Το  αρχοντόπουλο-φίδι και η γυναίκα του.

(Πόντος)

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που δεν είχε παιδιά. Παρακάλεσε το Θεό να του δώσει παιδί, κι ας ήταν ότι ήθελε αυτός. Ο Θεός του έδωσε για παιδί ένα φίδι που ο βασιλιάς μας πήρε και  άφησε στο περιβόλι του να μεγαλώσει.
Όταν το  φίδι ήρθε σε ηλικία γάμου ζήτησε από τον πατέρα του να το παντρέψει. Ο βασιλιάς, που γνώριζε ότι οι κόρες της χήρας του χωριού ήταν ελεύθερες έστειλε προξενέματα και ζήτησε τη μεγάλη της την κόρη για νύφη. Η μεγάλη κόρη φοβήθηκε και αρνήθηκε. Τότε ο βασιλιάς  δοκίμασε την τύχη του με την μικρότερη κόρη και εκείνη είπε:
«αν μου κάνετε μια γούνα απ' του σκαντζόχοιρου το δέρμα τον παντρεύομαι». Ο βασιλιάς της έκανε τη γούνα κι η κόρη παντρεύτηκε  το φίδι, φορώντας τη γούνα για νυφικό. 
Το βράδυ όταν πήγαν να ξαπλώσουν το φίδι παρακάλεσε τη γυναίκα του να βγάλει τη γούνα με τα αγκάθια.  Εκείνη  δέχτηκε αλλά ζήτησε ως αντάλλαγμα να βγάλει κι αυτός το κρύο φιδίσιο πουκάμισο του. Με το που έβγαλε το πουκάμισο το φίδι έγινε ένα όμορφο παλικάρι! Το αγαπημένο ζευγάρι χάρηκε  και ξάπλωσαν ευτυχισμένοι να χαρούν τον ύπνο τους.
Τη νύχτα η βασίλισσα έστειλε μια δούλα για να δει αν όλα πήγαιναν καλά και όταν αυτή της είπε ότι ένα όμορφο παλικάρι κοιμάται αγκαλιασμένος με την νύφη κατάλαβε τι έγινε. Από τη χαρά της πήρε της νύφης τη γούνα και του φιδιού το φόρεμα και τα έκαψε ώστε ποτέ πια το παιδί της να μην ξαναγενεί φίδι.  Ευθύς το παλικάρι έγινε νυχτοπούλι και  λίγο πριν πετάξει από το ανοιχτό παράθυρο είπε: «κάντε σιδερένιο ραβδί και χαλκωματένια τσαρούχια και βγείτε να με βρείτε»  Η κόρη έκλαψε πολύ αλλά στο τέλος στυλώθηκε στα πόδια της κι είπε στην πεθερά της: «κάνε μου το σιδερένιο ραβδί και τα χαλκωματένια τσαρούχια να πάω να βρω τον άνδρα μου». Η βασίλισσα φρόντισε να της τα βρει κι εκείνη ξεκίνησε την αναζήτηση της. Εφτά χρόνια γύριζε και τον άντρα της δε βρήκε. Όταν κουράστηκε να γυρίζει  έχτισε πάνω σε σταυροδρόμι ένα χάνι και τάιζε και πότιζε τους περαστικούς και για τον άντρα της ρωτούσε . Ήρθαν πολλοί,  αλλά κανείς δεν ήξερε τίποτα.
Μια μέρα έφτασε στο χάνι ένας γέροντας με το γιο του και όταν η κόρη τον ρώτησε αυτός της είπε μια παράξενη ιστορία που έζησε: «καθώς πήγαινα με το γιο μου στη στράτα, κουράστηκα και έκατσα. Γύρεψα νερό κι ο γιος μου πήγε να μου το φέρει . Βρήκε μια βρύση αλλά έσταζε γάλα. Βρήκε άλλη βρύση αλλά  έσταζε μέλι. Ανέβηκε πάνω σε βράχο και είδε να βράζουν τρία χάλκινα καζάνια. Εκεί κοντά ήταν μια βρύση με νερό.. Μου το έφερε  και  μου είπε ότι είδε. Αυτά ξέρω κι αυτά σου λέω. Μακάρι να σε βοηθήσουν να βρεις τον άντρα σου». Η κόρη τους έδωσε πολλά δώρα ως ένδειξη ευχαριστίας και κίνησε για τον τόπο που της επέδειξε του γέρου το παιδί. Στην βρύση σιμά ήταν ένα σπίτι. Η νύφη μπήκε κρυφά σε αυτό και περίμενε καρτερικά. Σαν βράδιασε ήρθαν τρία παλικάρια. Αμέσως γνώρισε τον άντρα της στο πρόσωπο του ενός από αυτούς και άρχισε να κλαίει. Τα δάκρυα της τρέξαμε μέσα στο σπίτι και εκείνοι απόρησαν, πόθεν ήρθε το νερό ενώ καμιά φορά παλιότερα το σπίτι δεν έσταζε.
Το αρχοντόπουλο όμως ένοιωσε αμέσως την παρουσία της και κατάλαβε ότι δεν ήταν νερό που έσταζε αλλά τα δάκρυα αγάπης της καλής του..Το πρωί  που οι άλλοι σηκώθηκαν να πάνε στη δουλειά, αυτός δεν πήγε. Βγήκε η κόρη απ΄ την κρυψώνα της, ήρθε μπροστά του και είπε: «Πήρα το σιδερένιο το ραβδί στο χέρι μου, φόρεσα τα χάλκινα τσαρούχια στα πόδια μου και εφτά χρόνια γυρίζω για να σε βρω και σε βρήκα. Δεν ξαναχωριζόμαστε». Έκλαψε αυτή, έκλαψε και το παλικάρι και της είπε: «έτσι είναι καλή μου: Δεν ξαναχωριζόμαστε Η αγάπη σου νίκησε τις δυσκολίες».
 Επέστρεψαν στον πατέρα του κι ο βασιλιάς έκανε ξανά γάμο σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Πηγή: http://thalassa-karadeniz.mylivepage.com