Τα τρία χρυσά αυγά.

(Βιρμανία)

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας ξυλοκόπος που από την αυγή μέχρι το σούρουπο έκοβε ξύλα και πήγαινε στην πόλη να τα πουλήσει. Το βράδυ γύριζε κατάκοπος στο σπίτι του φέρνοντας μαζί του ένα καρβέλι ψωμί και όσα τρόφιμα είχε καταφέρει να αγοράσει με τα λιγοστά χρήματα που είχε κερδίσει.Μια νύχτα του χειμώνα ο ξυλοκόπος κοιμήθηκε βαθιά και είδε ένα παράξενο όνειρο: βρισκόταν στην καρδιά του δάσους, μπροστά από ένα αιωνόβιο δέντρο που είχε χαμηλά στον κορμό του μια μεγάλη κουφάλα. Μια όμορφη νεράιδα καθόταν στην είσοδο της κουφάλας κι έπλεκε ένα στεφάνι από αγριολούλουδα και κισσό. Γύρισε το πρόσωπό της και τον κοίταξε χαμογελώντας του με καλοσύνη. Ύστερα το όνειρο έσβησε αφήνοντας στη θέση του μια γλυκιά ανάμνηση. 

Το άλλο πρωί ο ξυλοκόπος αποφάσισε να ψάξει να βρει το δέντρο που είχε δει στον ύπνο του. Σαν πήγε στο δάσος προχώρησε μακρύτερα από άλλες φορές και βρέθηκε σ’ ένα σημείο όπου δεν είχε πάει ποτέ. Εκεί τα δέντρα ήταν πανύψηλα, με χοντρούς, ροζιασμένους κορμούς, σκεπασμένους με μούσκλια και κισσό, πράγμα που έδειχνε ότι είχαν φυτρώσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Καθώς έψαχνε να βρει ανάμεσά τους κανένα ασθενικό ή μισοξεραμένο δέντρο, κατάλληλο για καυσόξυλα, ο ξυλοκόπος αντίκρισε ένα δέντρο που έμοιαζε μ’ εκείνο της νεράιδας που είχε ονειρευτεί την περασμένη νύχτα. Ήταν μεγάλο σε ηλικία μα φαινόταν εύρωστο, με πυκνά γερά κλαδιά που έκρυβαν φωλιές πουλιών κάτω από τα φυλλώματά τους, και με στριφογυριστές ρίζες που σχημάτιζαν μια μεγάλη κουφάλα στα πόδια του. Ο ξυλοκόπος πίστεψε πως αυτό ήταν το σπίτι της νεράιδας, γι’ αυτό, γεμάτος σεβασμό, ένωσε τα χέρια του, υποκλίθηκε και είπε: 
-Καλή σου μέρα, Κυρά μου!
Έπειτα έφτιαξε ένα μπουκέτο με αγριολούλουδα και το άφησε μέσα στην κουφάλα.
Από τότε, κάθε φορά που βρισκόταν στο δάσος, επισκεπτόταν το δέντρο της νεράιδας. Είχε καθαρίσει την κουφάλα και την είχε στολίσει με κουρελάκια από πολύχρωμα υφάσματα που είχαν περισσέψει από τις φορεσιές που έραβε η γυναίκα του για τις κυράδες της πόλης. Συχνά άφηνε μέσα στην κουφάλα μπουκέτα από ανεμώνες, μαργαρίτες και παπαρούνες, αν ήταν άνοιξη, ή από κυκλάμινα αν ήταν φθινόπωρο. Μερικές φορές άφηνε μια φούχτα καρύδια ή αμύγδαλα και λίγα φρούτα. Παρόλο που δεν είχε δει ποτέ του τη νεράιδα, έμενε κάμποση ώρα και της μιλούσε, γιατί πίστευε πως το πνεύμα της ζούσε μέσα στο δέντρο. Θέλοντας λοιπόν να της κρατήσει συντροφιά, της ανιστορούσε τις χαρές, τις λύπες και τις δυσκολίες της καθημερινής του ζωής.
Πέρασε έτσι αρκετός καιρός και το πνεύμα του δέντρου συμπάθησε τόσο πολύ τον ξυλοκόπο για τη φροντίδα και την πίστη του ώστε αποφάσισε να του κάνει ένα δώρο. Έτσι την επόμενη φορά που εκείνος μπήκε στην κουφάλα βρήκε μια φωλιά πουλιού με τρία χρυσά αυγά. Ξαφνιασμένος ο ξυλοκόπος γονάτισε κι ευχαρίστησε τη νεράιδα για το δώρο της. Έπειτα πήρε το δρόμο για το σπίτι του, κρατώντας στις ενωμένες χούφτες του τη φωλιά με τα αυγά και περπατώντας βιαστικά, ανυπομονώντας να πει το χαρούμενο νέο στη γυναίκα του και στα παιδιά του. Ήξερε ότι είχαν περάσει πια οι μέρες της φτώχειας κι ότι από δω και πέρα η ζωή τους θα ήταν πιο άνετη.
Λίγο πιο κάτω, σε μια πυκνή συστάδα δέντρων, μια πολυλογού κίσσα, κρυμμένη στα πυκνά φυλλώματα ενός χαμηλού κλαδιού, τάραζε την ηρεμία του δάσους με τη στριγκιά φωνή της: "σκααργκ… σκααργκ ". Όπως όλες οι κίσσες, έτσι κι αυτή, εκτός από τα πολλά λόγια αγαπούσε και τα φανταχτερά στολίδια. Όταν λοιπόν ο ξυλοκόπος πέρασε κάτω από το κλαδί της, τα χρυσά αυγά που έλαμπαν τράβηξαν την προσοχή της. Πέταξε αμέσως και, πριν ο ξυλοκόπος προλάβει να τη διώξει, του άρπαξε το ένα αυγό! Ήταν ό,τι έπρεπε για να στολίσει τη φωλιά της! 
Ο ξυλοκόπος στενοχωρήθηκε που έχασε το αυγό, αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα πια. Η κίσσα είχε εξαφανιστεί. Έβαλε τα υπόλοιπα αυγά στην τσέπη του για να τα ασφαλίσει και συνέχισε το δρόμο του παρηγορώντας τον εαυτό του με τη σκέψη ότι τα δύο αυγά που είχαν απομείνει ήταν αρκετά για να εξασφαλίσουν στην οικογένειά του μια ξεκούραστη ζωή.
Περπάτησε κάμποση ώρα κι έφτασε σε μια νερομάνα *, που το κρυστάλλινο νερό της πηδούσε άφθονο από το άνοιγμά της και σχημάτιζε ένα ρυάκι που χυνόταν στο κοντινό ποτάμι. Διψασμένος από το γρήγορο περπάτημα ο ξυλοκόπος έσκυψε να πιει, μα τότε ένα χρυσό αυγό γλίστρησε από την τσέπη του και χάθηκε μέσα στο ρυάκι. Ο ξυλοκόπος στενοχωρήθηκε πολύ που έχασε και το δεύτερο αυγό, αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα γιατί το είχε παρασύρει το ρεύμα του νερού. Έβγαλε από την τσέπη του το μοναδικό αυγό που του είχε απομείνει, το έκλεισε σφιχτά στην παλάμη του και συνέχισε το δρόμο του παρηγορώντας τον εαυτό του με τη σκέψη ότι αυτό το αυγό ήταν αρκετό για να βελτιώσει τη ζωή της οικογένειάς του.
Όταν έφτασε στο σπίτι του όλοι μαζεύτηκαν γύρω του και θαύμαζαν με φωνές και γέλια το χρυσό αυγό που τους είχε δωρίσει η νεράιδα. Οι φωνές τους κίνησαν την περιέργεια του κακότροπου γείτονά τους, που τους παρακολούθησε καθώς έκρυβαν το χρυσό αυγό στο βάζο όπου φύλαγαν το ρύζι.
Σαν έπεσε το σκοτάδι της νύχτας και η οικογένεια του ξυλοκόπου βυθίστηκε σ’ έναν ευτυχισμένο ύπνο, ο γείτονας άνοιξε το μισοχαλασμένο παράθυρο, μπήκε στο σπίτι κι έκλεψε το τελευταίο χρυσό αυγό.
Το πρωί ο ξυλοκόπος είδε ότι έλειπε το χρυσό αυγό από το βάζο του ρυζιού και ντράπηκε για την αδυναμία του να φυλάξει σωστά το πολύτιμο δώρο που του είχε χαριστεί. Τώρα η ζωή του θα συνεχιζόταν το ίδιο σκληρή όπως πριν. Με βαριά καρδιά πήρε ξανά το τσεκούρι του και κίνησε για το δάσος. Πήγε πρώτα στο δέντρο της νεράιδας και της ζήτησε συγνώμη για την απερισκεψία του. Έπειτα δούλεψε όλη τη μέρα κόβοντας ξύλα κι όταν σουρούπωσε και δεν έβλεπε πια καλά, ξεκίνησε να φύγει. Στο δρόμο του πέρασε από ένα δέντρο με ώριμα φρούτα μάνγκο και σταμάτησε να κόψει μερικά για το βραδινό φαγητό. Καθώς μάζευε τα φρούτα ανεβασμένος στα κλαδιά του δέντρου βρήκε μια φωλιά πουλιού. Κοίταξε μέσα και είδε να λάμπει το πρώτο χρυσό αυγό! Γεμάτος ευγνωμοσύνη ευχαρίστησε τη νεράιδα που του το επέστρεφε, το πήρε και γύρισε σπίτι του. Εκεί τον περίμενε κι άλλη ευχάριστη έκπληξη: είχε βρεθεί και το δεύτερο χρυσό αυγό στην κοιλιά ενός ψαριού που είχε ψαρέψει στο ποτάμι ο μεγάλος του γιος. Όλη η οικογένεια άρχισε να γελά, να τραγουδά και να χορεύει από τη χαρά της κάνοντας τέτοιο σαματά που ο κακότροπος γείτονάς τους παραξενεύτηκε και πήγε να τους ρωτήσει τι συμβαίνει. Μόλις όμως έμαθε τα νέα ταράχτηκε. Σκέφτηκε ότι η νεράιδα του δάσους, που προστάτευε τον ξυλοκόπο, ίσως να τον τιμωρούσε επειδή του είχε κλέψει ένα μέρος από το δώρο της. Έτσι όταν νύχτωσε και η οικογένεια του ξυλοκόπου αποκοιμήθηκε πάλι ευτυχισμένη, ο γείτονας ξαναμπήκε στο σπίτι κι άφησε το τρίτο χρυσό αυγό στο βάζο με το ρύζι.
Την επόμενη μέρα ο ξυλοκόπος πούλησε τα τρία χρυσά αυγά και με τα χρήματα που πήρε έχτισε ένα καινούργιο σπίτι, άνοιξε ένα μαγαζί και σπούδασε τα παιδιά του. Δεν ξέχασε όμως τη νεράιδα του δάσους που ήταν η πηγή της καλής του τύχης. Συνέχισε να πηγαίνει στο δέντρο της κάθε μέρα, να της μιλά και να της προσφέρει μικρά δώρα, μέχρι το τέλος της ζωής του. 
  
* νερομάνα: πηγή με άφθονο νερό. 

Πηγή: http://www.synthesi.com.gr
(Storymaking in Education and Therapy, Alida Gersie and Nancy King. Απόδοση:Άννα Αλιφραγκή)