικά. Στο παραμύθι «Ο χωρικός κι ο διάβολος», ο χωρικός κάνει μια συμφωνία με το διάβολο, αλλά έπειτα τον ξεγελάει και παίρνει την αμοιβή για την πονηριά του. Τον πρώτο χρόνο ο διάβολος υποχρεώνει το χωρικό να του υποσχεθεί ότι θα του δώσει ο,τιδήποτε φυτρώσει πάνω από τη γη. Τότε ο χωρικός φυτεύει γογγύλια και την επόμενη χρονιά ο διάβολος, έξαλλος, ζητάει ο,τιδήποτε φυτρώνει κάτω από τη γη. Αυτή τη φορά ο χωρικός σπέρνει σιτάρι κάνοντας το διάβολο τρελό από θυμό. Το αντίθετο συναντάμε στο παραμύθι «το αρκουδοτόμαρο». Ο κυνηγός μένει για 10 χρόνια πιστός στη συμφωνία του με το διάβολο, η οποία είναι να μην πλυθεί, να μη χτενιστεί, να μην ξυριστεί, να μην κόψει τα μαλλιά του και να μην αλλάξει ρούχα. Στο τέλος κερδίζει την αμοιβή του από την τήρηση της συμφωνίας. Όπως βλέπετε σ’ ένα παραμύθι, μερικές φορές αξίζει τον κόπο να τηρήσει κανείς μία συμφωνία και άλλες φορές είναι καλύτερα να ξεγελάσει τον συμπαίκτη του με πονηριά. Η von Franz περιγράφει αυτό το φαινόμενο ως ένα είδος φυσικής ηθικής που προσανατολίζεται προς μία επιτυχή πορεία ωρίμανσης ανάμεσα από διάφορες συνθήκες.
Εκτός από τα παραμύθια, η αναλυτική ψυχολογία ανέπτυξε μια περισσότερο διαφοροποιημένη άποψη του τρόπου αντιμετώπισης της συλλογικής συνείδησης που, όμως, έχει σχέση με τη φυσική ηθική. Στην επιστημονική εργασία του σχετικά με τη συνείδηση, ο C. G. Joung μιλούσε ήδη για μία συλλογική ηθική που εμπεριέχεται στα νομοθετήματα, τους νόμους και τους κανόνες μιας κοινωνίας, και για μια άλλη ηθική που αφορά στον Εαυτό (1958). Αυτές οι δύο ηθικές μπορεί να οδηγήσουν σε  μια βίαιη σύγκρουση καθηκόντων. Ο Joung όμως ανέπτυξε την έννοια ενός αυτόνομου εαυτού που αναφέρεται μόνο στο άτομο. Όπως επισημαίνει ο Lesmeister (1993), αυτή η έννοια ανάγεται στη χρονική περίοδο αμέσως μετά από το χωρισμό του Joung από τον Freud, όταν ο πρώτος ένιωθε ότι έχει εγκαταλειφθεί από όλους και ήταν πολύ μόνος. Ως αποτέλεσμα της εμπειρίας του είχε μια συζήτηση δι’ αλληλογραφίας με τον M. Buber, όπου διαφωνούσε σχετικά με την έννοια της σχέσης με τον άλλον και με την απουσία του άλλου. Σύμφωνα με τον Joung (Joung 1972: Letters Vol. II) ο Εαυτός έρχεται σε επαφή με τους άλλους μόνο μέσα στα βάθη του συλλογικού ασυνείδητου, και επειδή αυτός ο Εαυτός είναι η ολότητα της ψυχής και, παραδόξως, είναι επίσης και το κέντρο της καθώς και ο προμηθευτής ενέργειας, είναι δύσκολο να αναδείξει τη σχέση του με το Εγώ. Αυτή είναι η γέφυρα που προσπάθησαν να χτίσουν ο E. Neumann (1949) και ο E. F. Edinger (1972) με την εισαγωγή της έννοιας του «άξονα Εγώ – Εαυτού».
Μου φαίνεται ότι ο M. Stein αντιμετώπισε αυτό το πρόβλημα μ’ ένα πιο κατάλληλο τρόπο στο πρόσφατο βιβλίο του «Ηλιακή Συνείδηση, Σεληνιακή Συνείδηση» (Solar Conscience, Lunar Conscience, 1993), όπου διακρίνει δύο διαφορετικές μορφές συνείδησης. Από τη μια μεριά υπάρχει μια πατριαρχική, ηλιακή συνείδηση που κυριαρχεί ευρέως στην κουλτούρα μας και βασίζεται στις ουράνιες γραφές του πατριαρχικού θεού, και σε ακόμα πιο πρώιμα χρόνια, στον πατριαρχικό ελληνικό Όλυμπο. Φυσικά εμπεριέχει επίσης τους κανόνες, τους νόμους και τις αρχές συμπεριφοράς της κοινωνικής ομάδας ή των κοινωνικών ομάδων μέσα στις οποίες μεγαλώνουν τα παιδιά μας. Από την άλλη μεριά, η μητριαρχική θηλυκή συνείδηση, που ανήκει στη σεληνιακή σφαίρα, και βασίζεται σ’ ένα αίσθημα ευθύνης για όλη τη φύση, στα ένστικτα και στις αρχές της εξατομίκευσης μέσα στη φύση και την κοινωνία, τις οποίες σέβεται, απωθήθηκε στο ασυνείδητο κατά τη διάρκεια των χιλιετιών της πατριαρχικής κουλτούρας που αποκορυφώθηκε με την τεχνολογική επανάσταση. Ίσως η καλύτερη περιγραφή μπορεί να βρεθεί σ’ αυτά που λέει η Jane Ellen Harrison σχετικά με την Ώρα Δίκη (οι Ώρες ήταν κόρες της Θέμιδας):

«(η Δίκη) είναι η προσωποποίηση του εξατομικευμένου τρόπου ζωής που αφορά σε κάθε φυσικό αντικείμενο, σε κάθε φυτό, ζώο, ανθρώπινο ον. Αντιπροσωπεύει επίσης τον τρόπο, τη χρήση, την κανονική πορεία αυτού του μεγάλου ζώου, του Σύμπαντος, όπως εκδηλώνεται μέσα από τις εποχές και μέσα από τον κύκλο της ζωής και του θανάτου της χλωρίδας. Και όταν γίνεται αντιληπτό ότι αυτοί οι κύκλοι της ζωής εξαρτώνται από τις κινήσεις και τις επιδράσεις των ουρανίων σωμάτων, η Δίκη εκδηλώνεται μέσα από την ανατολή και τη δύση των αστερισμών, μέσα από τη χάση και τη φέξη της Σελήνης και μέσα από την ημερήσια και ετήσια διαδρομή του Ήλιου».
(Harrison 1912, p. 517)

Στον αγώνα μας εναντίον της ανασφάλειας και των κινδύνων της φύσης, και στην προσπάθειά μας να επιμηκύνουμε τη ζωή μας όσο το δυνατόν περισσότερο, χάσαμε και εξακολουθούμε να χάνουμε τη φυσική τάση να μένουμε ενσωματωμένοι στα ένστικτά μας και στη Μεγάλη Μητέρα. Όπως ο ασθενής που αναφέρθηκε παραπάνω, είμαστε παραγεμισμένοι με συγκεκριμένες γνώσεις και με κοινωνικές και ατομικές αρχές, που μας επιβάλλουν πώς να φερόμαστε, ακόμα και πώς να σκεφτόμαστε. Αυτή η απρόσωπη γνώση έρχεται αντιμέτωπη με το αιώνιο ζώο που έχουμε μέσα μας, με τα ένστικτά του, τα ενστικτώδη κατάλοιπα, τις διαισθήσεις, και, συχνά, με τις αισθήσεις και τα συναισθήματα. Το καταπιέζει και το εμποδίζει από το να παίξει έναν υγιή ρόλο στις ζωές μας.

Μερικές φορές όμως κρύβονται παραμύθια μέσα σ’ ένα όνειρο και είναι δύσκολο να τα αναγνωρίσουμε. Μια ασθενής που έπασχε από σοβαρή ψυχωσική υστερία είδε ένα τρομακτικό όνειρο μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αναλυτικής θεραπείας.

«Σ’ ένα θαμπό υπόγειο υπήρχε ένα ξύλινο δοκάρι, κι ένας δήμιος έφερε τον πρώην σύζυγό της, με τον οποίο είχε σοβαρά προβλήματα και ο οποίος την είχε κακοποιήσει με βάναυσο σαδιστικό τρόπο. Έδεσαν τα χέρια του στο δοκάρι και ο δήμιος τα έκοψε».

Η ασθενής μου ξύπνησε από αυτό το όνειρο λουσμένη στον ιδρώτα. Φυσικά ο πρώτος μου συνειρμός ήταν ότι αυτό το όνειρο ήταν μια έκφραση της μεγάλης της επιθετικότητας απέναντι στον πρώην σύζυγό της, και από γενετικής απόψεως, απέναντι στον πατέρα της και στους άνδρες γενικότερα. Όμως η ασθενής μου γνώριζε συνειδητά την επιθετικότητά της και κατά τη διάρκεια της ανάλυσής της είχε μιλήσει επανειλημμένα γι’ αυτή μ’ ένα συγκινητικά εμπιστευτικό τρόπο. Ως συνήθως, εγώ αρχικά περίμενα να ακούσω τους δικούς της συνειρμούς σχετικά με το όνειρό της. Με εξέπληξε όταν άρχισε να μιλάει ζωηρά λέγοντάς μου ότι το όνειρό της, της θύμιζε το παραμύθι «το κορίτσι με τα κομμένα χέρια». Θυμόταν αμυδρά ότι όταν ήταν παιδί αυτό ήταν το αγαπημένο της παραμύθι. Επειδή αυτή η ασθενής ήταν πολύ άρρωστη για να μπορεί να διαβάζει με συνοχή και επιπλέον δεν είχε τη συλλογή παραμυθιών των αδελφών Grimm, έψαξα το παραμύθι και της το διάβσα στην επόμενη συνεδρία. Η ασθενής μου βίωσε την ανάγνωσή μου σαν θερμό κράτημα σε μητρικό περιέχον, κάτι που ποτέ δεν είχε νιώσει με τη μάλλον ψυχρή μητέρα της, που νοιαζόταν περισσότερο για την αδελφή της. Επιπλέον, σε πολλά αναπτυξιακά περάσματα του παραμυθιού μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό της, την εσωτερική της κατάσταση και γεγονότα από τη ζωή της, και να τα βιώσει με καινούργιο τρόπο (έγραψα σχετικά με αυτή την περίπτωση με περισσότερες λεπτομέρειες στο βιβλίο μου Gelebte Märchen (1991).)    

Ένα άλλο παράδειγμα της σπουδαιότητας των παραμυθιών στην ψυχοθεραπεία είναι η απευθείας ύπαρξη ενός παραμυθιού μέσα σ’ ένα σύμπτωμα. Συνάντησα την πιο αξιοσημείωτη περίπτωση σχετικά με αυτό το φαινόμενο πριν από 25 χρόνια. Μία εκπαιδευομένη σε μια ομάδα εποπτείας παιδοψυχολόγων έφερε την περίπτωση ενός δεκάχρονου αγοριού που είχε το παράξενο σύμπτωμα να σπάει τζάμια παραθύρων με την παλάμη του χεριού του. Άπλωνε την παλάμη του πάνω στο τζάμι με τεντωμένα δάχτυλα και πίεζε μέχρι να σπάσει το τζάμι. Όλοι εκπλαγήκαμε από αυτό και δοκιμάσαμε να το κάνουμε κι εμείς, αλλά κανείς μας, όσο κι αν έσπρωξε, δε μπόρεσε να σπάσει το τζάμι όπως το αγόρι. Ίσως ένας οικοδόμος να τα κατάφερνε αλλά στο κάτω κάτω το αγόρι ήταν μόνο 10 χρονών και όχι πολύ δυνατό, όπως επεσήμανε η θεραπεύτριά του. Το αγόρι ανατράφηκε σ’ ένα ίδρυμα. Η μητέρα του το είχε εγκαταλείψει σε μικρή ηλικία σ’ ένα ορφανοτροφείο και μετά δε νοιάστηκε πολύ γι’ αυτό. Όταν άρχισε τη θεραπεία του φοιτούσε ήδη σ’ ένα ειδικό σχολείο αλλά το σχολείο δεν ήθελε να τον κρατήσει άλλο επειδή τα πολλά σπασμένα παράθυρα επιβάρυναν τον προϋπολογισμό. Κατά τη διάρκεια των συνεδριών του ήταν πολύ ήσυχος και ήρεμος , και πάντα έπαιζε μόνος του. Οι προσπάθειες της θεραπεύτριάς του να ανοίξει συζήτηση μαζί του και να εγκαταστήσει σχέση ήταν άκαρπες. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τα μέλη της ομάδας εποπτείας και εγώ δεν ξέραμε τι να κάνουμε, μέχρι που, διαισθητικά, έριξα την ιδέα να τον ρωτήσει η θεραπεύτριά του αν ξέρει κάποιο παραμύθι. Η θεραπεύτρια ήρθε στην επόμενη συνάντηση μάλλον αμήχανη και μας είπε ότι το παιδί της είχε απαντήσει ότι ξέρει «τους μουσικούς της Βρέμης» και ότι αγαπούσε ιδιαίτερα αυτό το παραμύθι. Παρόλο που το παραμύθι είναι γνωστό, θα δώσω μια περίληψη:

«Τα κεντρικά πρόσωπα είναι ένας γάιδαρος, ένας σκύλος, μια γάτα κι ένας κόκορας. Και τα τέσσερα ζώα ήταν γέρικα και δε χρησίμευαν πια στους ιδιοκτήτες τους, που δεν τα ήθελαν και γι’ αυτό τα έδιωξαν. Τα ζώα συναντήθηκαν στο δρόμο κι αποφάσισαν να πάνε στη Βρέμη να γίνουν μουζικάντες. Όταν σκοτείνιασε έφτασαν σ’ ένα δάσος και βρήκαν ένα φωτισμένο σπίτι. Κοίταξαν από το παράθυρο και είδαν μερικούς κλέφτες να κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και να τρώνε νόστιμα φαγητά. Τότε ο σκύλος ανέβηκε πάνω στο γάιδαρο, η γάτα πάνω στο σκύλο και ο κόκορας πάνω στη γάτα, κι άρχισαν να παίζουν την ηχηρή μουσική τους: γκάριξαν, γάβγισαν, νιαούρισαν κι έκραξαν, και σπάζοντας το τζάμι μπήκαν όλα μαζί στο δωμάτιο. Οι κλέφτες τρόμαξαν τόσο πολύ που τόσκασαν στο δάσος. Τότε τα ζώα κάθισαν στο τραπέζι και διασκέδασαν. Αργότερα, το βράδι, όταν όλα ήταν σιωπηλά, ένας από τους κλέφτες τόλμησε να γυρίσει πίσω για να δει τι είχε συμβεί στο σπίτι. Στην κουζίνα καθόταν η γάτα. Με γουρλωμένα μάτια, πήδηξε πάνω στο πρόσωπό του και τον γρατζούνισε, κι όταν εκείνος βγήκε τρέχοντας από το σπίτι, ο σκύλος του δάγκωσε το πόδι. Ο γάιδαρος του έδωσε μια γερή κλωτσιά με τα πισινά του πόδια, ρίχνοντάς τον στο σωρό της κοπριάς, ενώ ο κόκορας, πάνω από το δοκάρι, έκραξε ένα δυνατό κουκουρίκου. Ο κλέφτης έτρεξε στους φίλους του και τους είπε ότι στο σπίτι υπάρχουν μάγισσες και τέρατα κι έτσι δεν τόλμησαν να ξαναγυρίσουν ποτέ εκεί. Τότε τα ζώα αποφάσισαν να μείνουν εκεί και να ζήσουν με ηρεμία κι ευτυχία».

Όπως μπορούμε να δούμε, η αρχή του παραμυθιού αντανακλά την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το αγόρι. Είχε κι αυτός διωχθεί από το σπίτι του και ήταν εμφανές ότι ένιωθε αβοήθητος και συναισθηματικά πεινασμένος. Όπως και στο παραμύθι, προσπαθούσε να δώσει τέλος στην περιπλάνησή του σπάζοντας το τζάμι ενός παραθύρου. Αυτό ήταν η κραυγή του για θαλπωρή και ικανοποίηση. Καθώς τώρα πια γνώριζε το ασυνείδητο υπόβαθρο του συμπτώματός του αγοριού, η θεραπεύτρια μπόρεσε να δημιουργήσει μια κατάσταση η οποία επέτρεπε στο αγόρι να βιώσει σταδιακά την ανθρώπινη ζεστασιά και να νιώσει πιο ασφαλές. Επιπλέον το αγόρι μπόρεσε να συνδέσει το σύμπτωμά του με το παραμύθι, να δει ότι το σπάσιμο του τζαμιού ήταν μάταιο και να το εγκαταλείψει.

Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι η σχέση μεταξύ του παραμυθιού που ο ασθενής προτιμούσε στην παιδική του ηλικία και των νευρωτικών συμπτωμάτων, των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας, των τρόπων συμπεριφοράς και βιώματος και συχνά με την πορεία όλης του της ζωής.
Στο 1967b έγραψα για πρώτη φορά σχετικά με αυτό το φαινόμενο δίνοντας διάφορες περιγραφές περιπτώσεων. Από τότε αφιέρωσα σ’ αυτό το θέμα πολύ από το χρόνο μου και ιδιαίτερα από τότε που σχεδόν το 80% των πελατών μου έφερνε στην επιφάνεια ένα αγαπημένο παραμύθι, που το δούλευε κατά την ανάλυση. Μερικές φορές ήταν σ’ ένα μάλλον προχωρημένο στάδιο της ανάλυσης που οι πελάτες μου έφερναν ένα τέτοιο παραμύθι σε μια συνεδρία. Στα βιβλίο μου Gelebte Märchen (1991), περιέγραψα λεπτομερώς διάφορες περιπτώσεις. Θα σας δώσω μία σύντομη περιγραφή ενός περιστατικού που δεν εμπεριέχεται στο βιβλίο:
Πρόκειται για ένα 48χρονο ασθενή ο οποίος είχε μετακομίσει από την περιοχή του Rhine-Main στο Βερολίνο λίγο πριν από την έναρξη της ανάλυσής του. Το αγαπημένο του παραμύθι αναδύθηκε σχεδόν ένα χρόνο μετά από την έναρξη της θεραπείας του, όταν μίλησε για τους παππούδες του και ειδικά για τον παππού που αγαπούσε περισσότερο. Όταν ήταν μικρός, ο παππούς του του έλεγε πολλά παραμύθια. Εκείνο που του άρεσε περισσότερο και ήθελε να το ακούει πολλές φορές ήταν το «Μπάρμπα Σκαμπ» από τη συλλογή των αδελφών Grimm. Αυτό το παραμύθι δεν είναι πολύ γνωστό γι’ αυτό θα δώσω μια περίληψη πριν να κάνω μερικούς παραλληλισμούς με τους τρόπους συμπεριφοράς και βιώματος του πελάτη μου. Η υπόθεση έχει ως εξής:

«Ένας ισχυρός βασιλιάς έφερε εις πέρας ένα πόλεμο και απέλυσε τους στρατιώτες του, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Μπαρμπα Σκαμπ. Ο Μπαρμπα Σκαμπ πήρε για αποζημίωση ένα καρβέλι ψωμί από σίκαλη και τέσσερα χρυσά νομίσματα, κι έφυγε. Μετά από λίγο συνάντησε στο δρόμο ένα ζητιάνο που δεν ήταν άλλος από τον Άγιο Πέτρο μεταμφιεσμένο σε στρατιώτη που ζητιανεύει. Ο Μπαρμπα Σκαμπ, καλόκαρδος όπως ήταν, του έδωσε το ένα τέταρτο από το ψωμί του και το ένα χρυσό νόμισμα. Το ίδιο συνέβη άλλες δύο φορές και ο Μπαρμπα Σκαμπ συμπεριφέρθηκε όπως την πρώτη φορά. Με το τελευταίο τέταρτο ψωμιού και το τελευταίο του νόμισμα μπήκε σ’ ένα πανδοχείο, πήρε ένα ποτήρι μπύρα κι έφαγε το ψωμί του. Μόλις βγήκε από το πανδοχείο ξανασυνάντησε το ζητιάνο, αλλά αυτή τη φορά του είπε ότι είναι απένταρος. Ο Άγιος Πέτρος του είπε ότι δεν πείραζε και ότι γνώριζε μερικά πράγματα σχετικά με την τέχνη της θεραπείας. Αυτό θα τους βοηθούσε να τα βγάλουν πέρα. Λίγο αργότερα έφτασαν σ’ ένα αγρόκτημα. Μπροστά στο σπίτι μια γυναίκα έκλαιγε επειδή ο άντρας της είχε πεθάνει. Ο Άγιος Πέτρος τον άλειψε με μια αλοιφή και έγινε καλά. Η γυναίκα του αγρότη θέλησε να του δώσει ένα πρόβατο από ευγνωμοσύνη γι’ αυτό που είχε κάνει αλλά ο Άγιος Πέτρος το αρνήθηκε. Όμως ο Μπαρμπα Σκαμπ το πήρε και το πήγε σ’ ένα ξέφωτο για να το ψήσουν. Ο Μπαρμπα Σκαμπ υποσχέθηκε να το ψήσει και να το μοιράσει δίκαια. Εντωμεταξύ ο Άγιος Πέτρος πήγε για ένα περίπατο. Όταν το αρνί ήταν έτοιμο ο Άγιος Πέτρος δεν είχε επιστρέψει ακόμα. Μύριζε όμως τόσο ωραία που έκανε τον Μπαρμπα Σκαμπ να του τρέχουν τα σάλια και δε μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό να κόψει το καλύτερο κομμάτι, την καρδιά, και να τη φάει. Όταν επέστρεψε ο Άγιος Πέτρος είπε ότι δεν πεινούσε και ότι ήθελε μόνο την καρδιά. Ο Μπαρμπα Σκαμπ μπορούσε να έχει όλο το υπόλοιπο. Τότε ο Μπαρμπα Σκαμπ άρχισε να ψάχνει απεγνωσμένα την καρδιά που δεν υπήρχε. Στο τέλος έπεισε τον Άγιο Πέτρο ότι τα μικρά αρνιά δεν έχουν καρδιά. Έτσι ο Άγιος Πέτρος δεν έφαγε τίποτα ενώ ο Μπαρμπα Σκαμπ έφαγε όσο περισσότερο μπορούσε και ύστερα φύλαξε το υπόλοιπο. Λίγο αργότερα έφτασαν σ’ ένα ποτάμι. Ο Άγιος Πέτρος μπόρεσε να το περάσει επειδή το νερό ήταν ήρεμο. Βλέποντάς το αυτό, ο Μπαρμπα Σκαμπ προχώρησε κι εκείνος θαρρελέα μέσα στο νερό αλλά ο Άγιος Πέτρος το τάραξε και ρώτησε το Μπαρμπα Σκαμπ αν είχε φάει την καρδιά. Ακόμα κι όταν το νερό έφτασε στο στόμα του, ο Μπαρμπα Σκαμπ το αρνιόταν μέχρι που ο Άγιος Πέτρος, μη θέλοντας να τον πνίξει, έκανε το νερό να χαμηλώσει πάλι. Έπειτα πήραν πάλι το δρόμο τους κι έφτασαν σ’ ένα βασίλειο. Η κόρη του βασιλιά ήταν ετοιμοθάνατη. Ο Μπαρμπα Σκαμπ πίεζε τον Άγιο Πέτρο να βιαστούν να πάνε εκεί, αλλά ο Άγιος Πέτρος περπατούσε με την ησυχία του, κι όταν έφτασαν, η άρρωστη είχε πεθάνει. Στις κατηγορίες του συντρόφου του, ο Άγιος Πέτρος είπε ότι μπορούσε να την ξαναφέρει στη ζωή. Όταν βρέθηκαν μόνοι στο δωμάτιο της νεκρής πριγκίπισσας, ο Άγιος Πέτρος ζήτησε να του φέρουν μια μεγάλη λεκάνη βραστό νερό, της έκοψε όλα τα μέλη, τα έριξε μέσα στο νερό και περίμενε μέχρι να ξεχωρίσει η σάρκα από τα κόκκαλα. Έπειτα έβαλε τα κόκκαλα στη φυσική τους θέση και είπε 3 φορές: «στο όνομα της Αγίας Τριάδας, νεκρό κορίτσι αναστήσου!». Την τρίτη φορά η πριγκίπισσα σηκώθηκε και ήταν τόσο όμορφη και ζωντανή όπως και πριν. Πάλι ο Άγιος Πέτρος αρνήθηκε να πάρει αμοιβή αλλά ο Μπαρμπα Σκαμπ γέμισε το σάκκο του με τα χρυσά νομίσματα που του έδωσε ο βασιλιάς.
Όταν έφτασαν σ’ ένα δάσος ο Άγιος Πέτρος είπε ότι έπρεπε να μοιράσουν το χρυσάφι και το μοίρασε σε 3 μέρη. Βλέποντας τη γεμάτη απορία έκφραση του Μπαρμπα Σκαμπ, είπε ότι το ένα μερίδιο ήταν για το Μπαρμπα Σκαμπ, το άλλο ήταν δικό του και το τρίτο ήταν για κείνον που είχε φάει την καρδιά του αρνιού. Ο Μπαρμπα Σκαμπ πήρε αμέσως και το τρίτο μερίδιο, αφού παραδέχθηκε τη λαιμαργία του. Όμως ο Άγιος Πέτρος σταμάτησε να περπατάει μαζί του. Ο Μπαρμπα Σκαμπ ήταν ικανοποιημένος με τον τρόπο που είχαν τακτοποιηθεί τα πράγματα και έλεγε μέσα του: «τι δουλειά έχω εγώ μ’ ένα τέτοιον άγιο;». Η τύχη τόφερε ο Μπαρμπα Σκαμπ να βρεθεί σ’ ένα άλλο βασίλειο όπου μια πριγκίπισσα είχε πεθάνει. Όπως ο Άγιος Πέτρος, Μπαρμπα Σκαμπ προσπάθησε να την ξαναφέρει στη ζωή. Αλλά αφού έβαλε τα κόκκαλα στη θέση τους δε θυμόταν τα σωστά λόγια και όλες οι προσπάθειές του να την ξαναζωντανέψει ήταν ανώφελες. Όταν ο Μπαρμπα Σκαμπ απελπίστηκε τελείως, ο Άγιος Πέτρος εμφανίστηκε, μπαίνοντας από το παράθυρο, και τον βοήθησε. Ο Μπαρμπα Σκαμπ όμως έπρεπε να υποσχεθεί ότι δε θα δεχόταν καμιά αμοιβή. Παρόλα αυτά, κάνοντας μια μικρή πονηριά, ο Μπαρμπα Σκαμπ έπεισε το βασιλιά να του γεμίσει το σάκο με χρυσάφι. Στην εξώπορτα ο Άγιος Πέτρος του είπε ότι το χρυσάφι δε θα διαρκέσει για πολύ αλλά, καθώς δεν ήθελε να τον βλέπει να υποφέρει, θα έδινε στο σάκο του τη δύναμη να περιέχει κάθε τι που ο Μπαρμπα Σκαμπ θα έβαζε στη σκέψη του. Έτσι ο Μπαρμπα Σκαμπ συνέχισε μόνος το ταξίδι του. Όταν του τελείωσαν τα χρήματα, κάθισε σ’ ένα πανδοχείο και ευχήθηκε να βρεθεί μέσα στο σάκο του η ψητή χήνα. Δύο ταξιδιώτες που είχαν έρθει μετά από κείνον υποχρεώθηκαν να πληρώσουν για τη χήνα.
Από κει ο Μπαρμπα Σκαμπ έφτασε σ’ ένα πανώριο, μαγεμένο κάστρο, από όπου κανείς από όσους είχαν κοιμηθεί εκεί δεν είχε φύγει ζωντανός. Ωστόσο ο Μπαρμπα Σκαμπ θέλησε να δοκιμάσει την τύχη του. Το βράδι εννιά άσχημοι διάβολοι μπήκαν στο δωμάτιο, μαζεύτηκαν γύρω του κι άρχισαν να τον βασανίζουν. Όταν ο Μπαρμπα Σκαμπ έκρινε ότι το παράκαναν, ευχήθηκε να βρεθούν στο σάκο του κι έπειτα ξάπλωσε να κοιμηθεί για να ξεκουραστεί. Το πρωί πήγε σ’ ένα σιδερά και τον έβαλε να χτυπήσει το σάκο του με μια βαριοπούλα ώσπου οι διάβολοι έβγαλαν τρομερές κραυγές και κλάμματα. Έτσι, όταν άνοιξε το σάκο του, σκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο Μπαρμπα Σκαμπ συνέχισε το ταξίδι του στον κόσμο μέχρι που κουράστηκε πια πολύ. Ρώτησε έναν ερημίτη πώς θα μπορούσε να μπει στη Βασιλεία των Ουρανών. Ο ερημίτης απάντησε ότι υπήρχαν δύο δρόμοι: ο ένας ήταν φαρδύς και άνετος αλλά οδηγούσε στην κόλαση. Ο άλλος ήταν απότομος, στενός και δύσκολος, αλλά οδηγούσε στον Παράδεισο. Στην αρχή, ο Μπαρμπα Σκαμπ πήρε φυσικά το φαρδύ, άνετο δρόμο και έφτασε στη θλιβερή, μαύρη πόρτα της Κόλασης. Όταν χτύπησε την πόρτα έτυχε να είναι φύλακας ο νεαρός διάβολος που είχε δραπετεύσει μελανιασμένος από το σάκο του. Του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα και είπε στους άλλους να μην αφήσουν ποτέ αυτό τον άνθρωπο να μπει μέσα. Έτσι ο Μπαρμπα Σκαμπ έπρεπε να πάρει το στενό δρόμο. Μπροστά από την Πύλη του Παραδείσου συνάντησε τον Άγιο Πέτρο, που κούνησε το κεφάλι του και του εξήγησε ότι δε μπορούσε να μπει. Όμως ο Μπαρμπα Σκαμπ είχε μια ιδέα. Είπε στον Άγιο Πέτρο: «αν δε με θέλεις, πάρε πίσω το σάκο σου. Δεν τον χρειάζομαι άλλο». Τον πέρασε από τα κάγκελα και ο Άγιος Πέτρος τον κρέμασε στο κάθισμά του. Χωρίς αργοπορία, ο Μπαρμπα Σκαμπ ευχήθηκε να βρεθεί ο ίδιος μέσα στο σάκο κι έτσι, τελικά, κατάφερε να μπει στον Παράδεισο. Κι ο Άγιος Πέτρος ήταν υποχρεωμένος να τον αφήσει να μείνει!».   
  
Στο σημείο αυτό θάθελα να κάνω κάποιους παραλληλισμούς μεταξύ του παραμυθιού και της ζωής του ασθενή μου. Ο πατέρας του, που είχε φτωχή καταγωγή, είχε καταφέρει να φτιάξει ένα αποδοτικό εργοστάσιο μετά τον πόλεμο. Ήταν ένας απόλυτος κι αυταρχικός άνθρωπος, και ο ασθενής μου, που ήταν ο μεγαλύτερος από τα τρία παιδιά του, του ήταν τελείως υποταγμένος. Η μητέρα ήταν αβοήθητη και είχε συνεχώς προβλήματα υγείας. Περνούσε πολύ από το χρόνο της σε σανατόρια και νοσοκομεία. Ο ασθενής μου, επειδή ήταν ο μεγαλύτερος γιος, ήταν υποχρεωμένος να αναλάβει μια μέρα το εργοστάσιο, αφού πρώτα έχει σπουδάσει οικονομικά. Όμως στην πραγματικότητα δεν ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο γι’ αυτή τη δουλειά επειδή έκλινε περισσότερο στις καλές τέχνες. Σε μια αργοπορημένη εξέγερση εναντίον του πατέρα του, σε ηλικία 17 ετών, άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα ζωγραφικής σ’ ένα κέντρο εκπαίδευσης ενηλίκων. Με αυτό τον τρόπο ήρθε σε επαφή με ένα κύκλο νέων καλλιτεχνών, άφησε μακριά μαλλιά, παραμέλησε τα μαθήματα του σχολείου και επέστρεφε συχνά στο σπίτι αργά τη νύχτα, μερικές φορές πιωμένος. Ένα χρόνο πριν την αποφοίτησή του από το σχολείο η συμπεριφορά του τον οδήγησε σε μια σοβαρή φιλονικία με τον πατέρα του. Του εξήγησε ότι δεν ήθελε να γίνει επιχειρηματίας αλλά ήθελε να μελετήσει καλές τέχνες σ’ ένα κολλέγιο. Ο πατέρας του θύμωσε πολύ, τον αποκλήρωσε και χωρίς δεύτερη κουβέντα τον πέταξε έξω από το σπίτι. Ο πελάτης μου μετακόμισε σε μια άλλη πόλη. Κέρδιζε ένα πενιχρό μισθό που συχνά τον μοιραζόταν μ’ ένα φίλο του που βρισκόταν στην ίδια κατάσταση. Αποφοίτησε από το σχολείο αλλά δεν έγινε δεκτός από τη σχολή καλών τεχνών. Εδώ βρίσκουμε ένα καθαρό παραλληλισμό με την αρχή του παραμυθιού, όπου ο φτωχός απολυμένος στρατιώτης μοιράζεται τα υπάρχοντά του με άλλους. Εντωμεταξύ ο πελάτης μου γνωρίστηκε μ’ έναν επιτυχημένο εναλλακτικό θεραπευτή – τον δικό του Άγιο Πέτρο - ο οποίος τον προσέλαβε ως βοηθό και συγχρόνως τον εκπαίδευσε. Αργότερα ο πελάτης μου πέρασε κάποιες εξετάσεις και έγινε ο ίδιος εναλλακτικός θεραπευτής.
Μετακόμισε σε άλλη πόλη και άνοιξε το γραφείο του σε μια φτωχή συνοικία όπου έμεναν πολλοί αλλοδαποί, και κάπως τα κατάφερνε. Αντίθετα με τον πατέρα του που ήταν τσιγγούνης, αυτός δεν έδινε μεγάλη σημασία στα χρήματα. Είχε την τάση να τα σπαταλά, όπως ο Μπαρμπα Σκαμπ. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού ερωτεύτηκε μια όμορφη πλούσια κοπέλα, μια πριγκίπισσα, αλλά εκείνη ζούσε σε μια πόλη διακόσια χιλιόμετρα μακρύτερα από τη δική του πόλη. Μετακόμισε πάλι, αλλά αυτή τη φορά εγκαταστάθηκε ανάμεσα σε πλούσιους ανθρώπους που γέμισαν το σάκο του με χρυσάφι. Όμως ο έρωτάς του για την κοπέλα ατόνησε και επιπλέον έκανε κάποια σημαντικά επαγγελματικά ατοπήματα που κατέστρεψαν τη φήμη του. Για να το παρομοιάσουμε με το παραμύθι, δεν έβαλε τα κόκαλα στη σωστή σειρά. Εγκατέλειψε και αυτή την πόλη. Αυτή τη φορά κατευθύνθηκε προς τη βόρεια Γερμανία και για κάποια χρόνια μετακόμιζε ακούραστα από τη μια πόλη στην άλλη. Οι σχέσεις του με τις γυναίκες ήταν πάντα σύντομες, όπως η σχέση που είχε με την πρώτη κοπέλα. Μόλις κατάφερνε να εμπνεύσει τον έρωτα σε μια γυναίκα, τόβαζε στα πόδια. Γινόταν απαθής προς τη γυναίκα και έφευγε από τη σχέση. Κατά τη θεραπεία φάνηκε ότι αυτό οφειλόταν σ’ ένα πολύ αρνητικό μητρικό σύμπλεγμα. Ο αναγνώστης θα έχει επισημάνει ότι το παραμύθι διαφέρει από τα συνηθισμένα μοτίβα των παραμυθιών όπου ο ήρωας σώζει μια πριγκίπισσα που είναι άρρωστη ή είναι αιχμάλωτη ενός δράκου ή ενός κακού πνεύματος, και έπειτα την παντρεύεται και γίνεται κληρονόμος του γερο-βασιλιά. Ο ήρωας ενός τέτοιου παραμυθιού πρέπει να περάσει από μια πολύ δύσκολη δοκιμασία, όπως το να φέρει το αθάνατο νερό ή τις τρεις χρυσές τρίχες του δαίμονα, αλλά ως ανταμοιβή παντρεύεται πάντα την πριγκίπισσα και κληρονομεί το βασίλειο. Αυτό συμβολίζει μια επιτυχή διαδικασία εξατομίκευσης. Το παλαιό επίπεδο συνειδητότητας αντικαθίσταται από ένα καινούργιο το οποίο είχε μέχρι τότε αγνοηθεί. Ο ήρωας που αναλαμβάνει ένα ταξίδι ζωής χωρίς ποτέ να πάρει μια ανάλογη αμοιβή για τις προσπάθειές του είναι μια εξαίρεση.
Στο τέλος ο πελάτης μου ήρθε στο Βερολίνο. Η θεραπεία του είχε αρχίσει μερικά χρόνια πριν. Εκείνο τον καιρό η πόλη ήταν ακόμα χωρισμένη. Ήρθε σε επαφή μαζί μου επειδή υπέφερε από σοβαρή κατάθλιψη και αίσθημα μοναξιάς που δεν μπορούσε πια να καλύψει πίσω από την εξωστρεφή, ελαφρώς μανιακή του ζωντάνια. Του είπα από το τηλέφωνο ότι δεν είχα κάνει καθόλου διακοπές και ότι δεν μπορούσα να πάρω άλλους ασθενείς για τα επόμενα χρόνια. Αλλά δεν εξέλαβε την άρνησή μου ως απάντηση και επέμενε να έχει μια συνάντηση μαζί μου επειδή, όπως είπε, είχε εντυπωσιαστεί από τα βιβλία μου. Όλες μου οι αντιρρήσεις πήγαν χαμένες, και τελικά ζήτησε να με δει μόνο για μια ώρα. Είπε ότι αυτό ίσως να τον βοηθούσε πολύ. Συμφώνησα, και μέσα σ’ αυτή τη μία ώρα γνώρισα ένα ελκυστικό, ευαίσθητο και χαρισματικό άτομο που ήταν πρόθυμο να εργαστεί πάνω στο ασυνείδητο. Μου πήρε μια εβδομάδα να σκεφτώ το θέμα. Τελικά αποφάσισα να τον αναλάβω και η θεραπεία έγινε πολύ αποδοτική. Κατά κάποιο τρόπο είχε κρεμάσει το σάκο του στην αναλυτική πολυθρόνα μου και είχε ευχηθεί να βρεθεί μέσα σ’ αυτόν.
Λόγω του περιορισμένου χώρου θα τελειώσω με αυτό το παράδειγμα. Φυσικά υπάρχουν πολλοί άλλοι τρόποι χρήσης των παραμυθιών στην ψυχοθεραπεία, για παράδειγμα στην καθοδηγούμενη φαντασία. Επιπλέον, τα παραδείγματα που ανέφερα μπορούν να ενισχυθούν με πολλούς τρόπους αλλά για να γίνει αυτό θα παραπέμψω τον αναγνώστη στα βιβλία μου και στις εργασίες άλλων συγγραφέων, τους οποίους έχω παραθέσει. 

Πηγή: http://www.synthesi.com.gr