Ο μικρός ψαράς και το δαχτυλίδι της γοργόνας.

(Σκωτία)

Κάποτε, σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη, ζούσε ένας μικρός ψαράς που ήταν τόσο ερωτευμένος μ’ ένα όμορφο κορίτσι, ώστε δεν έκανε τίποτ’ άλλο από το να τη σκέφτεται νύχτα μέρα.
Μια μέρα, μάζεψε το κουράγιο του και της μίλησε για την αγάπη του. Εκείνη χαμογέλασε γλυκά, χαμήλωσε τα μάτια και του εξομολογήθηκε ότι αγαπούσε κάποιον άλλο.

Από εκείνη τη στιγμή το αγόρι δεν ήθελε πια να βγαίνει με τους φίλους του, δεν ήθελε να πηγαίνει περίπατο ούτε να ψαρεύει μαζί τους. Όλοι ήξεραν ότι η κοπέλα δεν τον αγαπούσε.
Έτσι, με βαριά καρδιά, μάζεψε τα πράγματά του, πήρε τα δίχτυα του, μπήκε στη βάρκα του και πήγε σ’ ένα μικρό ακατοίκητο νησί. Εκεί έχτισε μια καλύβα και έμεινε μόνος του. Κάθε μέρα σηκωνόταν τα χαράματα, έβγαινε με τη βάρκα του στ’ ανοιχτά κι έριχνε τα δίχτυα του. Όταν έπιανε όσα ψάρια χρειαζόταν, πήγαινε στο λιμάνι μιας πόλης όπου κανείς δεν τον ήξερε, τα πουλούσε, αγόραζε ό,τι χρειαζόταν και γύριζε στο νησί του. Κι έτσι, μέρα με τη μέρα, πέρασε πολύς καιρός. 
Ένα πρωί, καθώς είχε ρίξει τα δίχτυα του στη θάλασσα, είδε κάτι να λάμπει ανάμεσα στα ψάρια, να σπαρταράει και να ταράζει τη θάλασσα γύρω του. Μάζεψε τα δίχτυα όσο πιο γρήγορα μπορούσε, τα τράβηξε με δύναμη και τα έριξε στη βάρκα.
-Βγάλε με από δω! άκουσε μια φωνή.
Μια μικρή γοργόνα πάλευε να ελευθερωθεί από τα μπερδεμένα δίχτυα.
-Τάξε μου κάτι για να σε βγάλω! απάντησε ο μικρός ψαράς. 
-Ξέρω ένα ναυαγισμένο καράβι εδώ κοντά, μ’ ένα σεντούκι γεμάτο χρυσά νομίσματα!
Φαντάζομαι ότι είναι καλή αμοιβή για σένα! είπε η γοργόνα. 
-Αν σκεφτείς καλύτερα, θα καταλάβεις τι πραγματικά θέλω! της είπε ο ψαράς. 
-Ναι, ξέρω, είπε σκεφτικά η γοργόνα. Θέλεις την αγάπη της όμορφης κοπέλας! Αλλά γιατί επιμένεις τόσο; 
-Για τα γαλανά της μάτια, τα ξανθά μαλλιά της, τον τρόπο που περπατάει! Είναι το πιο όμορφο κορίτσι του κόσμου! Αν δεν κερδίσω την αγάπη της δε θέλω κανένα άλλο κορίτσι! 
-Μα είναι μια κοπέλα σαν όλες τις άλλες! Δεν έχει κάτι ξεχωριστό! είπε η γοργόνα με απορία.
Ο μικρός ψαράς έσφιξε περισσότερο τα δίχτυα γύρω της. Η γοργόνα αναγκάστηκε να συμφωνήσει.
-Μπορώ να εκπληρώσω την επιθυμία σου, του είπε, αλλά αυτό που ζητάς χρειάζεται χρόνο.
Ελευθέρωσέ με και θα σου χαρίσω το μαγικό μου δαχτυλίδι. Όταν περάσει ένας χρόνος από σήμερα, πήγαινε στην κοπέλα που αγαπάς και πρόσφερέ της το. Δε θα σου αρνηθεί!
Ο ψαράς ελευθέρωσε τη γοργόνα, πήρε το μαγικό δαχτυλίδι και την άφησε να φύγει. Όταν γύρισε στην καλύβα του, έκρυψε το δαχτυλίδι μέσα σ’ ένα όμορφο κοχύλι. Μετά κρέμασε στον τοίχο της καλύβας του μια πλατειά σανίδα, και για κάθε μέρα που περνούσε χάραζε μια γραμμή. Έτσι μετρούσε τον καιρό περιμένοντας να περάσει ένας χρόνος.
Ένα μεσημέρι, καθώς γύριζε με τη βάρκα του στο νησί του, κοίταξε από μακριά την ακτή και είδε κάτι που έμοιαζε με σωρός από φύκια. Το πιο παράξενο ήταν ότι ο σωρός αυτός του φάνηκε ότι κουνιόταν! Σαν έφτασε στην ακτή και βγήκε από τη βάρκα, είδε ότι αυτό που είχε περάσει για σωρό από φύκια ήταν ένα μικρόσωμο μελαμψό κορίτσι, με κατάμαυρα μακριά σγουρά μαλλιά. 
-Τι θες εσύ εδώ!! φώναξε θυμωμένος. 
-Έφυγα από το σπίτι μου. Η μητέρα μου έχει πεθάνει και ο πατέρας μου παντρεύτηκε μια γυναίκα λίγο πιο μεγάλη από μένα. Είναι στριμμένη και δε με χωνεύει. Φοβάμαι μήπως  μου κάνει κακό. Δεν έχω πού να πάω. Σε παρακαλώ, μη με διώξεις! 
-Δε μπορείς να μείνεις εδώ! Γύρνα πίσω και αντιμετώπισε την κατάσταση! είπε ο μικρός ψαράς. 
-Μη μου ζητάς να το κάνω αυτό! Κι έπειτα, δε μπορώ να φύγω από δω γιατί δε φυσάει ούριος άνεμος και η βάρκα μου τρύπησε. 
-Αύριο ο άνεμος θα αλλάξει και θα σου έχω φτιάξει τη βάρκα σου, επέμεινε ο ψαράς. 
-Σε παρακαλώ, είπε το κορίτσι. Έχω ανάγκη να μείνω κάπου όπου θα νιώθω μόνη και ασφαλής. 
-Το ίδιο κι εγώ, απάντησε κοφτά ο ψαράς.
Σώπασαν για λίγα λεπτά. Έπειτα η κοπέλα είπε: 
-Αν μ’ αφήσεις να μείνω δε θα σ’ ενοχλώ. Θα είναι σα να μένεις μόνος σου. Δε θα με βλέπεις καθόλου. 
-Αν είν’ έτσι, σύμφωνοι, είπε ο ψαράς.
Η κοπέλα κράτησε το λόγο της. Έμεινε στο νησί χωρίς να τη βλέπει ο ψαράς. Πού πήγαινε, πού κοιμόταν, δεν ήξερε. Όταν όμως γύριζε στην καλύβα του εύρισκε πότε ένα πιάτο μαγειρεμένο φαγητό στο τραπέζι του, πότε ένα καλάθι με άγρια φρούτα.
Μια μέρα, επιστρέφοντας από τη δουλειά του, τη συνάντησε κοντά στην καλύβα του. 
-Μη φεύγεις, της είπε. Κάθισε να φάμε μαζί.
Η κοπέλα έμεινε, έφαγαν μαζί αλλά μίλησαν πολύ λίγο. Την άλλη μέρα όμως μίλησαν περισσότερο, και την επόμενη ακόμα πιο πολύ. Μετά από μερικές μέρες είχαν μάθει τα πάντα ο ένας για τον άλλο.
Το αγόρι, όταν άκουσε την ιστορία της κατάλαβε γιατί έπρεπε να φύγει από το σπίτι της και θύμωσε πολύ με τον πατέρα της που δεν έβλεπε σε τι κίνδυνο την είχε βάλει.
Το κορίτσι, όταν έμαθε την αγάπη του αγοριού για την όμορφη κοπέλα και τα σχέδιά του να κερδίσει την καρδιά της με το δαχτυλίδι της γοργόνας, έφτιαξε ένα ημερολόγιο σ’ ένα μεγάλο χαρτί, για να μετράνε πιο εύκολα τις μέρες.
Καθώς ο καιρός περνούσε, οι δυο νέοι είχαν γίνει φίλοι. Το κορίτσι είχε φυτέψει μικρά δέντρα και λουλούδια γύρω από την καλύβα κι άρχισε να βοηθάει το αγόρι να βγάζει τα ψάρια από τα δίχτυα.
Ένα απόγευμα, το αγόρι, καθώς είχε ανέβει στα βράχια να μαζέψει αλάτι, βρήκε μια μικρή σπηλιά. Στη μιαν άκρη της ήταν στρωμένος ένας σωρός ξερά φύκια και στην άλλη άκρη, μια χύτρα πάνω σε μισοκαμένα ξύλα. Κατάλαβε ότι εκεί έμενε το κορίτσι και ντράπηκε που τόσο καιρό δεν είχε ενδιαφερθεί να μάθει πού μένει.
Την άλλη μέρα δεν πήγε για ψάρεμα. Πήγε στο μικρό δασάκι του νησιού και μάζεψε χοντρά γερά ξύλα που τα έφερε στην καλύβα του. Τις επόμενες μέρες τις πέρασε φτιάχνοντας μια άλλη καλύβα δίπλα στη δική του.
Την κάθε μέρα την ακολουθούσε η νύχτα και την κάθε νύχτα την ακολουθούσε η μέρα. Κι έτσι κύλησε ο καιρός γρήγορα, πέρασε ένας χρόνος κι ήρθε η τελευταία μέρα. Το άλλο πρωί το αγόρι έπρεπε να πάρει το μαγικό δαχτυλίδι και να πάει να το δώσει στην κοπέλα που αγαπούσε. Εκείνο το τελευταίο απόγευμα η φίλη του μπήκε στην καλύβα του κρατώντας ένα δέμα με τα πράγματά της. 
-Φεύγω πια, είπε. Γυρίζω στο πατρικό μου. 
-Τι; Δεν ανησυχείς για το τι θα σου συμβεί; ρώτησε το αγόρι.
-Θα τα καταφέρω. Τώρα είμαι πιο μεγάλη. 
-Μα… ο άνεμος δεν είναι ούριος! είπε το αγόρι. 
-Θα καλυτερέψει σύντομα. 
-Ναι…αλλά δεν σου έχω φτιάξει τη βάρκα σου… 
-Την έφτιαξα εγώ. Θα φύγω όπως ήρθα.
Το κορίτσι τράβηξε το ημερολόγιο από τον τοίχο, το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι και έσβησε την τελευταία μέρα. Έπειτα έφυγε.
Το αγόρι απόμεινε να κάθεται στην καρέκλα του όλο το υπόλοιπο απόγευμα. Αποκοιμήθηκε με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τραπέζι. Σαν ξύπνησε τα χαράματα, το βλέμμα του έπεσε πάνω στο ημερολόγιο.
Σηκώθηκε, πήρε το μαγικό δαχτυλίδι, μπήκε στη βάρκα του και πήγε να αναζητήσει την αγαπημένη του. Όμως δεν έβαλε πλώρη για την πόλη που γεννήθηκε, αλλά για την πόλη απ’ όπου είχε έρθει η κοπέλα που είχε μείνει μαζί του όλο το χρόνο. Τη βρήκε να κάθεται στον κήπο του πατρικού της και της έδωσε το δαχτυλίδι.
Οι δυο νέοι παντρεύτηκαν έχοντας γύρω τους την οικογένειά τους και όλους τους φίλους που τους αγαπούσαν.
Όταν ξαναπήγαν στο νησί τους, βρήκαν τη γοργόνα να κάθεται σ’ ένα βράχο. 
-Λοιπόν, βρήκες την αγαπημένη σου; ρώτησε το μικρό ψαρά. 
-Ναι, τη βρήκα! Νάτη! 
-Μα δεν έχει ξανθά μαλλιά ούτε γαλανά μάτια, είπε η γοργόνα. 
-Όχι, αλλά δεν έχει σημασία. Εγώ αυτήν αγαπώ. 
-Τότε η συμφωνία μας τηρήθηκε, απάντησε η γοργόνα. Πήρες αυτό που ζήτησες! Και γλυστρώντας από το βράχο βυθίστηκε στο γαλανό νερό και κανείς δεν την είδε πια!
Το κορίτσι κι ο μικρός ψαράς έζησαν ευτυχισμένοι για πολλά χρόνια.

Πηγή: http://www.synthesi.com.gr 
(Μετάφραση, διασκευή : Άννα Αλιφραγκή. 
Πηγή: http://www.storiestogrowby.com)