Το κορίτσι που σκότωσε το δράκο.

(Κίνα)

Στην Κίνα, πριν από πολλά χρόνια, ζούσε ένα γιγάντιο Φίδι, που είχε φωλιάσει σε μια βαθειά και σκοτεινή σπηλιά, πάνω στο βουνό. Από κει έβγαινε κάθε φορά που πεινούσε κι άρπαζε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Πολλοί άνθρωποι είχαν φαγωθεί και οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν μέσα στον τρόμο. Μια νύχτα, ένας χωρικός είδε ένα προφητικό όνειρο:
για να σταματήσει το κακό, έπρεπε, λέει, μια φορά το χρόνο να στέλνουν μια δεκατριάχρονη παρθένα στη σπηλιά του Φιδιού. Οι άρχοντες του τόπου, ανήμποροι να βρουν άλλη λύση, δέχτηκαν τη  συμβουλή. Κάθε χρόνο, λοιπόν, διάλεγαν ένα κορίτσι από τις πιο φτωχές οικογένειες και το πήγαιναν στους λόφους. Εννιά παρθένες θυσιάστηκαν έτσι. Όταν μπήκε ο δέκατος χρόνος, οι άρχοντες άρχισαν από νωρίς να ψάχνουν για την παρθένα του Φιδιού. Σ΄ ένα χωριό εκεί κοντά, ζούσε μια φτωχή οικογένεια με έξι κόρες. Η Λι Τσι, η μικρότερη κόρη τους, μόλις είχε γίνει δεκατριών χρονών. Άκουσε ότι οι άρχοντες έψαχναν για την παρθένα του Φιδιού και αποφάσισε να πάει εθελοντικά. Ζήτησε την άδεια από τους γονείς της λέγοντάς τους:
- Αγαπημένοι μου γονείς, είμαστε τόσο φτωχοί που δε θα μπορέσω να σας φροντίσω όταν γεράσετε. Ενώ τώρα, με τα χρήματα που θα πάρετε για μένα θα μπορέσετε να ζήσετε καλά γεράματα. 
- Τι λες κόρη μου, είπε ο πατέρας της, και πώς μπορούμε να ζήσουμε καλά γεράματα όταν εσύ θα έχεις πεθάνει! 
Και δεν την άφησε να πάει.
 Εκείνη όμως έφυγε κρυφά και πήγε να συναντήσει τους άρχοντες. Τους είπε ότι θα πήγαινε με τη θέλησή της στη σπηλιά του Φιδιού,  αρκεί να της έδιναν ένα κοφτερό σπαθί, ένα σκύλο από αυτούς που ξετρυπώνουν τα φίδια, λίγο φαγητό και μια τσακμακόπετρα. Οι άρχοντες της έδωσαν ό,τι τους ζήτησε και η Λι Τσι ξεκίνησε για το επικίνδυνο ταξίδι της. Όταν έφτασε κοντά στη σπηλιά του Φιδιού μάζεψε ξύλα κι άναψε μια μεγάλη φωτιά απέναντι από το άνοιγμά της.  Έπειτα έβαλε μερικούς ριζοκεφτέδες κοντά στην είσοδο και κρύφτηκε πίσω από τους θάμνους, κρατώντας σφιχτά στο ένα χέρι το σπαθί και στο άλλο χέρι το δεμένο σκύλο, και περίμενε υπομονετικά. 
Μυρίζοντας τους ριζοκεφτέδες το Φίδι σύρθηκε έξω, και μόλις είδε τη Λι Τσι και το σκύλο, όρμησε κι άνοιξε το στόμα του. Αμέσως η Λι Τσι άφησε το σκύλο ελεύθερο. Εκείνος πετάχτηκε πάνω στο Φίδι κι άρχισε να το δαγκώνει. Η Λι Τσι τράβηξε ένα αναμμένο ξύλο από τη φωτιά και το πέταξε στο ανοιχτό στόμα του Φιδιού, που τίναξε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να αποφύγει τον καυτό πόνο. Τότε η κοπέλα κράτησε γερά με τα δυο της χέρια το σπαθί της και το κάρφωσε στο λαιμό του Φιδιού, που σωριάστηκε νεκρό.
Όταν βεβαιώθηκε ότι το Φίδι έχει πεθάνει, η Λι Τσι μπήκε στη σπηλιά και βρήκε τα κρανία των εννιά κοριτσιών που είχαν πάει στο βουνό πριν από αυτή. Τα κοίταξε και είπε: - Τι κρίμα! Σκοτωθήκατε επειδή δεν παλέψατε!
Αργά, πολύ αργά, πήρε πάλι το δρόμο του γυρισμού, παίρνοντας μαζί της τα εννιά κρανία. Όταν έφτασε στο χωριό τα παρέδωσε στους συγγενείς των κοριτσιών για να τα θάψουν και γύρισε σπίτι της.
Όταν ο νεαρός άρχοντας του τόπου έμαθε τι είχε κάνει η Λι Τσι, θαύμασε το θάρρος της και της ζήτησε να τον παντρευτεί και να γίνει η αρχόντισσά του. Οι δύο νέοι παντρεύτηκαν κι έζησαν ευτυχισμένοι.
Η οικογένεια της κοπέλας πήρε πολλά χρήματα ώστε να ζήσει άνετα.
Η περιοχή απαλλάχθηκε από το τέρας, κι ακόμη και σήμερα οι κάτοικοί της τραγουδούν μπαλάντες προς τιμή της Λι Τσι, της μικρής κοπέλας που σκότωσε το Φίδι. 

Πηγή: http://www.synthesi.com.gr