Αστερνός και Πούλιω.

(Ήπειρος)

Μνια φορά κ' έναν καιρό ήταν μνια γυναίκα κ' είχε δυο παιδιά, το 'να σερνικό και του ’λεγαν Αστερνό, και τ’ άλλο θηλυκό, και του ’λεγαν Πούλιω. Μνια μέρα πήγεν ο άνδρας της στο κυνήγι και της ήφερ’ ένα περστέρι και της το ’δωσε να το μαγειρέψει για να φαν. Εκείνη πήρε το περστέρι, το κρέμασε στο περόνι κ’ εβγήκεν όξω να κουβεντιάσει με τις γειτόνισσες. Τότες παγαίν’ η γάτα, γλέπει το περστέρι κρεμασμένο στο περόνι, ρίχτηκε και το ’φτακε και το ’φαγε. Σαν ήρθε το γιώμα, σκώθηκαν απ’ την κουβέντα, και παγαίν’ η γυναίκα να βρει το περστέρι, και δεν το βρίσκει. Κ’ ένοιωσε, πως το ’φτακεν η γάτα, και φοβήθηκε, μην τη μαλώσει ο άνδρας της. Έκοψε το βυζί της και το μαγέρεψε. Ήρθ’ ο άνδρας της απ’ όξω και της λέει:
«Ε, γυναίκα! μαγέρεψες τίποτας να φάμε;» «Μαγέρεψα», του λέει. Και στρώνει το σουφρά και φέρνει και το φαγί να φάγει. «Κάτσε γυναίκα! να φάμε», της λέει ο άνδρας. «Έφαγα ’γω», του είπε, «τώρα ’πο λίγη ώρα, γιατ’ άργησες να ’ρθεις».
Σαν έχαψεν ολίγο φαγί ο άνδρας, «τι νόστιμο κριας είναι», λέει: «Δεν είχα φάει ποτές μου τέτοιο! » Ύστερα του είπεν η γυναίκα.  «Τούτο και τούτο έπαθα! είχα το περστέρι κρεμασμένο στο περόνι και πήγα να φέρω ξύλα και γύρισα και δεν του ’βρα. Του ’χε παρ’ η γάτα. Τι να κάμω κ’ εγώ; έκοψα το βυζί μου και το μαγέρεψα, κι αν δεν το πιστεύεις, να το!» και του το δείχνει. «Τι νόστιμο κριας είναι τ’ ανθρώπινο, γυναίκα!» είπε. «Ξέρεις, τι να κάνουμε; να σφάξουμε τα παιδιά μας, να τα φάμε. Αύριο το πουρνό να πάμε σ’ την εκκλησιά και συ να φύγεις γληγορότερα και να ’ρθεις να τα σφάξεις και να τα μαγειρέψεις, να ’ρθώ κ’ εγώ, να φάμε».
Εκεί κοντά ήταν ένα κουταβάκ’ και τα ’κουε ό,τι ’λεγαν. Κ’ εκεί που κοιμούνταν τα παιδιά, πήγε το σκυλί κι αλυχτούσε «απ! απ!» κι ακούονταν μνια φωνή κ’ έλεγε: «Σκωθήτε! θα ’ρθει η μάνα σας να σας σφάξει». «Τουτ! τουτ!» έλεγαν αυτά. Το σκυλί πάλι το χαβά τ’ ήκανε το ίδιο. Τότες σαν άκουσαν καλά, σκώθηκαν γλήγορα κ’ ήθελαν να φύγουν. «Τι να πάρουμε κοντά μας, μωρ’ Πούλιω;» λέει το παιδί. «Δε ξέρω, Αστερνέ μου», του είπεν η κοπέλα, «παρ’ ένα μαχαίρι, ένα χτένι κ’ έν’ απλόχερο άλας». Τα πηρ’ αυτά, και κίνησαν και πήγαν ως ένα μέρος.  Πήραν και το σκυλί κοντά.  Κ’ εκεί που περβατάγαν, να κ’ είδαν μακριά τη μάνα τους, που τα κυνήγαε. γυρνάει ο Αστερνός και λέει: «Μωρ’ για, η μάνα μας μας κυνηγάει, θα μας φτάσει!» «Περβάτα, μάτια μου», του λέει η τσούπρα, «και δεν μας φτάνει». «Μας έφτακε, μωρ’ Πούλιω», λέει το παιδί, «για!» «Ρίξε το μαχαίρι οπίσω σου!» του λέει εκείνη.  και το ’ριξε, και γίνηκεν ένας κάμπος, που δεν είχ’ άκρα. Εκείνη απ’ τη γληγοράδα της πάλι τα ’φτακε. «Μας έφτακε», λέει πάλι το παιδί. «Περβάτα, και δε μας φτάνουν!» «Μας έφτακαν», λέει. «Ρίξ’ το χτένι γλήγορα». Έριξε το χτένι, και γίνηκ’ ένα πηχτό ρουμάνι. Εκείνη απέρασε κι απ’ εκεί. Και την τρίτη βολά έριξαν τ’ άλας, και γίνηκε θάλασσα, και δε μπόρεσαν να περάσουν. Στάθηκε τότες η τσούπρα και κοίταζε πέρα, και της λέει η μάνα της. «Γύρισε πίσω, μάτια μου, και δε σας κάνω τίποτας». Αυτά δε θέλησαν. Εκείνη τα φοβέριζε και χτυπούσε τα στήθια της από το γενάτι της. Εκείνα πάλι δε θέλησαν να την ακούσουν, και κίνησαν να φύγουν. Και σαν πήγαν ως ένα μέρος μακριά, λέει ο Αστερνός. «Εδίψασα, Πούλιω!» «Περβάτα», του είπεν αυτή, «κ’ εκεί πέρα είν’ η βρύση του βασιλιά, και πίνεις». Πάλι σαν πήγαν κάμποσον τόπο, λέει το παιδί. «Διψώ, θα σκάσω!» Κ’ εκεί βρήκαν μνιαν ομπλή από λύκο με νερό, και της λέει.  «Θα πιω από ’δω». «Μην πίνεις», του λέει κείνη, «γιατί γίνεσαι λύκος και μας τρως». «Δεν πίνω, αν είν’ έτσι!» και κίνησαν πάλι. Παν, παν, βρίσκουν μνιαν ομπλή απ’ αρνί με νερό, και της λέει το παιδί. «Θα πιω από ’δω, δε βαστάω. Έσκασα!» «Μην πίνεις», του λέει η Πούλιω, «γιατί θα γίνεις αρνί, και θα σε σφάξουν». «Θα πιω», είπε, «κι’ ας με σφάξουν».  Κ’ ήπιε και γίνηκ’ αρνί και πάαινε από πίσω και βήλιαζε.  «Μπε Πούλιω, μπε Πούλιω!» «Έλα κοντά μου», είπεν η Πούλιω, και πήγαν κάμποσο και βρήκαν τη βρύση του βασιλιά κ’ ήπιαν νερό. Τότες λέει η Πούλιω τ’ αρνιού. «Κάτσε, μάτια μου, εδώ με το σκυλί». Κι αυτή πήγε και περικάλεσε το Θεό από κάτω σ’ ένα κυπαρίσσι ψηλό, ψηλό. «Θε μου, δο μου δύναμη ν’ αναβώ σ’ την κορφή αυτού του κυπαρισσιού, και μου απόσωσε την ευκή!» Και δύναμις θιοτική την ανέβασ’ απάνω στο κυπαρίσσι, κ’ εκεί ψηλά, που ’κατσεν αυτή, γίνηκεν θρόνος ολόχρυσος, και τ’ αρνί κάτσε με το σκυλί από κάτω στο κυπαρίσσι κ’ έβοσκε. Σ’ ολίγη ώρα ήρθαν οι δούλοι του βασιλιά να ποτίσουν τ’ άλογα, και σαν ζύγωσαν στο κυπαρίσσι, τ’ άλογα σκιάχτηκαν κ’ έκοψαν τα καπίστρια κ’ έφυγαν από τις αχτίδες της Πούλιως, που ’τανε πολύ όμορφη κ’ έλαμπε απάν’ απ’ το κυπαρίσσι. «Κατέβα κάτω», της λεν οι δούλοι, «γιατί φοβούνται τ’ άλογα να πιουν νερό».  «Δεν κατεβαίνω», τους λέει, «ας πιουν τ’ άλογα νερό, εγώ δε σας κάνω τίποτες». «Κατέβα», της λεν πάλι.  «Δεν κατεβαίνω». Παγαίνουν τότες στο βασιλόπουλο και του λεν το και το. «Κοντά στη βρύση, ψηλά σ’ ένα κυπαρίσσι κάθεται μνια κοπέλα, και λαμπ’ η ομορφιά της, κι από τις αχτίδες της σκιάζουνται τ’ άλογα και δεν θέλουν να πιουν, και της είπαμε να κατέβει, και δε θέλει». Σαν άκουσε αυτά το βασιλόπουλο, σκώνεται και παγαίνει και της λέει κι αυτό να κατέβει, και δε θέλησε.  Και της λέει και δεύτερη φορά και τρίτη. «Κατέβα, θα κόψουμε το κυπαρίσσι, αν δεν κατέβης». «Κόψε το», λέει κείνη, «δεν κατεβαίνω». Κ’ έτσι πήραν ανθρώπους να κόψουν το κυπαρίσσι, κι εκεί που το ’κοφταν, πάγαινε τ’ αρνί κ’ έγλειφε το κυπαρίσσι, και γίνονταν διπλό απ’ ό,τ’ ήταν. Έδειραν, έδειραν, να το κόψουν, δε μπόρεσαν. «Φύγετ’ ούλοι από ’δω», λέει τότες το βασιλόπουλο απ’ το θυμό του, κ’ έτσι έφυγαν ούλοι. Πάνει τότες απ’ τον καημό του σε μνια γριά και της λέει. «Αν μου κατεβάσεις εκείνην την τσούπρα απ’ το κυπαρίσσι, θα σου γιομίσω το φέσι φλουρί». «Εγώ να σου την κατεβάσω», λέει η γριά.  Και παίρνει ένα σκαφίδι κ’ ένα κόσκινο κι αλεύρι και παγαίνει από κάτω στο κυπαρίσσι και βάν’ ανάποδα το σκαφίδι και το κόσκινο, κ’ έτσι κοσκίναγε.  Γλέπ’ η τσούπρα τότες απ’ το κυπαρίσσι και φωνάζει. «Αλλιώς, βάβω, το σκαφίδι, αλλιώς και την κοσκινάδα».  Η βάβω πάλι καμόνονταν, πως δεν άκουγε, κ’ έλεγε.  «Αχ, μάτια μου, ποια ’σαι; δεν ’κούγω!» «Αλλιώς την πυκνάδα, αλλιώς και το σκαφίδι», της λέει και δεύτερου και τρίτου. Η βάβω της ματαλέει. «Δεν ακούγω, μάτια μου! ποια ’σαι, δε γλέπω.  Έλα να ’χεις την ευκή του Θιου». Κ’ έτσ’ η κόρη από λίγο-λίγο κατέβηκε, κι όντας πήγε να της δείξει, ίσια βγήκε το βασιλόπουλο, που ήταν κρυμμένο, και την άρπαξε και την πάει. Και τ’ αρνί και το σκυλί ακλοθούσαν από πίσω. Και σαν πήγαν στο βασιλικό παλάτι, έκαμε χαρά και την πήρε γυναίκα. Ο βασιλιάς αγάπησε τη νύφη του πάρα πολύ, κ’ η βασίλισσα τη φτόνησε. Μνια μέρα, που βγήκε το βασιλόπουλο όξω, φωνάζ’ η βασίλισσα τις δούλες, και τις λέει να πάρουν τη νύφη της να σεργιανίσ’ στο μπαχτσέ, και να τη ρίξουν στο πηγάδι. Κι οι δούλες έκαμαν καθώς επρόσταξεν η βασίλισσα, και την έριξαν στο πηγάδι.  Ύστερα σαν ήρθε το βασιλόπουλο και δεν την είδε, ρωτάει τη μάνα του.  «Μάνα, που είν’ η νύφη;» «Όξω», του είπ’ αυτή, «πήγε να σεργιανίσει». «Και καλά που δεν είν’ αυτή εδώ τώρα», είπε, «να σφάξουμε τ’ αρνί!» «Αλήθεια», είπαν κ’ οι άλλοι.  Ακούει τ’ αρνί αυτά, τρέχει στο πηγάδι και λέει της Πούλιως. «μωρ’ Πούλιω, θα με σφάξουν».  «Τσώπα, μάτια μου! και δε σε σφάζουν». «Μωρ’ για, τροχούν τα μαχαίρια».  «Μ’ έπιασαν! θα με σφάξουν!» «Τι να κάμω μάτια μου;» του λέει, «με γλέπεις και μένα που είμαι». Τότες οι δούλες έπιασαν τ’ αρνί και πήγαν να το σφάξουν, κ’ εκεί που του ακούμβησαν το μαχαίρι, επερικάλεσεν η Πούλιω το Θιό κ’ είπε. «Θε μου! τον αδελφό μου, το σκοτώνουν, και ’γω κάθουμαι στο πηγάδι». Κοπανιά, πετάχτηκε απ’ το πηγάδι και πήγε κ’ ηύρε τ’ αρνί, που του ’χαν κομμένο το λαιμό.  Σκούζει, φωνάζει να τ’ αφήσουν. Του ’χαν κόψει. «Τ’ αρνί μου», λέει αυτή, σκούζει, φωνάζει. «Τ’ αρνί μου!» Παρηγοριά δεν έχει. Πηγαίνει ο βασιλιάς. «Τι θέλεις», της λέει, «φλουρένια μου; πες μου, τι θέλεις να σου δώσω ’γω». «Τίποτες», λέει αυτή, «τ’ αρνί μου, τ’ αρνί μου!» «Τώρα ό,τι γένηκε, γένηκε», της λέει, «μόν’ τσώπα!» Και σαν το μαγέρεψαν, έβαλαν να φαν. «Έλα να φάμε», της λεν. «Έφαγα», λέει αυτή, «δεν τρώγω τώρα άλλο». «Έλα, καλή, έλα», της λεν. «Φάτε, σας λέγω, έφαγα εγώ».  Κι όντας σκόλασαν εκείνοι απ’ το φαγί, πήγ’ αυτή και μάζωξεν ούλα τα κόκαλα και τα ’βαλε σε μνια στάμνα και τα ’θαψε μέσα στο μπαχτσέ. Κ’ εκεί που τα ’θαψε, φύτρωσε μνια μηλιά ψηλή, ψηλή, κ’ έκαμεν ένα μήλο χρυσό. Και πολλοί πήγαν να το φτάσουν, και δε μπόρεσαν, γιατί όσο ζύγωναν σ’ αυτήν, τόσο ψήλωνεν η μηλιά. Μόν’ η Πούλιω όντας σίμωνεν, χαμήλωνε πάλι. Κ’ είπε του βασιλιά η Πούλιω.  «Όλοι πάεκεταν και δεν φτάκεταν το μήλο, ας πάνω κ’ εγώ, θαρρώ και το φτάκω». Πήγαν, της λέει «τόσ’ άξιοι πάρα πολύ να το φτάκουν, και δεν μπόρεσαν, και θα το φτάκεις εσύ;» «Ας πάγω κ’ εγώ», του είπε, «κάμε μου το χατίρι!» «Σύρε και συ», της είπε. και μόνε ζύγωσε, χαμήλωσ’ η μηλιά, κ’ έφτασε το μήλο η Πούλιω. και της λέει το μήλο. «Από ’γάλι’ αγάλια τράβα, να μη με κόψεις».  Και το πήρε και το ’βαλε στη τσέπη της και φώναξε. «Έχε γεια, γλυκύτατε μου πεθερέ, κι αυτή η σκύλα η πεθερά μου τον ύπνο να μη χορτάσει». Κι έφυγε και δε μεταγύρισε. Κι ο Θιος τα λυπήθηκε, κ’ έτσι γίνηκεν η Πούλιω πούλια κι ο Αστερνός αυγερνός.

Το Παραμύθι «Αστερνός και Πούλιω» δημοσιεύτηκε από τον δανό λόγιο Jean Pio, στο έργο του Νεοελληνικά Παραμύθια – Contes populaires Grecs, Copenhague, 1879 (σελ. 1-5). Το αναδημοσίευσε το 1880 ο Νικόλαος Πολίτης, στο άρθρο του «Νεοελληνικά παραμύθια», στο περιοδικό ΕΣΤΙΑ, τεύχος 211, σελ. 22-23. Προέρχεται από τη συλλογή του αυστριακού φιλόλογου και πρόξενου στη Σύρα Hohann Georg von Hahn. Η καταγραφή του έγινε το 1848 (μάλλον από κάποιο μαθητή) και η αφηγήτρια ήταν από το χωριό Κουκούλι (Κουκκούλι) της Ηπείρου (υψόμετρο 900m, οικισμός σήμερα του νομού Ιωαννίνων).

Πηγή: http://www.lithoksou.net