Η θάλασσα με τα πετράδια.

(Κινέζικο λαϊκό παραμύθι, από τη συλλογή του E.T.C. Werner, 1922)

Μια φορά κι έναν καιρό, ένα μικρό Κινεζάκι, που το έλεγαν Κουάνγκ-Σου ζούσε στην πόλη Γιο-τσαν με τους γονείς του. Η πρώτη έγνοια των Κινέζων είναι να προστατέψουν τα παιδιά τους από τη δύναμη που έχουν τα κακά Τζίνια. Υπήρχαν πολλά κακά Τζίνια στην Κίνα εκείνη την εποχή και η μητέρα του μικρού Κουάνγκ-Σου φρόντιζε να τον προστατεύει όσο καλύτερα μπορούσε.
Είναι γνωστό σε όλους πως ένα πονηρό Τζίνι δεν θα πλησιάσει ένα Κινεζάκι αν η κοτσίδα του είναι πλεγμένη με λίγο κόκκινο μετάξι ή αν φοράει ασημένια αλυσίδα στο λαιμό· και όλα τα πονηρά Τζίνια φοβούνται επίσης και τρέμουν τα δίχτυα των ψαράδων.
Έτσι η μητέρα του Κουάνγκ-Σου του έραψε ένα πουκαμισάκι από παλιό ψαράδικο δίχτυ για να το φοράει κατάσαρκα, και φρόντιζε πάντα να πλέκει την κοτσίδα του με το πιο λαμπερό κόκκινο μετάξι.
Πολύ σημαντικό επίσης είναι το κεφάλι να είναι ξυρισμένο με τον σωστό τρόπο και το ακόμα καλύτερο είναι ν' αφήσει κανείς μια μικρή τούφα μαλλιά όρθια στο πιο τυχερό σημείο. Οι γονείς του Κουάνγκ-Σου δεν παρέλειψαν τίποτα απ' αυτά, κι έτσι εκείνος πέρασε με ασφάλεια τα επικίνδυνα παιδικά χρόνια, κι έγινε ένας ψηλός κι όμορφος νέος.
Τότε πια σταμάτησε να φοράει το πουκάμισο από το δίχτυ, αν και η ασημένια αλυσίδα κρεμόταν ακόμα από τον λαιμό του, και να 'στε σίγουροι πως υπήρχε κόκκινο μετάξι πλεγμένο στην κοτσίδα του.
Μια μέρα ο πατέρας του Κουάνγκ-Σου είπε: «Είναι καιρός το παιδί να δει τον κόσμο. Πρέπει να πάει στο Γιουν-ναν να σπουδάσει πλάι στους σοφούς και να μάθει τα πράγματα που πρέπει να ξέρει». Το Γιουν-ναν ήταν, στ' αλήθεια, πολύ μεγάλη πόλη, και ο Σουν-Τσε, ο δάσκαλος πλάι στον οποίο θα μαθήτευε ο Κουάνγκ-Σου, ο πιο σοφός απ' όλους.
Με τον δάσκαλό του ο Κουάνγκ-Σου έμαθε όσα γνώριζαν οι σοφοί του κόσμου, κι ακόμα περισσότερα. Και όταν έγινε είκοσι χρονών, ο Σουν-Τσε του είπε ότι δεν είχε πια να του διδάξει κάτι παραπάνω. «Είναι καιρός να γυρίσεις στους γονείς σου για να τους συμπαρασταθείς στα γεράματά τους», του είπε, κρύβοντας τον μεγάλο του καημό - γιατί ο Κουάνγκ-Σου ήταν ο αγαπημένος του μαθητής.
«Θα κάνω όπως προστάζεις», απάντησε υπάκουα ο Κουάνγκ-Σου. «Θα ξεκινήσω αύριο, και θα φύγω από την πόλη, περνώντας τη Χρυσή Γέφυρα».
«Οχι από τη Χρυσή», είπε ο δάσκαλος. «Να πας απ' τη Γαλάζια Γέφυρα, γιατί εκεί θα συναντήσεις τη γυναίκα που θα παντρευτείς».
«Μα δεν μου έχει περάσει καν απ' το μυαλό να βρω γυναίκα», αντιγύρισε ο Κουάνγκ-Σου.
«Τόσο το καλύτερο», είπε ο Σουν-Τσε, ζαρώνοντας τα φρύδια του και χαμογελώντας, «γιατί απ' τη στιγμή που θα τη δεις, δεν θα μπορείς πια να σκεφτείς τίποτε άλλο».
Το πρωί ο Κουανγκ-Σου, κουρασμένος από τη μελέτη και τις συζητήσεις με τον δάσκαλό του, άργησε να ξυπνήσει. Όταν πια βγήκε στον δρόμο, οι δροσερές ώρες της μέρας είχαν περάσει. Ο ήλιος φλόγιζε τα σοκάκια του Γιουν-ναν και η πόλη άχνιζε σαν καμίνι. Ωστόσο, εκείνος ξεκίνησε με το ραβδί στο χέρι, ενώ σκεφτόταν: «Θα ξεκουραστώ λίγο στη Γαλάζια Γέφυρα και θα συνεχίσω τον δρόμο μου το απόγευμα με τη δροσούλα».
Όμως, όταν έφτασε στη γέφυρα ήταν τόσο κουρασμένος που αποκοιμήθηκε ξανά και στον ύπνο του ονειρεύτηκε μια ψηλή και όμορφη κοπέλα που του έδειχνε τον δεξιό της αστράγαλο, όπου ήταν δεμένη μια κόκκινη κλωστή. Ο Κουάνγκ-Σου δυσκολεύτηκε να πάρει τα μάτια του από το πρόσωπό της για να κοιτάξει το πόδι της, αλλά στο τέλος ρώτησε: «Τι σημαίνει αυτό;».
Και το κορίτσι απάντησε: «Και η κόκκινη κλωστή που είναι δεμένη στον αστράγαλό σου τι σημαίνει;». Ο Κουάνγκ-Σου κοίταξε το πόδι του. Με έκπληξή του είδε ότι το πόδι του και το πόδι του κοριτσιού ήταν δεμένα μεταξύ τους με την ίδια λεπτή κόκκινη κλωστή - και απ' αυτό κατάλαβε πως το κορίτσι θα ήταν η μελλοντική του γυναίκα.
«Εχω ακούσει τη μητέρα μου να λέει ότι όταν γεννιέται ένα αγόρι, η Νεράιδα του φεγγαριού δένει γύρω από τον δεξιό του αστράγαλο μια αόρατη κόκκινη κλωστή και την άλλη άκρη της γύρω από τον αστράγαλο του κοριτσιού που θα παντρευτεί», είπε, και το κορίτσι απάντησε: «Αλήθεια είναι· η κλωστή αυτή μένει αόρατη όσο κανείς είναι ξύπνιος. Θα σου πω το όνομά μου και πρέπει να το θυμάσαι την επόμενη φορά που θα τ' ακούσεις. Με λένε Λινγκ-Λινγκ». Πήγε και ο Κουάνγκ-Σου να προφέρει το δικό του, όμως η Λινγκ-Λινγκ τον διέκοψε, χαμογελώντας: «Το ξέρω το όνομά σου», είπε. «Ξέρω τα πάντα για σένα».
Κι ύστερα ο Κουάνγκ-Σου ξύπνησε και είδε πως ούτε κλωστή υπήρχε γύρω από τον αστράγαλό του ούτε όμορφο κορίτσι. Όμως από εκείνη τη στιγμή η Λινγκ-Λινγκ καρφώθηκε στον νου του και δεν έλεγε να φύγει. Τη σκεφτόταν σ' όλο τον δρόμο, ως τη στιγμή που ένιωσε τόσο διψασμένος, ώστε σταμάτησε σ' ένα σπιτάκι στην άκρη του μονοπατιού και ζήτησε από μια γριά που καθόταν στο κατώφλι, λίγο νερό.
Η γυναίκα φώναξε στην κόρη της να γεμίσει το καλύτερό τους φλιτζάνι με φρέσκο νερό από την πηγή και να το φέρει έξω στον ξένο· με πόση έκπληξη και χαρά διαπίστωσε ο Κουάνγκ-Σου ότι η κοπέλα ήταν η Λινγκ-Λινγκ!
«Σε ξαναβρίσκω!» φώναξε ευτυχισμένος, κι εκείνη γέλασε και ρώτησε: «Και πώς με λένε;»
«Λινγκ-Λινγκ, Λινγκ-Λινγκ, Λινγκ-Λινγκ...» έκανε ο Κουάνγκ-Σου, λες και ήταν το όνομά της η μόνη λέξη που ήξερε.
Η Λινγκ-Λινγκ στεκόταν στον κήπο, κάτω από μια ανθισμένη ροδακινιά. Ήταν ντυμένη στα λευκά, όμως το πανωφόρι της ήταν γαλάζιο, κεντημένο με όμορφα λουλούδια απ' τα χεράκια της. Ήταν τόσο νέα και όμορφη, που ο Κουάνγκ-Σου ένιωσε να του κόβεται η μιλιά.
«Από πού ξέρεις την κόρη μου;» ρώτησε η γριά. «Ποιος είσαι;» Κι έμεινε να τον περιεργάζεται εξεταστικά, φέρνοντας την παλάμη της μπροστά στα μάτια της, σαν σκιάδι για τον ήλιο.
Η γριά ήξερε από μαγεία και είχε δώσει στη Λινγκ-Λνγκ το χάρισμα να μπαινοβγαίνει στα όνειρα των ανθρώπων, όπως η ίδια επιθυμούσε. Όμως, όταν άκουσε το όνειρο του Κουάνγκ-Σου για την κόκκινη κλωστή, δεν έδειξε να χαίρεται καθόλου.
Δεν ήταν κακό ταίρι ο Κουάνγκ-Σου: μοναχοπαίδι, από καλή και πλούσια οικογένεια, καλοσπουδαγμένος, με πολλά χαρίσματα. «Αν είχα δύο κόρες, θα σου' δινα μετά χαράς τη μία», είπε η γριά, «όμως τη Λινγκ-Λινγκ δεν γίνεται να την παντρευτείς».
Γιατί η Λινγκ-Λινγκ ήταν πολύ όμορφη, κι ένας μανδαρίνος από το Γιουν-ναν ήθελε να την κάνει γυναίκα του. «Το ξέρω, έχει τέσσερις φορές την ηλικία της», είπε η γριά στον Κουάνγκ-Σου, «όμως είναι πολύ πλούσιος. Όλα του τα σερβίτσια είναι χρυσά και λένε πως και τα ξυλάκια του φαγητού του είναι χρυσά, στολισμένα με διαμάντια».
«Δεν θέλω να τον παντρευτώ», είπε η Λινγκ-Λινγκ, «είναι γέρος και ρυτιδιασμένος σαν καφετιά μαϊμού. Κι ύστερα, η Νεράιδα του Φεγγαριού δεν έδεσε το πόδι μου στο δικό του».
«Δεν έχεις άδικο», είπε η μητέρα της αναστενάζοντας. Θα 'θελε μέσα απ' την καρδιά της να διώξει αμέσως τον Κουάνγκ-Σου, όμως ήξερε ότι αν πράγματι η κόκκινη κλωστή έδενε τους δύο νέους, ήταν πολύ επικίνδυνο να το κάνει. Δεν πρέπει να παίζεις με τέτοια πράγματα. Γι' αυτό και κάλεσε τον Κουάνγκ-Σου να μπει στο σπίτι. «Ελα μέσα, παλικάρι μου», του είπε. «Θα δω τι μπορώ να κάνω για σένα». Το σπίτι μοσχοβολούσε από βότανα και μυρωδικά και πάνω σ' ένα σκαμνί, στη μέση του δωματίου, βρισκόταν ένα γουδί με το γουδοχέρι του.
«Εδώ μέσα», είπε η γριά, «τρίβω και κοπανάω τα μαγικά βοτάνια που μου προμηθεύουν τα Τζίνια του βουνού. Όμως, κοίτα, σπάσανε και τα δύο. Χρειάζομαι καινούργιο γουδί και γουδοχέρι».
«Θα σου αγοράσω αμέσως ένα απ' το Γιουν-ναν», είπε ο Κουάνγκ-Σου.
«Τι να μου κάνει ένα απλό γουδί!» έκανε η γριά. «Ετούτο εδώ είναι καμωμένο από νεφρίτη, γι' αυτό είναι μαγικό. Μπορείς να βρεις ένα παρόμοιο, αν πας να συναντήσεις τα Τζίνια στη χώρα τους, μακριά στο βουνό, πάνω από τη θάλασσα με τα πετράδια. Αν τα καταφέρεις, τότε θα παντρευτείς τη Λινγκ-Λινγκ».
Ιδέα δεν είχε ο Κουάνγκ-Σου πού βρισκόταν η χώρα αυτή, όμως η Λινγκ-Λινγκ τον πήρε από το χέρι και του έδειξε μια χιονισμένη οροσειρά στο βάθος του ορίζοντα, όπου ξεχώριζε μια μυτερή κορφή. «Εκεί ζουν τα Τζίνια» του είπε. «Εκεί ψηλά, στο βουνό Φούμι. Κάθονται στο χιόνι και κοιτάζουν τη θάλασσα με τα πετράδια. Όμως, για να φτάσεις στο βουνό, πρέπει να διασχίσεις το Γαλάζιο Ποτάμι, το Λευκό Ποτάμι, το Κόκκινο Ποτάμι και το Μαύρο Ποτάμι, γεμάτα και τα τέσσερα από τέρατα και ψάρια τρομερά. Γι' αυτό σε στέλνει εκεί η μητέρα μου. Πιστεύει ότι δεν θα γυρίσεις ζωντανός».
«Δεν με τρομάζουν τα ψάρια», είπε ο Κουάνγκ-Σου, «και ξέρω να κολυμπώ». «Υποσχέσου μου ότι δεν θα κολυμπήσεις», επέμεινε η Λινγκ-Λινγκ. «Θα σε καταβροχθίσουν στο λεπτό. Πάρε μαζί σου αυτό το κουτάκι. Μέσα θα βρεις έξι κόκκινους σπόρους. Σε κάθε ποτάμι που θα φτάνεις ρίξε από έναν στα νερά, κι αυτό θα γίνει ένα ρυάκι τόσο στενό, που θα μπορέσεις να το δρασκελίσεις».
Κι έτσι, ο Κουάνγκ-Σου ξεκίνησε για το ταξίδι του. Στον δρόμο πέρασε απ' το χωριό όπου ζούσαν οι γονείς του για να τους δει και να τους αφηγηθεί τα όσα είχαν συμβεί από τότε που είχε φύγει από το σπίτι.
Η μητέρα του Κουάνγκ-Σου ήταν πολύ σοφή γυναίκα -όπως είναι συνήθως οι μητέρες - και τον προειδοποίησε ότι τα Τζίνια μπορεί να θύμωναν αν μεταμόρφωνε τα μαγικά ποτάμια τους σε ρυάκια. «Τότε μπορεί να μη σου δώσουν το γουδί από νεφρίτη», του είπε. «Ομως, μη φοβάσαι. Πάρε αυτό το σακουλάκι, που περιέχει έξι λευκά σποράκια. Κάθε φορά που διασχίζεις, επιστρέφοντας, ένα ρυάκι, θα ρίχνεις πίσω σου από έναν σπόρο, κι εκείνο θα ξαναγίνεται ποτάμι».
Ξημέρωσε η επόμενη μέρα, και ο Κουάνγκ-Σου ξεκίνησε το μεγάλο του ταξίδι. Περπάτησε μέρες πολλές· και στο τέλος της έβδομης, έφτασε στο Γαλάζιο Ποτάμι. Ήταν χιλιόμετρα μακρύ και βαθυγάλανο, σαν τον ουρανό το κατακαλόκαιρο. Ψάρια θεόρατα κολυμπούσαν στην επιφάνεια, με κεφάλια σφαιρικά και με δύο σειρές κοφτερά δόντια. Όμως, ο Κουάνγκ-Σου πέταξε έναν κόκκινο σπόρο στο νερό που έγλειφε τις όχθες και στη στιγμή το μεγάλο Γαλάζιο Ποτάμι συρρικνώθηκε, έγινε ένα μικρό ρυάκι. Τα πελώρια ψάρια μεταμορφώθηκαν σε μικροσκοπικά πλάσματα που θύμιζαν γυρίνους κι αυτός, με μια δρασκελιά, πέρασε στην απέναντι όχθη.
Συνέχισε τον δρόμο του και ύστερα από λίγες ώρες έφτασε στο Λευκό Ποτάμι, ακόμα πιο φαρδύ από το πρώτο, άγριο κι αφρισμένο, γεμάτο τεράστια θαλάσσια φίδια.
«Μπα, δεν θα καταφέρω να το περάσω μ' ένα πήδημα», σκέφτηκε ο Κουάνγκ-Σου πετώντας έναν από τους κόκκινους σπόρους στο νερό. Όμως, με έκπληξη διαπίστωσε ότι και το ποτάμι αυτό μεταμορφώθηκε σε μικρό κυματιστό ρυάκι, με χέλια μικρά ως δύο πιθαμές, να στριφογυρίζουν στον βυθό του.
Ο Κουάνγκ-Σου πήδησε ανάλαφρα πάνω από τα νερά και περπάτησε πολύ ώσπου να βρει το Κόκκινο Ποτάμι. Αυτό ήταν ακόμα μεγαλύτερο, κατακόκκινο, όμοιο με χείμαρρο από λιωμένο κερί. Σαν γέφυρα, παραταγμένοι από τη μια ως την άλλη όχθη, κροκόδειλοι με ορθάνοιχτα στόματα παραμόνευαν τον αστόχαστο διαβάτη. «Ελα κόκκινο σποράκι μου!», ψιθύρισε το παλικάρι, ανοίγοντας το κουτί του. Το επόμενο λεπτό, στη θέση των κροκοδείλων βρίσκονταν κάτι μικρούλες σαύρες και το ποτάμι είχε μεταμορφωθεί σε ένα λασπωμένο αυλάκι. Ένα μεγάλο βήμα έκανε ο Κουάνγκ-Σου και πέρασε απέναντι, για να βρεθεί, όμως, μπροστά σ' ένα Τζίνι που' χε κατεβεί απ' τη χιονοκορφή για να δει ποιος τολμούσε να παίζει με τους τρεις τεράστιους ποταμούς. Ο Κουάνγκ-Σου του έδειξε το σακουλάκι του με τους άσπρους σπόρους.
«Θα ξαναδώσω στα ποτάμια τα νερά τους στην επιστροφή», του είπε. «Πρώτα όμως πρέπει να βρω τη χώρα όπου ζουν τα Τζίνια και να πάρω ένα γουδί και γουδοχέρι από νεφρίτη για τη μέλλουσα πεθερά μου».
Το Τζίνι γέλασε περιφρονητικά. «Πρώτα πρέπει να περάσεις το Μαύρο Ποτάμι», είπε. «Είναι μεγάλο σαν τη θάλασσα, γεμάτο ψάρια αγκαθωτά, με σαγόνια από σίδερο».
«Κι εσύ πώς περνάς απέναντι;» ρώτησε τολμηρά ο Κουάνγκ-Σου.
«Εγώ πετάω», αποκρίθηκε το Τζίνι.
«Κι εγώ πηδάω», απάντησε άφοβα ο Κουάνγκ-Σου.
Κι έτσι ξεκίνησαν πλάι πλάι και βάδισαν ώρες πολλές, μέχρι που έφτασαν στο Μαύρο Ποτάμι, μια απέραντη έκταση από νερό, μαύρη σαν το μελάνι. Η καρδιά του παλικαριού βούλιαξε στο στήθος του από ανησυχία, όμως έβγαλε τον τέταρτο σπόρο και τον είδε να εξαφανίζεται μέσα στο κατάμαυρο ρεύμα. Στο λεπτό, το ποτάμι στέρεψε, αφήνοντας μόνο ένα ρηχό ρυάκι να κυλάει στο γρασίδι ανάμεσα στα πόδια τους.
Το Τζίνι εντυπωσιάστηκε από τα θαυμάσια πράγματα που μπορούσε να κάνει ο Κουάνγκ-Σου, και καθώς δεν ήταν πραγματικά κακόκαρδο, προσφέρθηκε να του δείξει τον συντομότερο δρόμο για τη χώρα όπου ζούσαν τα Τζίνια, στην κορυφή του βουνού Φούμι. Αφού σκαρφάλωσαν στο βουνό για ώρα πολλή, έφτασαν τελικά κατάκοποι και βρήκαν οχτώ Τζίνια να κάθονται σε οχτώ χιονισμένες βουνοκορφές και να αγναντεύουν τη Θάλασσα με τα Πετράδια, όπως ακριβώς του είχε πει η Λινγκ-Λινγκ.
Ο Κουάνγκ-Σου έμεινε να κοιτάζει έκθαμβος τη Θάλασσα με τα Πετράδια, που λαμποκοπούσε με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Ξέχασε και το γουδί και το γουδοχέρι, καθώς ατένιζε τα κύματα να σπάζουν στην ακτή, και ν' αφήνουν πίσω τους χιλιάδες διαμάντια, ρουμπίνια, ζαφείρια και μαργαριτάρια.
Έτσι, λοιπόν, στεκόταν θαμπωμένος, ενώ το Τζίνι που του είχε δείξει τον δρόμο, διηγούνταν στους συντρόφους τα πάντα για τους θαυμαστούς κόκκινους και άσπρους σπόρους που κουβαλούσε μαζί του ο άφοβος νεαρός. «Πρέπει να τον αφήσουμε να πάρει το γουδί και το γουδοχέρι», τους είπε, «αλλιώς δεν θα μας ξαναδώσει τα ποτάμια μας.»
Τότε, τα οχτώ Τζίνια κούνησαν συμφωνώντας τα οχτώ κεφάλια τους και μίλησαν όλα μαζί με μια φωνή που ακούστηκε σαν βροντή. «Ας τα πάρει, αν μπορεί να τα κουβαλήσει», είπαν. Και γέλασαν μέχρι που σείστηκαν οι χιονισμένες βουνοκορφές, γιατί το γουδί από νεφρίτη ήταν δύο μέτρα ψηλό και ένα μέτρο πλατύ, ενώ το γουδοχέρι ήταν τόσο βαρύ που κανείς θνητός δεν μπορούσε να το σηκώσει.
Ο Κουάνγκ-Σου σκεφτόταν μ' όλη του τη δύναμη πώς θα κατάφερνε να κατεβάσει ένα τόσο τεράστιο γουδί από το βουνό και να το κουβαλήσει, διασχίζοντας τις κοιλάδες, μέχρι το Γιουν-ναν. Τα Τζίνια ακόμα γελούσαν μαζί του. «Μπορείς να το κουβαλήσεις αρκετά εύκολα», έλεγαν, «κι αν θες, μπορείς να γεμίσεις το γουδί με πολύτιμα πετράδια. Όποιος μπορεί να το κουβαλήσει άδειο, μπορεί να το κουβαλήσει και γεμάτο».
Ο Κουάνγκ-Σου καθόταν με σταυρωμένα χέρια και σκεφτόταν, και σκεφτόταν, χωρίς να δίνει σημασία στις κοροϊδίες τους. Δεν είχε σπουδάσει τρία χρόνια δίπλα στον πιο σοφό άνθρωπο του Γιουν-ναν για το τίποτα, κι ύστερα, ας μην ξεχνάμε, ήταν αποφασισμένος να παντρευτεί τη Λινγκ-Λινγκ.
Τότε, μεμιάς, του ήρθε μια λαμπρή ιδέα. Πήδηξε όρθιος και ρώτησε το φιλικό Τζίνι αν μπορούσε να του φτιάξει έναν μικρό σωρό από πέτρες πλάι στο γουδί. «Θέλω να δω τι έχει μέσα και δεν φτάνω», του είπε.
«Και γιατί δεν το κάνεις μόνος σου;», ρώτησε το Τζίνι. Ο Κουάνγκ-Σου απάντησε «γιατί πρέπει να κατεβώ στη Θάλασσα με τα Πετράδια και να μαζέψω πολύτιμους λίθους», κι έτρεξε στη θάλασσα και μάζεψε διαμάντια και ρουμπίνια, μαργαριτάρια, σμαράγδια και ζαφείρια, όσα περισσότερα μπορούσε να κουβαλήσει.
Ξανά και ξανά έκανε το ίδιο, αδειάζοντας τα κάθε φορά μέσα στο γουδί, ώσπου το γέμισε ως επάνω. Μάζεψε έτσι τόσα πετράδια που θα τον έκαναν τον πλουσιότερο άνθρωπο στην Κίνα.
Βλέπετε, ο κιτρινιάρης μανδαρίνος ήταν ο πλουσιότερος άντρας στο Γιου-ναν μονάχα. Αν ο Κουάνγκ-Σου μπορούσε να γίνει ο πλουσιότερος άνθρωπος σ' ολόκληρο το Βασίλειο, θα είχε πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να παντρευτεί τη Λινγκ-Λινγκ.
Όταν ο Κουάνγκ-Σου γέμισε το γουδί, το Τζίνι τού είπε: «Ωραία, και τώρα; Θα το φορτωθείς στην πλάτη ή στο κεφάλι σου;». Όμως, ο Κουάνγκ-Σου τού απάντησε χωρίς δισταγμό: «Θα το κουβαλήσω απλώς κάτω από τη μασχάλη!».
Έπειτα έβγαλε το κουτάκι του, πήρε έναν κόκκινο σπόρο και τον έριξε πάνω στον σωρό με τα πετράδια. Ώσπου να πεις κύμινο, το γουδί και το γουδοχέρι μίκρυναν, μέχρι που πήραν μέγεθος κανονικό! Τότε, ο Κουάνγκ-Σου έβαλε το γουδοχέρι στην τσέπη του, και σηκώνοντας προσεκτικά το γουδί ώστε να μη χυθούν τα πολύτιμα πετράδια, έκανε μια βαθιά υπόκλιση στο Τζίνι και είπε: «Αντίο και σ' ευχαριστώ πολύ».
Τα Τζίνια έβγαλαν έναν τρομερό βρυχηθμό. Ακούστηκαν σαν δεκατρία λιοντάρια που φοβερίζουν τη λεία τους. Αυτή τη φορά δεν αστειεύονταν· ήταν εξαγριωμένα. Δεν τόλμησαν όμως να τον σταματήσουν, αφού ήξεραν ότι είχε τη δύναμη να κάνει ξανά ποτάμια τα τέσσερα ρυάκια.
Στον δρόμο της επιστροφής, ο Κουάνγκ-Σου έκανε ό,τι ακριβώς είχε υποσχεθεί στο Τζίνι. Αφού πέρασε το πρώτο ρυάκι και έριξε μέσα έναν λευκό σπόρο, το ρυάκι έγινε μια απέραντη έκταση από νερό μαύρο σαν μελάνι, γεμάτο από τεράστια αγκαθωτά ψάρια.
Μόλις είδαν τον Μαύρο Ποταμό να ξεδιπλώνεται και πάλι ανάμεσα σ' αυτά και τον έξω κόσμο, τα Τζίνια σταμάτησαν να βρυχώνται.
Στον Κόκκινο Ποταμό, στον Λευκό Ποταμό και στον Γαλάζιο Ποταμό ο Κουάνγκ-Σου έκανε ακριβώς το ίδιο. Και από τη μέρα εκείνη μέχρι σήμερα, κανείς δεν έχει καταφέρει να βρει τη χώρα όπου ζουν τα Τζίνια, αφού κανείς εκτός από τον Κουάνγκ-Σου δεν μπόρεσε να διασχίσει τον Μπλε Ποταμό, πόσω μάλλον τους άλλους τρεις.
Εφτά μερόνυχτα ταξίδεψε ο Κουάνγκ-Σου, ώσπου έφτασε στο Γιου-τσαν, στο σπίτι του πατέρα και της μητέρας του. Τους διηγήθηκε όσα του είχαν συμβεί από τότε που τους άφησε. Για κάθε λευκό σπόρο που του είχε δώσει η μητέρα του, της χάρισε ένα διαμάντι, ένα ρουμπίνι, ένα σμαράγδι, ένα μαργαριτάρι, ένα ζαφείρι κι ένα μεγάλο ροζ τοπάζι· το καθένα τους ήταν μεγάλο σαν αβγό.
Έπειτα, συνέχισε για το Γιου-ναν, όπου διαπίστωσε ότι παρότι που έλειπε έναν μήνα μονάχα, η μητέρα τής Λινγκ-Λινγκ είχε διαδώσει ότι δεν ζούσε πια. Κι ακόμα, ότι είχε καλέσει όλους τους φίλους της σε γλέντι, για να γιορτάσει τον γάμο της κόρης της με τον κιτρινιάρη μανδαρίνο.
Ευτυχώς, όταν ο Κουάνγκ-Σου έφτασε, ο γάμος δεν είχε ακόμη γίνει. Η Λινγκ-Λινγκ, φορώντας το νυφικό της από ρόδινο μετάξι κεντημένο με ασημένια κλωστή, στεκόταν κάτω από τη ροδακινιά. Μόλις είδε τον Κουάνγκ-Σου, ρίχτηκε στην αγκαλιά του και έκλαψε από χαρά. Τότε, ξεπρόβαλε η μητέρα της από το σπίτι.
«Αργησες πολύ για τον γάμο», του είπε. «Χαίρομαι, όμως, που κατάφερες να φέρεις το γουδί. Θα στο αγοράσω με τα λεφτά του μανδαρίνου».
«Δεν θέλω ούτε δεκάρα απ' τα λεφτά του!» φώναξε ο Κουάνγκ-Σου κι έριξε έναν άσπρο σπόρο μέσα στο γουδί, που άρχισε να μεγαλώνει, και να μεγαλώνει, και να μεγαλώνει, τόσο που κάλυψε όλο το χωράφι κάτω απ' τη ροδακινιά. Ρουμπίνια και διαμάντια ξεχύθηκαν παντού, κι ενώ οι καλεσμένοι παρακολουθούσαν έκθαμβοι, ο κιτρινιάρης μανδαρίνος όρμησε ασυγκράτητος, για να μαζέψει όσα περισσότερα μπορούσε.
«Τι ντροπή!», ψιθύριζαν ανάμεσά τους γνωστοί και φίλοι, βλέποντας τον γερο-τσιγκούνη να γονατίζει και να σέρνεται ανάμεσα στα χορτάρια. Τότε, ο Κουάνγκ-Σου του πρότεινε να του προσφέρει τρία ρουμπίνια, μεγάλα σαν αβγά από στρουθοκάμηλο, αν έφευγε μακριά και δεν ξανάκανε ποτέ πια κουβέντα για γάμο με τη Λινγκ-Λινγκ. Γέλασαν ως και τα μουστάκια τού μανδαρίνου, που δεν περίμενε να του το ξαναπεί ο Κουάνγκ-Σου: πήρε ό,τι του έδωσαν και έφυγε τρέχοντας, κι ακόμα τρέχει. Ίσως όμως και να γνώριζε ότι δεν είχε καμία τύχη απέναντι σ' έναν νέο τόσο ερωτευμένο, που έφτανε να σκορπίζει τα διαμαντικά σαν να' ταν βότσαλα της θάλασσας.

(Μετάφραση από τους φοιτητές του πρώτου έτους του Αγγλικού Τμήματος του ΕΚΕΜΕΛ: Γιάννη Γεωργόπουλο, Φωτεινή Βασίλη, Ευγενία Γκόζιακα, Δέσποινα Δαμιανίδου, Θάνο Καραγιαννόπουλο, Νάντια Μποβολή, Αιμιλία Παπαδοπούλου, Ασημίνα Τάππα, Δρανδάκη Αννα, Γρηγόρη Χρυσικό.
Από την "ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ" της "Ελευθεροτυπίας" της Παρασκευής, 28 Δεκεμβρίου 2007)

Πηγή: http://ypeppas.blogspot.gr