Λαϊκά παραμύθια. 

Τα λαϊκά παραμύθια (όπως και οι μύθοι και οι παραδόσεις*) αποτελούν μία από τις πιο σημαντικές γλωσσικές, λογοτεχνικές, πολιτισμικές και κοινωνικές εκδηλώσεις ενός λαού. Η λέξη ‘παραμύθι’ (παρά + μύθος) συνδέεται με το ρήμα ‘παραμυθούμαι’, που στην αρχαιότητα το συναντούμε με διαφορετικές σημασίες: «δίνω θάρρος, προτρέπω, παρηγορώ, συμβουλεύω, ανακουφίζω, υποστηρίζω». Ο ‘παραμυθητής’ ήταν αυτός που έδινε παρηγοριά, ενώ ‘παραμυθία’ και ‘παραμύθιον’ ήταν η ενθάρρυνση, η προτροπή, η παρηγοριά*.
Στην αρχαιότητα αυτό που εννοούμε σήμερα ως παραμύθι δηλωνόταν με τη λέξη μύθος, ενώ η ίδια η λέξη (παραμύθι) εμφανίζεται για πρώτη φορά σε ελληνικό λεξικό με τη σημερινή της σημασία στα μέσα του 17ου αιώνα. Στο πλαίσιο του σύγχρονου καθημερινού λόγου, τη λέξη ‘παραμύθι’ τη χρησιμοποιούμε με διπλό και αντιθετικό τρόπο, υποτιμητικά για να δηλωθεί κάτι ψευδές και αβάσιμο (π.χ. «άσε τα παραμύθια»), ενώ υπερθετικά και με θαυμασμό όταν χαρακτηρίζουμε κάτι υπερβολικά όμορφο (π.χ. «παραμυθένιας ομορφιάς»). Φυσικά η αμφισημία αυτή παραπέμπει στα βασικά χαρακτηριστικά του παραμυθιού: από τη μια το παραμύθι αποτελεί μία φανταστική και α- χρονική διήγηση και από την άλλη ένα σαγηνευτικό μέσο που μεταφέρει τους αναγνώστες του σε ονειρικούς τόπους.
Η αναζήτηση της γέννησης και της καταγωγής των λαϊκών παραμυθιών ξεκίνησε το 19ο αιώνα στην Ευρώπη. Από τότε έχουν διατυπωθεί  πολλές και διαφορετικές ερμηνείες από έγκριτους πάντα μελετητές. Οι επικρατέστερες υποστηρίζουν την καταγωγή από την Ινδοευρωπαϊκή φυλή, ή αποκλειστικά από την Ινδική, ενώ αντίθετα κάποιες άλλες προβάλλουν το επιχείρημα της ταυτόχρονης γέννησης παραλλαγών πάνω στο ίδιο θέμα, σε διαφορετικά έθνη, λόγω της λειτουργίας του ανθρώπινου νου και των πανανθρώπινων ψυχολογικών προτύπων. Επιπλέον, στηρίζεται και η άποψη ότι τα λαϊκά παραμύθια έχουν τις ρίζες τους σε κάποια γραπτά κείμενα, δηλαδή σε κάποιου είδους αρχαία λογοτεχνία που όμως έχει χαθεί στο χρόνο. Πιθανότερο βέβαια, φαίνεται να είναι ότι οι πρώτοι άνθρωποι εμπνεύστηκαν κάποια στιγμή με τη φαντασία τους –πάντα με αφορμή τα ερεθίσματα της φύσης- ιστορίες και μύθους που ταξίδεψαν και αναγεννήθηκαν σε κάθε περιοχή του κόσμου, ανάλογα με τις κατά τόπους ανάγκες και επιθυμίες. Και, μάλλον, ο λόγος για τον οποίο οι μύθοι των διάφορων λαών μοιάζουν αναμεταξύ τους, οφείλεται στη δομή που διέπει το ανθρώπινο μυαλό, αφού και η ίδια η ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού επαναλαμβάνεται.
Αναφορικά με την εσωτερική σύσταση του παραμυθιού, πάντως, μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερις διαφορετικές αλλά και αλληλοσυμπληρούμενες θεωρίες. Η μυθολογική θεωρία υποστηρίζει πως τα παραμύθια είναι ένας απόηχος ή και μια σύνθεση των πρωτόγονων ή και των αρχαϊκών μύθων, στους οποίους οι ήρωες αποτελούν ενσαρκώσεις των φυσικών στοιχείων και φαινομένων. Η συμβολιστική θεωρία, από την άλλη, πρεσβεύει την άποψη ότι τα λαϊκά παραμύθια είναι ό, τι απέμεινε από τις πρωτόγονες αποκρυφιστικές τελετουργίες των πρώτων λατρευτικών εκδηλώσεων. Η ψυχαναλυτική θεωρία απομακρύνεται από τα προηγούμενα πρότυπα, θέτοντας το ζήτημα της στενής σχέσης των παραμυθιών με τα όνειρα, τόσο σε επίπεδο θεμάτων, όσο και σε επίπεδο εξέλιξης της πλοκής, αλλά και σε επίπεδο ερμηνείας. Υποστηρίζεται, μάλιστα, ότι αν σε ατομικό επίπεδο, το υποσυνείδητο εκφράζεται με τα όνειρα, σε συλλογικό επίπεδο εκφράζεται με το μύθο. Τέλος, η ανθρωπολογική θεωρία υποστηρίζει πως τα παραμύθια είναι απομεινάρια της προϊστορίας των ανθρώπων και αποκαλύπτουν σκέψεις και τρόπους ζωής των πρώτων κοινωνιών.
Όπως και να ’χει, το παραμύθι αντιμετωπίζεται σήμερα –όπως αντιμετωπίστηκε και στο παρελθόν- ως εργαλείο για τη διερεύνηση της ανθρώπινης σκέψης και του τρόπου έκφρασης των ανθρώπινων αναγκών, επιθυμιών και αναζητήσεων. Άλλωστε οι μύθοι εξακολουθούν να γεννιούνται/ να αναγεννιούνται και σήμερα και να ακολουθούν τους ρυθμούς και τις μεταβολές της σύγχρονης κοινωνίας.

Τα μαγικά παραμύθια

Τα παραμύθια διακρίνονται από τους μελετητές σε επιμέρους κατηγορίες: μαγικά, ευτράπελα, θρησκευτικά, παραμύθια με ζώα, νουβέλες. Η Πούλια και ο Αυγερινός, για παράδειγμα, είναι ήρωες ενός μαγικού παραμυθιού. Σε αυτό το είδος της λαϊκής αφήγησης οι πρωταγωνιστές ανήκουν ταυτόχρονα στον πραγματικό και τον υπερφυσικό κόσμο, χωρίς αυτό να προκαλεί σύγχυση και χωρίς ο ένας να αναιρεί τον άλλον, αφού το μαγικό στοιχείο εντάσσεται πάντα φυσιολογικά στη ζωή των ηρώων. Βασιλόπουλα και πριγκίπισσες, φτωχά παιδιά και απεγνωσμένες μητέρες, ξεπερνούν εμπόδια και επιτυγχάνουν στόχους φαινομενικά ακατόρθωτους με τη βοήθεια εξωγενών μαγικών παραγόντων, ενώ οι ικανότητές τους αγγίζουν συχνά το υπερφυσικό. Η πορεία προς το στόχο, βέβαια, είναι πάντοτε μέσα από αγώνες με κακόβουλους γείτονες, συγγενείς όλο φθόνο, μάγισσες, δράκους κ.ά. που, όμως, αντιμετωπίζονται με επιτυχία, καθώς το κακό και η αδικία πάντα τιμωρούνται -κάποτε και πολύ σκληρά. Το πνεύμα της αισιοδοξίας, λοιπόν, επικρατεί αφού η απειλή καταρρέει από τη δύναμη της καλοσύνης και της ομορφιάς. Και φυσικά, το βασικό γνώρισμα των μαγικών παραμυθιών είναι το ευτυχισμένο τέλος. Μία ευτυχία που ορίζεται από τη δικαίωση, αλλά και το γάμο και τον πλούτο. Είναι σημαντικό να ειπωθεί εδώ πως ο θάνατος δεν έχει θέση στο παραμύθι. Κι αν κάποτε ο ήρωας οδηγείται σε αυτόν, ακολουθεί η σύντομα η ανάστασή του ή η μεταμόρφωσή του σε κάτι άπιαστο και αιώνιο (όπως για παράδειγμα η μεταμόρφωση της Πούλιας και του Αυγερινού σε αστέρια).
Το βάρος της αφήγησης των παραμυθιών πέφτει στην πλοκή, στις περιπέτειες των ηρώων και όχι στους ίδιους τους ήρωες. Γι’ αυτό και δεν δίνεται ποτέ καμιά εκτενής περιγραφή της προσωπικότητάς τους, παρά χαρακτηρίζονται απλώς ως όμορφοι ή/και καλοσυνάτοι.  Όπως δεν ενδιαφέρουν και οι κοινωνικές σχέσεις. Αναφέρεται συνήθως μόνο η πυρηνική οικογένεια, πατέρας, μάνα, αδέλφια ή όποιος τρίτος θεωρείται απαραίτητος για την ώθηση της ιστορίας. Και αναφορικά με την οικογένεια, δεν θα ήταν λάθος να σημειώναμε πως το παραμύθι εστιάζει την προσοχή του στη ρήξη των σχέσεων. Πιο απλά, ο ήρωας αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι του και να διατρέξει όλους αυτούς τους κινδύνους, συνηθέστατα εξαιτίας της επιθυμίας μελών της οικογένειάς του να τον βλάψουν.
Άλλο συχνό μοτίβο των λαϊκών παραμυθιών είναι η μεταμόρφωση. Οι ήρωες ή οι αντίπαλοί τους είναι συχνά ανθρώπινα όντα που μεταμορφώνονται σε ζώα ή φυτά ή ακόμη και ζώα που μιλούν και συμπεριφέρονται ως άνθρωποι. Συνήθως, η μεταμόρφωση αυτή είναι προϊόν κατάρας και στοιχείο που δίνει ώθηση στην πλοκή, καθώς εμποδίζει την ευτυχία των ηρώων. Αξίζει ακόμη να σημειωθεί πως, τις περισσότερες φορές, η μεταμόρφωση συμβαίνει σε ανοιχτό χώρο, στη φύση –συνήθως δάσος, κάμπο, ή περιβόλι- κάτι που επιτείνει τη μαγική ατμόσφαιρα, και μαρτυρεί πως ο άνθρωπος δεν αντιλαμβανόταν την ύπαρξή του αποκομμένη από τη φύση, αλλά θεωρούσε τον εαυτό του ως μέρος του όλου που απαρτίζει τον κόσμο του.
Όσο αφορά τη σκληρότητα των λαϊκών παραμυθιών, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα παραμύθια λέγονταν μεταξύ ενηλίκων, στις βραδινές συναντήσεις του χειμώνα, όταν μαζεύονταν για να αποτελειώσουν κάποια καθιστική δουλειά ή να ξεκουραστούν από το μόχθο της ημέρας. Το ίδιο το γεγονός της σκληρότητας βέβαια, δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο μέσα στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής του και μόνο μέσα από τη σχέση του παραμυθιού με την πραγματικότητα. Είναι γεγονός, πάντως πως αυτή η βία ανησύχησε πολλούς μελετητές, τόσο που κάποιοι στο παρελθόν θέλησαν να απομακρύνουν προβληματικές σκηνές. Εντούτοις, υποστηρίζεται ότι στα παραμύθια η αγριότητα δεν παρουσιάζεται με ρεαλιστικό τρόπο, ούτε αποδίδεται πειστικά. Γι’ αυτό και σε έρευνες που έχουν γίνει διαπιστώθηκε ότι οι σκηνές βίας ενοχλούν περισσότερο τους ενήλικες που έχουν τη δυνατότητα να σκεφτούν συνθετικά τους συμβολισμούς, παρά τα παιδιά.
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που εκδηλώνεται τα τελευταία χρόνια για το παραμύθι, τόσο σε επίπεδο μελέτης και εκδόσεων, όσο και σε επίπεδο αναβίωσης των λαϊκών αφηγήσεων, είτε μέσω της αναπαραγωγής των παλαιότερων τεχνικών, είτε μέσω των παραστάσεων, φαίνεται αρχικά παράδοξο σε ένα κόσμο, στον οποίο η εξέλιξη και τα επιτεύγματα της τεχνολογίας έχουν αλλάξει ριζικά το ρυθμό και τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων. Εντούτοις, ο λαϊκός λόγος με τη σοφία του, την ικανότητα του από τη μια να παρακινεί την κοινή λογική και από την άλλη να διεγείρει τη φαντασία και να προσφέρει ‘παραμυθένιες’ διεξόδους στους αποδέκτες του (ακροατές, θεατές ή αναγνώστες) παραμένει σήμερα αναγκαίος ως απάντηση στον άκρατο ορθολογισμό και την αυτοματοποίηση της ανθρώπινης ζωή.
* Υπάρχει σαφώς μια διαφοροποίηση ανάμεσα στους τρεις αυτούς όρους με την οποία έχουν ασχοληθεί εκτενώς οι μελετητές, η οποία αφορά κυρίως το περιεχόμενο αλλά και την προέλευση των θεμάτων τους.
* Χατζητάκη- Καψωμένου Χρυσούλα, Το νεοελληνικό λαϊκό παραμύθι

Βιβλιογραφία:

- Λουκάτος Δ. Σ. (Εισαγωγή και επιμέλεια) Νεοελληνικά Λαογραφικά Κείμενα, Βασική Βιβλιοθήκη αρ. 48,  εκδ. Ε. & Μ. Ζαχαρόπουλου, Αθήνα
- Παπαχριστοδούλου Πολ. Παραμύθια Αδριανουπόλεως (Αρχείον Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού τόμος 2
- Παπαρουσσοπούλου Π. Αθανασία, Λαογραφικά παραμύθια της Μακεδονίας, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, Θεσσαλονίκη 2004
- Χατζητάκη- Καψωμένου Χρυσούλα (εισαγωγή και επιλογή κειμένων), Το  νεοελληνικό λαϊκό παραμύθι, φιλολογική έκδοση των κειμένων Γ. Μ. Παράσογλου, εκδ. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2002
- Κουβεντιάζοντας…για τα Παραμύθια, Πρακτικά της διημερίδας που πραγματοποιήθηκε από 31/ 3- 1/ 4/ 2001, Σχολικός Συνεταιρισμός του 2ου Δημοτικού σχολείου Ταύρου, εκδ. Μολύβιος Νιάου

Πηγή: http://hopesperformance.blogspot.gr