Το άγχος στα παραμύθια και οι ανθρωπολογικές δομές των ψυχαναλυτικών θεωριών. 

Του Roland Schols, ψυχαναλυτή, εξειδικευμένου στην Αναλυτική Θεραπεία του Carl Jung.
(πηγή: www.jung-psychanalyse.be. Η μετάφραση από τα γαλλικά έγινε από την Άννα Αλιφραγκή).

1.      Οι ψυχαναλυτικές θεωρίες του Καθεστώτος της Ημέρας (Régime Diurne)

1.      «Το Γαϊδουροτόμαρο» και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα

            Η θεωρία της πραγματικής αποπλάνησης (séduction restreinte)

            Η κλασική θεωρία του οιδιποδείου συμπλέγματος

            Η θεωρία της φαντασιωσικής αποπλάνησης (séduction généralisée)

2.      Από τη Χιονάτη στη Σταχτοπούτα: η παρανοειδής και καταθλιπτική θέση της Melanie Klein

3.      Η Κοκκινοσκουφίτσα και ο απορριπτικός αποκλεισμός του ονόματος του πατέρα (la forclusion du nom du père)

4.      Το δωμάτιο του Κυανοπώγωνα και ο πρωκτικός εγκλεισμός

2.      Οι ψυχαναλυτικές θεωρίες του Καθεστώτος της Νύκτας (Régime Nocturne)

3.      Βιβλιογραφία

Εισαγωγή

Αν συγκρίνει κανείς διάφορες ψυχαναλυτικές θεωρίες θα εκπλαγεί από το γεγονός ότι κάθε μία από αυτές έχει την τάση να περιορίσει το πεδίο της ψυχοπαθολογίας ευνοώντας ένα καθορισμένο τύπο άγχους. Σκέφτηκα να παρουσιάσω αυτό το θέμα χρησιμοποιώντας τα παραμύθια για να περιγράψω τον τύπο άγχους που ευνοεί η κάθε θεωρία. Είναι γεγονός ότι σε κάθε τύπο άγχους αντιστοιχεί μία ολόκληρη σειρά παραμυθιών. Αλλά ανάμεσα σ’ αυτά τα παραμύθια βρίσκει κανείς πάντα ένα πολύ γνωστό παραμύθι (μερικές φορές δύο) που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απεικόνιση μιας συγκεκριμένης θεωρίας.
Μελετώντας τις αντιστοιχίες μεταξύ των ψυχαναλυτικών θεωριών και των παραμυθιών αντιμετώπισα έμμεσα ένα πρόβλημα: μερικά παραμύθια μοιάζουν περισσότερο μεταξύ τους παρά με κάποια άλλα. Για παράδειγμα υπάρχει μεγαλύτερη ομοιότητα μεταξύ της Σταχτοπούτας και του Γαϊδουροτόμαρου παρά μεταξύ της Σταχτοπούτας και του Κοντορεβυθούλη. Κατά την ενασχόλησή μου με τις αντιστοιχίες μεταξύ των ψυχαναλυτικών θεωριών και των παραμυθιών, στην πραγματικότητα άγγιξα έμμεσα το θέμα της σχέσης που έχουν οι ψυχαναλυτικές θεωρίες με το φανταστικό.

Η αρχετυπολογία του Gilbert Durand (1)

Στο δημοφιλές έργο του με τίτλο «Οι ανθρωπολογικές δομές του φαντασιακού», που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1969, ο Gilbert Durand υπέδειξε μία ισοτοπική ταξινόμηση των εικόνων. Αντιπαραθέτει δύο πόλους: Το Καθεστώς της Ημέρας (Le Régime Diurne) και το Καθεστώς της Νύκτας (Le Régime Nocturne).
Το Καθεστώς της Ημέρας διακρίνεται για τη σχιζομορφική δομή του. Η αντίθεση του καλού και του κακού είναι πάντα πολύ έντονη. Για παράδειγμα, η καλή νεράιδα προσωποποιεί το θετικό πόλο του μητρικού προτύπου ενώ η μητριά γίνεται μια κακιά μάγισσα. Βρισκόμαστε στο κέντρο του παρανοειδούς κόσμου της Melanie Klein. Όταν υποστήριζε στο «Φθόνος και Ευγνωμοσύνη» ότι κατά την παρανοειδή-σχιζοειδή θέση η φύση του άγχους είναι κυρίως παρανοειδής, και ότι οι μηχανισμοί άμυνας που χρησιμοποιούνται για να το περιορίσουν είναι κατά κύριο λόγο σχιζοειδείς (κεφ.ΙΙΙ), θα έπρεπε να πει στην πραγματικότητα ότι οι παρανοειδείς άμυνες είναι σχιζομορφικού τύπου. Υποστηρίζοντας ότι οι άμυνες είναι σχιζοειδείς, η Melanie Klein δημιούργησε μία σύγχυση, ίσως στην προσπάθειά της να προσαρτίσει τη σχιζοειδή θέση του Fairbairn στη δική της παρανοειδή-σχιζοειδή θέση. Πράγματι, στον Fairbairn είναι τα άγχη εκείνα που είναι σχιζοειδή, και αυτά τα άγχη είναι πιο πρώιμα από τα παρανοειδή άγχη που εμφανίζονται για πρώτη φορά γύρω στον έκτο μήνα. Το Καθεστώς της Ημέρας αντιστοιχεί επίσης σε ένα πιο προηγμένο στάδιο ανάπτυξης του παιδιού απ’ ό,τι το Καθεστώς της Νύκτας, γιατί απαιτεί μια πιο διαφοροποιημένη συνείδηση. Θα δούμε ότι οι οιδιπόδειες θεραπείες ανήκουν όλες στο Καθεστώς της Ημέρας.

Το Καθεστώς της Νύκτας διακρίνεται από την αμφίπλευρη φύση του. Η αντίθεση μεταξύ καλού και κακού μειώνεται με τη χρήση του ευφημισμού. Ο Κοντορεβυθούλης οδηγεί τα αδέλφια του στο πατρικό σπίτι, αλλά είναι επίσης εκείνος που τα οδηγεί στο σπίτι του δράκου. Δεν είναι ο γενναίος ήρωας που αντιμετωπίζει τον κακό με το σπαθί στο χέρι, γιατί ο δράκος νικήθηκε με πονηριά. Επίσης δε διστάζει να σκοτώσει αθώους προκειμένου να σώσει τ’ αδέλφια του, αλλάζοντας τους σκούφους τους με τις κορώνες που φορούσαν οι κόρες του δράκου. Έτσι ο δράκος καταβροχθίζει τα παιδιά του. Παρόλα αυτά ο δράκος ανήκει στο Καθεστώς της Ημέρας. Στην περίπτωση του λύκου στο παραμύθι «Ο λύκος και τα 7 κατσικάκια» δεν συμβαίνει το ίδιο, αφού η καταβρόχθιση των κατσικιών μεταβάλλεται σε ένα αθώο ρούφηγμα (σημ. ο λύκος τα κατάπιε αμάσητα), που επιτρέπει στη μητέρα να τα ελευθερώσει αργότερα ανοίγοντας την κοιλιά του λύκου. Διαπιστώνουμε ήδη ότι το Καθεστώς της Νύκτας έχει σχέση με το στάδιο του πιπιλίσματος και του ρουφήγματος με τα χείλια, που προηγείται του σταδίου της μάσησης.

Είδαμε ότι το Καθεστώς της Ημέρας χαρακτηρίζεται από τη σχιζομορφική δομή του. Στο Καθεστώς της Νύκτας ο Durand διέκρινε δύο διαφορετικές δομές, μία μυστικιστική και μία συνθετική.
* Η μυστικιστική δομή είναι σίγουρα η πιο πρωτόγονη. Στηρίζεται ουσιαστικά σε μια διαδικασία ευφημιστικής αναστροφής που φθάνει μέχρι την αντίφραση. Το ζητούμενο είναι η μετουσίωση του αρνητικού σε θετικό, σα να μπορούσε, με μια διαδικασία διπλής άρνησης, να μεταμορφωθεί το φαρμάκι σε φάρμακο. Αυτό μπορεί να πάρει πολύ αστείες διαστάσεις, όπως π.χ. στον Παπουτσωμένο Γάτο, όπου ο Δράκος φαγώθηκε από το Γάτο αφού μεταμορφώθηκε σε ποντίκι κι από κυνηγός έγινε θήραμα. Από θεραπευτική άποψη, η ευφημιστική αναστροφή μεταβάλλει το άγχος της επικίνδυνης παλινδρόμησης και της πτώσης στην τρέλα σε μια μυητική κάθοδο που έχει θεραπευτικό χαρακτήρα. Βρισκόμαστε εδώ στον κόσμο του Balint, όπου η τέχνη του θεραπευτή πρέπει να αποτρέπει τον κίνδυνο της επιβλαβούς παλινδρόμησης, ενώ συγχρόνως να προετοιμάζει το έδαφος για μια ωφέλιμη παλινδρόμηση. Η μετατροπή ενός τρομακτικού άγχους σε μια ιστορία που μπορεί να «καταβροχθιστεί» και να «χωνευτεί» από το εσωτερικό παιδί είναι η ίδια με την αντιφραστική μετατροπή. Είμαστε τότε στον κόσμο του Bion και της συμβιωτικής σχέσης μητέρας-παιδιού, όπου επικρατεί η λειτουργία της πέψης.
* Η συνθετική δομή χαρακτηρίζεται από τη διαλεκτική δραματοποίηση των ανταγωνιστών. Μέσα από τις κυκλικές ανατροπές και τις διαλεκτικές ταλαντεύσεις μεταξύ των ανταγωνιστικών πόλων, η συνθετική δομή βρίσκει το σκοπό της στην εναρμόνιση των αντιθέτων: συγχώνευση των αντιθέτων. Από ψυχοθεραπευτκή άποψη βρισκόμαστε στο περιβάλλον του C.G. Jung, όπου η αντιπαράθεση μεταξύ των αντιθέτων θα οδηγήσει το άτομο στην εξατομίκευση.
Η αρχετυπολογία του Durand θα μπορούσε κατά τη γνώμη μου να ταξινομηθεί ως εξής:
- μια τάση διαφοροποίησης της συνειδητότητας, που ξεχωρίζει σιγά σιγά από το ασυνείδητο καθώς μεγαλώνει το παιδί (τάση που ενισχύεται από τη σεξουαλική περιέργεια και την ώθηση για μάθηση),
- μια τάση παλινδρόμησης, που ωθεί το παιδί να ξαναβρεί την πρωτόγονη ασφάλεια της μήτρας (επιστροφή στη μητέρα),
- μια μέση οδός, που συνίσταται στην εδραίωση μιας διαλεκτικής ανάμεσα στις δύο αντίθετες τάσεις.

Σε κάθε τάση αντιστοιχεί ένα ιδιαίτερο ρήμα: «διακρίνω» για τη διαφοροποίηση, «συγχωνεύω» για την παλινδρόμηση και «επανασυνδέω» για τη διαλεκτική των ανταγωνιστών.

Αν και όλες οι τάσεις συναντώνται σε κάθε ψυχοθεραπευτική μέθοδο, μου είναι φανερό ότι οι διάφορες ψυχαναλυτικές θεωρίες δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα  στη μια ή την άλλη τάση. Ένας ασθενής χαμένος στην παρανοΪκή σύγχυση, που δεν μπορεί πια να ξεχωρίσει τα καλά από τα κακά αντικείμενα, έχει περισσότερη ανάγκη από διαφοροποίηση παρά από παλινδρόμηση. Όταν θέλουμε να ανακαλύψουμε τη βασική στέρηση (the basic fault) που κρύβεται πίσω από την προστασία ενός ψεύτικου εαυτού (Balint), η χρήση της παλινδρόμησης μπορεί να αποβεί απαραίτητη. Σε περίπτωση διάσπασης της προσωπικότητας, η διαλεκτική θεραπεία ανάμεσα στις ανταγωνιστικές πλευρές μπορεί να βοηθήσει. Στις μεταβιβαστικές νευρώσεις η παλινδρόμηση συχνά θα περιοριστεί στη συγκίνηση που προκαλεί μια καλή ερμηνεία δοσμένη σε κατάλληλη στιγμή. Στην ψυχωσική μεταβίβαση, όπου η παλινδρόμηση πρέπει μάλλον να αποφεύγεται παρά να προκαλείται, η διαλεκτική μεταξύ των προοδευτικών και των παλινδρομικών τάσεων μπορεί μερικές φορές να επιτρέψει τη δημιουργία ενός χώρου παιχνιδιού.
  
1.      Οι ψυχαναλυτικές θεωρίες του Καθεστώτος της Ημέρας

«Το Γαϊδουροτόμαρο» και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα

Το λαϊκό παραμύθι «Το Γαϊδουροτόμαρο», από το οποίο εμπνεύστηκε ο Perrault και συνέθεσε μια παραλλαγή σε στίχους που παρουσιάστηκε το 1691, ήταν τόσο διαδεδομένο τον 17ο αιώνα που, σύμφωνα με το Λεξικό της Γαλλικής Ακαδημίας, ο τίτλος του εκείνη την εποχή ισοδυναμούσε με τη λέξη «παραμύθι». (Soriano 1968 – 1977, σελ. 117-118).

Παράθεση περίληψης του παραμυθιού

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας τρανός βασιλιάς που είχε παντρευτεί μια όμορφη βασίλισσα και είχαν μια χαρισματική κόρη. Ο βασιλιάς είχε στην κατοχή του κι ένα γάιδαρο που αντί για κοπριά έβγαζε χρυσάφι.

Κάποτε η βασίλισσα αρρώστησε βαριά και πριν πεθάνει όρκισε το βασιλιά να μην ξαναπαντρευτεί παρά μονάχα όταν θα βρει μια γυναίκα πιο όμορφη και άξια από εκείνη. Αφού πέρασε πολύς καιρός, ο βασιλιάς θέλησε να ξαναπαντρευτεί. Δεν εύρισκε όμως καμιά γυναίκα πιο όμορφη και πιο άξια από την πεθαμένη του γυναίκα. Αφού έψαξε παντού, στο τέλος πρόσεξε ότι η κόρη του ήταν πιο όμορφη και άξια από τη μητέρα της και αποφάσισε ότι αυτήν θα έπαιρνε για γυναίκα του.

Όταν ανακοίνωσε την απόφασή του στην κόρη του εκείνη τον χιλιοπαρακάλεσε να μην την αναγκάσει να κάνει τέτοιο πράγμα. Αυτός όμως δεν άλλαζε γνώμη και άρχισε τις ετοιμασίες για το γάμο. Η βασιλοπούλα, απελπισμένη, πήγε να συμβουλευτεί τη νονά της, τη νεράιδα. Εκείνη τη συμβούλεψε να πει στον πατέρα της ότι θα τον παντρευτεί μόνο αν της χαρίσει ένα φόρεμα που να έχει το χρώμα της Ημέρας. Ήλπιζε ότι ο βασιλιάς δε θα κατάφερνε να βρει τεχνίτες να του φτιάξουν ένα τέτοιο φόρεμα. Όμως οι τεχνίτες του βασιλιά έφτιαξαν ένα ασύγκριτο φόρεμα στο χρώμα του γαλάζιου ουρανού.

Η νεράιδα-νονά συμβούλεψε τη βασιλοπούλα να ζητήσει ένα φόρεμα στο χρώμα της σελήνης. Οι τεχνίτες του βασιλιά μπόρεσαν να της φτιάξουν και αυτό το φόρεμα, καθώς και ένα τρίτο φόρεμα που ζήτησε, στο χρώμα του ήλιου. Τότε η νεράιδα-νονά, θυμωμένη που όλες οι ιδέες της είχαν αποτύχει, συμβούλεψε τη βασιλοπούλα να ζητήσει από τον πατέρα της το τομάρι του γαϊδάρου που έβγαζε τα χρυσά φλουριά. Γιατί νόμιζε ότι ο βασιλιάς δεν θα σκότωνε ποτέ το γάιδαρό του. Όμως ο βασιλιάς τον σκότωσε και χάρισε το τομάρι του στη βασιλοπούλα.

Η νεράιδα-νονά προέτρεψε τη βασιλοπούλα να τυλιχτεί με το τομάρι και να φύγει από το παλάτι. Έτσι κι έγινε. Η βασιλοπούλα έφυγε τυλιγμένη στο Γαϊδουροτόμαρο και προστατευμένη με τα μάγια της νεράιδας. Πήγε σε μια μακρινή πολιτεία κι έγινε υπηρέτρια σ’ ένα υποστατικό. Φορούσε πάντα το τομάρι του γαϊδάρου και γι’ αυτό τη φώναζαν «το Γαϊδουροτόμαρο». Με το τομάρι έδειχνε βρώμικη και άσχημη αλλά ήταν καλή στη δουλειά της. Και μόνο όταν ήταν γιορτή, κλεινόταν στο δωμάτιό της, έβγαζε ένα από τα όμορφα φορέματα που είχε ζητήσει από τον πατέρα της, το φορούσε και κοιταζόταν στον καθρέφτη, χωρίς κανένας να τη βλέπει.

Μια μέρα γιορτής πέρασε από κει το βασιλόπουλο κι από την κλειδαρότρυπα είδε την κοπέλα που φορούσε το φόρεμα με το χρώμα του ήλιου και έλαμπε η κάμαρα. Την ερωτεύτηκε αμέσως και ρώτησε τους υπηρέτες του υποστατικού ποια είναι. Εκείνοι του είπαν πως είναι μια βρώμικη κοπέλα που τη λένε Γαϊδουροτόμαρο. Το βασιλόπουλο, όταν γύρισε στο παλάτι, ζήτησε να πουν στο Γαιδουροτόμαρο να του φτιάξει ένα γλυκό. Εκείνη το έφτιαξε και έριξε μέσα το δαχτυλίδι της που το βρήκε το βασιλόπουλο καθώς έτρωγε το γλυκό. Τότε εκείνος δήλωσε ότι θα παντρευτεί την κοπέλα που θα της ταιριάζει το δαχτυλίδι. Όλες οι κοπέλες πέρασαν από το παλάτι για να δοκιμάσουν το δαχτυλίδι, αλλά σε καμιά δεν ταίριαζε. Τότε φώναξαν και το Γαίδουροτόμαρο, που μόλις το δαχτυλίδι μπήκε άνετα στο δάχτυλό της, πέταξε το τομάρι του γαϊδάρου από πάνω της  και έδειξε την ομορφιά της.

Το βασιλόπουλο και η βασιλοπούλα παντρεύτηκαν και στο γάμο τους ήρθαν καλεσμένοι όλοι οι βασιλιάδες του κόσμου, μαζί και ο πατέρας της βασιλοπούλας, που του είχε περάσει το πάθος του και είχε παντρευτεί στο μεταξύ μια άλλη γυναίκα.

Η σπουδαιότητα του Γαϊδουροτόμαρου συνίσταται στο γεγονός ότι αυτό το παραμύθι απεικονίζει το θέμα της αιμομιξίας και της απαγόρευσής της. Χάρη στο Φρόυδ, γνωρίζουμε το ρόλο και τη χρησιμότητα του οιδιποδείου συμπλέγματος στην εξέλιξη της προσωπικότητας. Ο πυρηνικός και δομικός χαρακτήρας του οιδιποδείου μπορεί να γίνει αντιληπτός ως μία πορεία, η οποία χαρακτηρίζεται από δύο τάσεις που αλληλοστηρίζονται και αλληλοσυγκρούονται: την επιθυμία για ένα αντικείμενο αγάπης και την ταύτιση με το πρόσωπο του ίδιου φύλου (Vergote 1970, σελ. 77). Η είσοδος στο οιδιπόδειο γίνεται πιο εύκολα διακριτή στο κορίτσι απ’ ό,τι στο αγόρι, επειδή το κορίτσι αλλάζει το αντικείμενο αγάπης, και από τη μητέρα το μεταφέρει στον πατέρα. Αυτό εκφράζεται στο παραμύθι με το θάνατο της μητέρας της ηρωίδας, που θα μπορούσαμε επίσης να τον ερμηνεύσουμε και ως την έκφραση της επιθυμίας που έχει το κορίτσι για το θάνατο της αντιζήλου του. Το γεγονός ότι ο βασιλιάς ερωτεύεται την κόρη του θα ερμηνευθεί με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με το θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα το δούμε. Αν περιοριστούμε στη φροϋδική άποψη μπορούμε να διακρίνουμε τρεις ερμηνείες, ανάλογα με το αν θα δώσουμε βαρύτητα στη θεωρία της πραγματικής αποπλάνησης ή στην απώθηση της αποπλάνησης ή στη θεωρία της φαντασιωσικής αποπλάνησης. (Laplanche 1987, σελ. 104).

1.1.1.      Η θεωρία της πραγματικής αποπλάνησης (séduction restreinte)

Η αποπλάνηση του βασιλιά που θέλει να παντρευτεί την κόρη του μπορεί να ιδωθεί κάτω από το πρίσμα της φροϋδικής θεωρίας της αποπλάνησης πριν από την επιστολή του Φρόυδ προς τον Fliess, στις 21 Σεπτεμβρίου 1897. Σύμφωνα με αυτή την οπτική πρέπει να δούμε το «Γαϊδουροτόμαρο» ως το δράμα της νέας κοπέλας που γίνεται υστερική επειδή ήταν το αντικείμενο μιας προσπάθειας αιμομικτικής αποπλάνησης από τον πατέρα. Αυτή η προϋπόθεση, που ήταν απαραίτητη σύμφωνα με τις αρχικές απόψεις του Φρόυδ, δεν ήταν αρκετή για να γίνει η κοπέλα υστερική. Σύμφωνα με τη φροϋδική θεωρία της αποπλάνησης, ο τραυματισμός παράγεται σε δύο χρόνους. Ο πρώτος χρόνος είναι αυτός του «σεξουαλικού τρόμου» (Schreck) όπου το υποκείμενο αντιμετωπίζει μια σεξουαλική πράξη, το νόημα της οποίας του διαφεύγει. Η ανάμνηση αυτής της πράξης δεν καθίσταται «τραυματική» παρά μόνο όταν αναβιώνεται εξαιτίας μιας δεύτερης πράξης που συνδέεται συνειρμικά με την πρώτη» (Laplanche 1987, σελ. 112). Όταν ο Φρόυδ μελετά την υστερική απώθηση στο Entwurf einer Psychologie (1895), υποστηρίζει ότι η απώθηση προϋποθέτει δύο γεγονότα που διαχωρίζονται χρονικά μεταξύ τους. Η πρώτη αποπλάνηση από έναν ενήλικα δε θα είχε σεξουαλικό νόημα για το παιδί. το δεύτερο γεγονός θα συνέβαινε μετά την εφηβεία, όταν η σεξουαλική συγκίνηση μπορεί να βιωθεί. Αλλά αυτή η συγκίνηση, που το υποκείμενο αποδίδει στο δεύτερο γεγονός, στην πραγματικότητα θα είχε προκληθεί από την ανάμνηση του πρώτου γεγονότος. Έτσι το Εγώ βρίσκεται προ εκπλήξεως, επειδή οι μηχανισμοί άμυνας στηρίζονται στις αντιλήψεις (που συνήθως είναι η πηγή της δυσαρέσκειας), ενώ εδώ πρόκειται για ένα μνημονικό ίχνος που, με απροσδόκητο τρόπο, προκαλεί το δυσάρεστο σεξουαλικό συναίσθημα. Το Εγώ το αντιλαμβάνεται όταν είναι πια αργά και τότε χρησιμοποιεί την απώθηση, παθολογικό τρόπο άμυνας, για να απαλλαγεί από την ανάμνηση και από τα δυσάρεστα συναισθήματα που αυτή προκαλεί. Επομένως η ανάμνηση γίνεται τραυματική εκ των υστέρων, αφού είναι το δεύτερο γεγονός εκείνο που δίνει στο πρώτο γεγονός την παθολογική του μορφή.
Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε τη φυγή της ηρωίδας που καλύπτεται από το γαϊδουροτόμαρο ως προσβολή από υστερική νεύρωση, εξαιτίας των αιμομικτικών ορέξεων του πατέρα που αφύπνισαν παλιές αναμνήσεις βιωμένες κατά το στάδιο της παιδικής αθωότητας και των οποίων το διεστραμμένο σεξουαλικό νόημα τής ήταν μέχρι τώρα άγνωστο. Τα δυσάρεστα συναισθήματα που προκλήθηκαν από ένα τέτοιο τραυματισμό απωθήθηκαν και προκάλεσαν την υστερική νεύρωση, κάνοντας την ηρωίδα να ταλαντεύεται ανάμεσα στην τάση να κρυφτεί και στην τάση να φανερωθεί. Το παραμύθι το εκφράζει αυτό συμβολικά με την εναλλαγή ανάμεσα στην τάση της ηρωίδας να επιδειχθεί (με τα φορέματα που έχουν τα χρώματα της Ημέρας, της Σελήνης και του Ήλιου) και στην τάση της να κρυφτεί κάτω από το γαϊδουροτόμαρό της.

1.1.2        Η κλασική θεωρία του οιδιποδείου συμπλέγματος

Στην επιστολή του προς τον Fliess στις 21 Σεπτεμβρίου 1897, ο Φρόυδ του εκμυστηρεύεται το μεγάλο μυστικό του: δεν πιστεύει πια στη θεωρία του για τις νευρώσεις. Στην επιστολή προς τον Fliess στις 15 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, ο Φρόυδ αναφέρεται για πρώτη φορά στο μύθο του Οιδίποδα, και υποστηρίζει την παγκόσμια απήχησή του. Η θεωρία του για το οιδιπόδειο σύμπλεγμα αναπτύσσεται έχοντας ως μοντέλο την ψυχολογική εξέλιξη του αγοριού, ίσως επειδή η ανακάλυψη του οιδιποδείου πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της αυτοανάλυσης, την οποία επιχειρεί ο Φρόυδ αμέσως μετά από το θάνατο του πατέρα του. Στο κορίτσι το πέρασμα από την προοιδιπόδεια φάση στην οιδιπόδεια γίνεται πιο εύκολα αντιληπτό επειδή το αντικείμενο αγάπης αλλάζει: ο πατέρας αντικαθιστά τη μητέρα.
Κανένα παραμύθι δεν αναφέρεται στο ταμπού της αιμομιξίας και την παράβασή του με μεγαλύτερη σαφήνεια απ’ ό,τι το Γαϊδουροτόμαρο ( «Η Χιλιογουναρένια» κατά τους αδελφούς Γριμμ). Ερμηνεύοντας αυτό το παραμύθι ως μία αφήγηση που εκφράζει την αγωνία της πραγματοποίησης ασυνείδητων επιθυμιών, μπορούμε να αντιληφθούμε τα αντιθετικά συναισθήματα του μικρού κοριτσιού, που νιώθει την επιθυμία αλλά συγχρόνως και το φόβο να χάσει τη μητέρα του, να την ξεπεράσει σε ομορφιά και να την αντικαταστήσει στο πλευρό του πατέρα.
Σύμφωνα με τη θεωρία των ανθρωπολογικών δομών του φαντασιακού, ο οιδιπόδειος ήρωας είναι ο ηλιακός ήρωας που οδηγείται από την ανάγκη να κατακτήσει και να νικήσει τους αντιπάλους του. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι η οιδιπόδεια θεωρία δεν είναι μια θεωρία σαν τις άλλες γιατί είναι κυρίως μία κατασκευή που συναντάται σε όλες τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Καθεστώτος της Ημέρας. Πρόκειται για την τριαδική δομή που μεταβάλλει την πρωταρχική σχέση μητέρας-παιδιού σε μια σχέση με τρεις συνιστώσες: το υποκείμενο, το αντικείμενο και τη μητέρα. Στο έργο του «Τρία δοκίμια για την ανθρώπινη σεξουαλικότητα» ο Φρόυδ βεβαιώνει ότι το πρώτο αντικείμενο είναι ένα αντικείμενο που προέρχεται από την εξωτερική πραγματικότητα. Χάνεται όταν το παιδί είναι σε θέση να δημιουργήσει μια αναπαράσταση του συνόλου της μητέρας του. Από το σημείο αυτό, η ενόρμηση γίνεται αυτοερωτική, και βρίσκει ικανοποίηση σ’ ένα φαντασιωσικό αντικείμενο. Αυτό το φαντασιωσικό αντικείμενο μπορεί να είναι μερικό ή ολικό (imago). Τόσο τα μερικά αντικείμενα όσο και τα ολικά έχουν δύο πόλους. Το μερικό αντικείμενο σχίζεται σε καλό και κακό αντικείμενο. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ολικά γονεϊκά αντικείμενα (les imagos parentales), που διαχωρίζονται σε καλούς και κακούς γονείς. Για παράδειγμα το ολικό αντικείμενο της Μητέρας διαχωρίζεται σε μια καλή νεράιδα και μια τρομερή μάγισσα. Η οιδιπόδεια φάση μεταβάλλεται έτσι σε μια σύγκρουση μεταξύ αγάπης και μίσους, μεταξύ του  ενστίκτου της ζωής και του ενστίκτου του θανάτου.
Οι οιδιπόδειες σχέσεις λοιπόν χαρακτηρίζονται από καθεστώς αντιθέσεων, με το παιδί να μοιράζεται ανάμεσα στην αγάπη του για τα καλά αντικείμενα των γονέων και το μίσος του για τα κακά αντικείμενα των γονέων. Στο θετικό οιδιπόδειο, η αγάπη του θα διοχετευθεί στο γονέα του αντίθετου φύλου και το μίσος του στο γονέα του ίδιου φύλου. Στο αρνητικό οιδιπόδειο γίνεται το αντίθετο: το μίσος θα στραφεί προς το γονέα του αντίθετου φύλου ενώ η αγάπη του θα διοχετευθεί στο γονέα του ίδιου φύλου. Το παιδί μπορεί επίσης να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στη θετική και αρνητική μορφή του οιδιποδείου. Για να μπορέσει να επιλύσει τις οιδιπόδειες συγκρούσεις, το παιδί έχει ανάγκη να κρατήσει διαχωρισμένα τα καλά εσωτερικά αντικείμενα από τα κακά εσωτερικά αντικείμενα. Αυτή η διεργασία διαχωρισμού, που δίνει έμφαση στις αντιθέσεις, βρίσκεται στη βάση του «καθεστώτος της αντίθεσης» που ο Durand ονόμασε Καθεστώς της Ημέρας.

1.1.3        Η θεωρία της φαντασιωσικής αποπλάνησης (séduction généralisée)

Η οιδιπόδεια θεωρία δεν είναι στην πραγματικότητα μια θεωρία ψυχοπαθολογίας, αφού το οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι οικουμενικό και αφού μια «φυσιολογική» οιδιπόδεια φάση δεν είναι παθολογική. Πρέπει λοιπόν να επανέλθουμε στην τραυματική θεωρία που ο Φρόυδ εγκατέλειψε; Στην πραγματικότητα, η θεωρία της πραγματικής αποπλάνησης είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, μια περίπτωση οριακή, όπου η αιμομικτική πράξη έχει συμβεί στην πραγματικότητα, από την οποία δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε τις οιδιπόδειες νευρώσεις. Ο Kohut προσπάθησε να δώσει απάντηση στο ερώτημα υποστηρίζοντας ότι: «η αποπλάνηση… δεν είναι συνδεδεμένη με τις φανερές σεξουαλικές δραστηριότητες των αντικειμένων του ενήλικα…αλλά (είναι συνδεδεμένη) με το γεγονός ότι η κατανόηση των αντικειμένων είναι ιδιαίτερα παραμορφωμένη» (Kohut 1991, σελ. 29). Αυτός ο τρόπος αντίληψης της αποπλάνησης περιορίζει την παθολογία στα ναρκισσιστικά τραύματα που προκαλούν το άγχος της αποσύνθεσης. Οι μεταβιβαστικές νευρώσεις συγχέονται τότε με τις ναρκισσιστικές νευρώσεις. Εδώ έχουμε απομακρυνθεί πολύ από την ορθόδοξη φροϋδική θεώρηση, που θέλει τις οιδιπόδειες νευρώσεις να βρίσκονται σε συνάφεια με το άγχος του ευνουχισμού.

Ενώ η «ψυχολογία του Εγώ» του Kohut μας απομακρύνει αποφασιστικά από το φροϋδικό πνεύμα, η θεωρία της φαντασιωσικής αποπλάνησης του Laplanche αποτελεί, αντίθετα, μια επιστροφή στο Φρόυδ. Ένα Φρόυδ «προηγμένο», όπου η αποπλάνηση γίνεται πραγματικό γεγονός, όχι πια ως παιδική αποπλάνηση (θεωρία της πραγματικής αποπλάνησης) ούτε ως πρώιμη αποπλάνηση κατά τη διάρκεια της πρωταρχικής σκηνής, αλλά ως «αρχική αποπλάνηση» (séduction originaire). Τι σημαίνει «αρχική αποπλάνηση»;
«Με τον όρο αρχική αποπλάνηση εννοούμε τη θεμελιώδη κατάσταση κατά την οποία ο ενήλικας απευθύνει στο παιδί μη λεκτικά ή ακόμα και λεκτικά μηνύματα, δηλαδή μηνύματα συμπεριφορικά, που εμπεριέχουν ασυνείδητα σεξουαλικά υπονοούμενα» (Laplanche 1978, σελ. 125).
Η αρχική αποπλάνηση δεν προϋποθέτει την ύπαρξη σκόπιμα διεστραμμένης πράξης, συμπεριφοράς ή συζήτησης. Η αποπλάνηση μπορεί να παραχθεί από ασυνείδητο σε ασυνείδητο. Η αποπλάνηση είναι έργο των αινιγματικών σημαινόντων, των οποίων το τραυματικό αποτέλεσμα δημιουργείται «από την ανικανότητα των ενηλίκων να αντιληφθούν αυτοί οι ίδιοι τη σημασία της συμπεριφοράς τους» (Laplanche 1978, σελ. 126). Η αρχική αποπλάνηση λοιπόν δημιουργείται από αινιγματικά μηνύματα, που το παιδί δεν μπορεί να αποκωδικοποιήσει, επειδή η σημασία τους παραμένει ασυνείδητη για τον ίδιο τον ενήλικα. Έτσι το παιδί κληρονομεί κατά κάποιο τρόπο τα άλυτα ψυχολογικά προβλήματα των γονιών του.
Κάνοντας την ανάγνωση του Γαϊδουροτόμαρου κάτω από τη σκοπιά της θεωρίας της φαντασιωσικής αποπλάνησης, μπορούμε να πούμε ότι αυτό το παραμύθι εκφράζει το άγχος του κοριτσιού να γίνει γυναίκα, έχοντας δεχθεί ασυνείδητα κάποια μηνύματα:
1.      από τη μητέρα της, που δείχνουν ότι η μητέρα θα μπορούσε να αρρωστήσει σοβαρά (= να πεθάνει) αν η κόρη της την ξεπεράσει σε ομορφιά και
2.       από τον πατέρα της, (ενδείξεις που επίσης γίνονται ασυνείδητα αντιληπτές) ότι δεν του είναι ξεκάθαρα αποδεκτή η απαγόρευση της αιμομιξίας, και ότι θα ήταν επικίνδυνο να διεγείρει τον πόθο του.

Το κομμάτι λοιπόν της θηλυκότητας που επιθυμεί να φανεί γοητευτικό (να φορέσει τα τρία φορέματα) απωθείται, και το κορίτσι προστατεύεται φορώντας το γαϊδουροτόμαρό της. για να το πούμε διαφορετικά, θα κρύψει τη θηλυκότητά της και θα εμποδίσει τη σεξουαλική της ανάπτυξη. Για παράδειγμα, το να βλέπει το στήθος της να μεγαλώνει κατά τη διάρκεια της εφηβείας μπορεί να αποβεί τόσο τραυματικό για το κορίτσι, ώστε να προσπαθήσει να το κρύψει. Θα αποφύγει κάθε ρούχο που αναδεικνύει τη θηλυκότητά της, προσπαθώντας να περάσει απαρατήρητη.
Η σχέση του Γαϊδουροτόμαρου με το οιδιπόδειο σύμπλεγμα μας οδηγεί καταρχάς να αναρωτηθούμε σχετικά με τη θέση που κατέχει η αιμομιξία στην παθολογία της ψυχής. Η σκέψη του Φρόυδ πριν από το 1897 απέδιδε μια πολύ στενή έννοια στην αποπλάνηση και στην αιμομιξία, ενώ η φροϋδική θεωρία του οιδιποδείου συμπλέγματος έτεινε να αρνηθεί το ρόλο τους στη ψυχική παθολογία. Η αιμομιξία ξαναβρίσκει λοιπόν τη σπουδαιότητά της, αλλά πρέπει να ξεχωρίσουμε δύο διαφορετικά επίπεδα: το επίπεδο του οιδιποδείου συμπλέγματος, όπου ανήκουν οι πρωταρχικές φαντασιώσεις, και το επίπεδο του πραγματικού γεγονότος, όπου η αιμομιξία αποβαίνει τραυματική ακόμα κι όταν συντελείται στο ασυνείδητο του ενηλίκου.
Το επίπεδο των παιδικών φαντασιώσεων δεν είναι αυτό καθαυτό παθολογικό. Το τραύμα δημιουργείται στο επίπεδο του πραγματικού γεγονότος, κυρίως από το γονεϊκό ασυνείδητο που εκδηλώνεται με αινιγματικά μηνύματα. Αυτά προκαλούν στο παιδί σεξουαλική διέγερση «που δε μπορεί να κατανοήσει και να συγκρατήσει» και που τα απωθεί ίσως «επειδή βρίσκονται αναμεμειγμένοι οι γονείς του σ’ αυτό, και η οποία (σεξουαλική διέγερση) μεταβάλλεται σε άγχος» (Laplanche 1978, σελ. 125). Η απαγόρευση της αιμομιξίας βρίσκει λοιπόν τη θέση της στην παθολογία, εξαιτίας της απώθησης των αιμομεικτικών σεξουαλικών αναπαραστάσεων που αναδύονται από τα αινιγματικά μηνύματα και εξαιτίας της μετατροπής της αιμομικτικής λίμπιντο σε άγχος.
Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα δε θάπρεπε να αντιμετωπίζεται ως θεωρία αλλά ως ένα παγκόσμιο σύμπλεγμα γύρω από το οποίο έχουν κατασκευαστεί αρκετές ψυχαναλυτικές θεωρίες, που δείχνουν πώς η εξέλιξή του μπορεί να διαταραχθεί από το άγχος. Η θεωρία της φαντασιωσικής αποπλάνησης λοιπόν είναι μια θεωρία ανάμεσα στις άλλες, που δομήθηκε γύρω από μια φροϋδική θεώρηση του άγχους (που συναντάται στην «πρώτη» θεωρία της μετατροπής της σεξουαλικής ορμής σε άγχος). Οι υπόλοιπες θεωρίες του οιδιποδείου θα έχουν όλες τη δική τους ιδιαίτερη θεώρηση του άγχους, που θα είναι περισσότερο ή λιγότερο κοντά σε κάποιο από τους τρόπους με τους οποίους ο Φρόυδ προσδιόρισε το άγχος κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης της θεωρίας του. Το σύνολο αυτών των οιδιπόδειων θεωριών αποτελεί τις ψυχαναλυτικές θεωρίες που ανήκουν στο Καθεστώς της Ημέρας, του οποίου η μορφή είναι σχιζόμορφη (ή ηρωϊκή): ο καλός ήρωας που μάχεται το Κακό.

2. Από τη Χιονάτη στη Σταχτοπούτα: η παρανοειδής και καταθλιπτική θέση της Melanie Klein

Ο θάνατος της μητέρας της ηρωϊδας στα παραμύθια δίνει συνήθως θέση στο θέμα της μητριάς. Το Γαϊδουροτόμαρο είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Ενώ οι γονεϊκές αιμομικτικές ενορμήσεις έχουν την κεντρική θέση στο Γαϊδουροτόμαρο όπως και στο κλασικό οιδιπόδειο σύμπλεγμα, με τη Χιονάτη και τη Σταχτοπούτα μπαίνουμε σ’ έναν άλλο κόσμο του αρχαϊκού οιδιποδείου, όπου οι σαδιστικές ενορμήσεις είναι εκείνες που παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην εξελικτική πορεία του συνόλου των ενορμήσεων. Πρέπει όμως να διευκρινίσουμε ότι στην περίπτωση της Χιονάτης πρόκειται για ένα οιδιπόδειο ακόμα πιο πρώϊμο από αυτό της Σταχτοπούτας. Αυτή η διαφορά είναι ουσιαστική προκειμένου να αντιληφθούμε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη νεύρωση και την ψύχωση όπως εμφανίζονται στη θεωρία της Klein. Το αρχαΪκό οιδιπόδειο στη Χιονάτη συμπίπτει με το πρώτο στοματικό στάδιο, όπου η σαδιστική ενόρμηση αποβλέπει επίσης στην καταστροφή του αντικειμένου. Σ’ αυτό το στάδιο, η τάση απόρριψης και η αποβολή υπερισχύουν και προηγούνται από την τάση κατακράτησης και διαφύλαξης, που είναι χαρακτηριστικό του δεύτερου σαδο-στοματικού σταδίου. Το όριο ανάμεσα στα δύο στάδια είναι σημαντικό για την κατανόηση της επιλογής ανάμεσα στη νεύρωση και την ψύχωση. Η Klein στηρίχθηκε στις εργασίες του K. Abraham, ο οποίος τοποθετούσε την αρχή της αντικειμενοτρόπου αγάπης στη στιγμή του περάσματος από το πρώτο στο δεύτερο σαδο-στοματικό στάδιο:
«Στα όρια των δύο αυτών εξελικτικών σταδίων δημιουργείται μία αποφασιστική ανατροπή των αντικειμενοτρόπων σχέσεων του ατόμου. Αν θεωρήσουμε την ιδέα της αντικειμενοτρόπου αγάπης με τη στενή της έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αρχίζει ακριβώς σ’ αυτά τα όρια γιατί, στο εξής, θα υπερέχει η τάση της διαφύλαξης του αντικειμένου (Abr. 1966, Τ. ΙΙ, σελ. 265).
Αυτή η ιδέα της αντικειμενοτρόπου αγάπης είναι σημαντική για να κατανοήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στον κόσμο των ψυχωσικών αγχών της Χιονάτης και στον κόσμο των νευρωσικών αγχών της Σταχτοπούτας. Παρόλο που και στα δύο παραμύθια οι καταστροφικές ενορμήσεις προβάλλονται στη μητρική εικόνα, στη Χιονάτη η αντικειμενοτρόπος αγάπη δεν υπάρχει ακόμα, ενώ στη Σταχτοπούτα η αγάπη για την καλή μητέρα, η οδύνη του χαμού της και η ιδέα της αποκατάστασης είναι βασικές. Αν και στην παραλλαγή του Perrault γίνεται ελάχιστη μνεία για τη μητέρα της Σταχτοπούτας, η καλή μητέρα είναι παρούσα στο πρόσωπο της Νεράιδας-Νονάς. Στη Χιονάτη δεν υπάρχει καλή μητέρα ούτε η ιδέα του χαμού του καλού αντικειμένου και αυτό εκφράζεται στο παραμύθι με το θάνατο της μητέρας τη στιγμή της γέννησης της ηρωίδας. Αυτό που κυριαρχεί στο παραμύθι είναι το μίσος της μητριάς και η πρώιμη οιδιπόδεια αντιζηλία. Η μητριά θέλει να καταστρέψει την αντίζηλό της χωρίς οίκτο και να κλέψει την ομορφιά της τρώγοντας το συκώτι και τους πνεύμονές της μέσω μιας καννιβαλικής ταύτισης. Ο φόβος της δηλητηρίασης από τη μητριά είναι ένα ψυχωσικό άγχος που βρίσκεται στην καρδιά της παρανοϊκής ψύχωσης.
Η Χιονάτη φοβάται για τη ζωή της ενώ η Σταχτοπούτα δε φοβάται. Η Σταχτοπούτα δεν παραπονιέται για την τύχη της επειδή οι σκέψεις της στρέφονται προς την καλή μητέρα. Όταν ο πατέρας της τη ρωτάει τι δώρο να της φέρει, οι σκέψεις της πηγαίνουν αμέσως στη μητέρα της και στην έγνοια της αποκατάστασης, φυτεύοντας ένα κλαδί στον τάφο της. Δε ζητάει τίποτε για την ίδια. Αν τελικά γίνεται πριγκίπισσα είναι επειδή στον εσωτερικό της κόσμο η αγάπη για το καλό αντικείμενο ήταν ανώτερη από τις τάσεις μίσους και ζήλειας. Παρόλο που η Χιονάτη τελειώνει με τη νίκη της αγάπης εναντίον του θανάτου, κατά τη διάρκεια της πλοκής του παραμυθιού επικρατούν τα άγχη καταδίωξης και η ανάγκη φυγής.
Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι στη Χιονάτη είναι το παρανοειδές άγχος εκείνο που υπερισχύει ενώ στη Σταχτοπούτα είναι το καταθλιπτικό άγχος που υπερέχει. Σύμφωνα με τον Jean Michel Petot (1982, σελ. 199):
«το παρανοειδές άγχος και το καταθλιπτικό άγχος δεν είναι παρά δύο διαστάσεις που είναι πάντα παρούσες σε κάθε αγχώδη κατάσταση. Μόνο η δοσολογία ποικίλλει. Αφού για αρκετό χρονικό διάστημα η M. Klein θεώρησε ότι η φροντίδα για το εγώ και η φροντίδα για το αντικείμενο αφορούσαν δύο διαφορετικά και αντιθετικά άγχη, ανακάλυψε στο τέλος ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές όψεις του ίδιου άγχους και ότι αναγκαστικά συνοδεύει η μία την άλλη, αν και σε διαφορετικές αναλογίες. Και, σύμφωνα με την Klein, αυτό το άγχος είναι υπεύθυνο για τις περιπλοκές στην οιδιπόδεια εξελικτική περίοδο. Όταν το καταθλιπτικό άγχος υπερισχύει του παρανοειδούς άγχους, όπως συμβαίνει στη Σταχτοπούτα, τα προγνωστικά είναι καλύτερα. αυτό όμως που είναι βασικό είναι η ικανότητα του ατόμου να συνειδητοποιήσει την προσωπική του ευθύνη. Οι φανταστικές επιθέσεις εναντίον του εσωτερικευμένου καλού αντικειμένου είναι η αιτία του άγχους. Αν το παρανοειδές άγχος κυριαρχεί, αυτό σημαίνει ότι το υποκείμενο φοβάται τα αντίποινα, δηλαδή ότι η μητέρα εκδικείται λόγω των φαντασιωσικών επιθέσεων εναντίον της. Αν υπερέχει το καταθλιπτικό άγχος, αυτό είναι ένδειξη ότι το άτομο είναι ικανό να διακρίνει την προσωπική του ευθύνη, ακόμη κι αν αυτό γίνεται ασυνείδητα, αφού μπορεί να νιώσει ενοχή και την ανάγκη να αποκαταστήσει το καλό αντικείμενο. Αυτή η καταστροφική ταραχή, η τόσο οδυνηρή αλλά αναγκαία, συμβολίζεται στη Χιονάτη με το δάγκωμα του μήλου. Πρόκειται για φαρμάκι, επειδή η ταραχή αυτή είναι υπεύθυνη για τον εσωτερικό θάνατο και παίρνει τη μορφή ενός ανυπόφορου ενοχικού συναισθήματος, αλλά πρόκειται επίσης και για φάρμακο, όταν το παιδί ανακαλύπτει ότι η αγάπη μπορεί να υπερισχύσει του μίσους και όταν αποκτά εμπιστοσύνη στις ικανότητές του για αποκατάσταση. Στον εσωτερικό κόσμο αποκατάσταση σημαίνει επίσης το να μπορούν να γεννηθούν καλά μωρά από την ένωση του εσωτερικού πρίγκιπα και της εσωτερικής πριγκίπισσας. Αλλά το αίσθημα ενοχής και η ανάγκη αποκατάστασης είναι περισσότερο παρόντα στη Σταχτοπούτα, γιατί στη Χιονάτη η συνειδητοποίηση, που συμβολίζεται με το δάγκωμα του μήλου, συμβαίνει προς το τέλος του παραμυθιού.
Αν η Χιονάτη απεικονίζει με ιδιαίτερη επιτυχία την παρανοειδή θέση και η Σταχτοπούτα την καταθλιπτική θέση της M.Klein, αυτά τα δύο παραμύθια έχουν επίσης ως κοινό στοιχείο το ότι φέρνουν στην επιφάνεια το ρόλο του φθόνου στην ψυχοπαθολογία. Η μητριά της Χιονάτης είναι υπερβολικά περήφανη και φθονεί την ομορφιά της ηρωίδας, σε τέτοιο σημείο ώστε, για να είναι αυτή η ωραιότερη θέλει να σκοτώσει τη Χιονάτη και να καταβροχθίσει το συκώτι και τους πνεύμονές της. Στη Σταχτοπούτα ο φθόνος της μητριάς είναι λιγότερο υπερβολικός, γιατί η ζωή της Σταχτοπούτας δεν απειλήθηκε ποτέ. Στην περίπτωση αυτή μεσολαβεί ένας μηχανισμός άμυνας που χρησιμοποιείται συχνά εναντίον του φθόνου, που είναι η υποτίμηση. Η Σταχτοπούτα δεν προκαλεί το φθόνο αλλά περισσότερο τον οίκτο, γιατί η ζωή της είναι άθλια. Όταν ο φθόνος προβάλλεται στον εξωτερικό κόσμο μπορεί το υποκείμενο να μειώνει τον εαυτό του, από φόβο μήπως γίνει αντικείμενο ζηλόφθονων επιθέσεων. Αντί να αναπτύξει τις ικανότητές του και να πάρει τη θέση του στην κοινωνία, μπορεί να αποτραβηχτεί από τον κόσμο ακολουθώντας τη ρήση: «για να ζήσουμε ευτυχισμένοι, ας ζήσουμε κρυμμένοι». Αυτή η διάσταση υπάρχει εν μέρει στη Σταχτοπούτα, γιατί ο φόβος της ηρωίδας για τις ζηλόφθονες επιθέσεις της μητριάς και των θυγατέρων της είναι λιγότερο δυνατός από τη θλίψη της και από το φόβο της για την απώλεια της imago της καλής μητέρας.

Η Χιονάτη και η παρανοειδής σχέση
 
Η Χιονάτη απεικονίζει εύστοχα την προέλευση της οιδιπόδειας σύγκρουσης, όπου η οιδιπόδεια ενόρμηση «έχει πρώιμα παρεκτραπεί από το σκοπό της λόγω του σαδισμού», για να μπει «πολύ νωρίς στην τροχιά των επιθετικών ενορμήσεων» (Petot 1979, σελ. 241). Αν ο σαδισμός (στοματικός ή πρωκτικός) είναι υπερβολικός, ο φθόνος θα είναι τέτοιος που θα εμποδίσει την οιδιπόδεια εξέλιξη. Το γεγονός ότι πρέπει να καταφύγει στους νάνους, δείχνει ότι η Χιονάτη πρέπει να αναζητήσει άσυλο στον κόσμο της αθωότητας και της ναρκισσιστικής παντοδυναμίας για να ξεφύγει από την κόλαση των παρανοειδών αγχών. Μέχρι την ημέρα που θα δεχθεί να δαγκώσει το μήλο, πράγμα που θα δώσει τέλος στον ψευδαισθητικό της παράδεισο, για να μπορέσει να ξαναγεννηθεί και να «μεγαλώσει». Ο πρίγκιπας συμβολίζει την εμφάνιση των σεξουαλικών ενορμήσεων που, σε μια φυσιολογική εξελικτική πορεία, θα υπερισχύσουν σιγά σιγά των σαδιστικών ενορμήσεων.

Η Σταχτοπούτα και η καταθλιπτική θέση
Ο θάνατος της μητέρας της είναι για τη Σταχτοπούτα μια αληθινή καταστροφή. Στην παραλλαγή που συλλέχθηκε από τους αδελφούς Γκριμμ (σημ. μπορείτε να βρείτε αυτή την παραλλαγή στην ιστοσελίδα μας, στη θέση «παραμύθι, ο κύκλος της Σταχτοπούτας Ι»), η Σταχτοπούτα πηγαίνει τρεις φορές την ημέρα στον τάφο της μητέρας της. Όταν ο πατέρας της τής φέρνει το κλαδί της φουντουκιάς, το φυτεύει στον τάφο της μητέρας της και τα δάκριά της θα μεταμορφώσουν αυτό το κλαδί σε μαγικό δέντρο που θα εκπληρώσει τις ευχές της. Έτσι το παραμύθι υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα που έχει η καταθλιπτική αποκατάσταση (που πρέπει να τη διαφοροποιήσουμε από τη μανιακή αποκατάσταση) για την ψυχική εξέλιξη, γιατί η ανάπτυξη του δέντρου συμβολίζει τη διαδικασία της σύνθεσης του εσωτερικού κόσμου, που πραγματοποιείται με την ενδοβολή του καλού αντικειμένου. Η Klein επιμένει στο γεγονός ότι η διαδικασία της ενδοβολής ολόκληρου του αντικειμένου χαρακτηρίζεται από «δύο σειρές φόβων»:
«Όταν μίλησα για πρώτη φορά για το θέμα της καταθλιπτικής θέσης, τελειοποίησα την υπόθεση ότι η ενδοβολή ολόκληρου του αντικειμένου προκαλούσε ανησυχία και πόνο στη σκέψη μιας πιθανής καταστροφής αυτού του αντικειμένου (από το «κακό αντικείμενο» και από το «Εκείνο» και ότι αυτά τα απελπισμένα συναισθήματα και αυτοί οι φόβοι, προστιθέμενοι στη σειρά των παρανοειδών φόβων και αμυνών, συνιστούν την καταθλιπτική θέση. Υπάρχουν λοιπόν δύο σειρές φόβων, συναισθημάτων και αμυνών που, παρόλη την εσωτερική τους ποικιλία και τη στενή τους σύνδεση, μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να απομονωθούν για να ερευνηθούν με μεγαλύτερη θεωρητική διαύγεια. Η πρώτη σειρά συναισθημάτων και φαντασιώσεων είναι αυτή της καταδίωξης, που χαρακτηρίζει το φόβο της καταστροφής του Εγώ από τους εσωτερικούς διώκτες. (…) Ήδη περιέγραψα τη δεύτερη σειρά συναισθημάτων που αποτελούν μέρος της καταθλιπτικής θέσης, χωρίς να τα καταδείξω. Σ’ αυτό τον πόνο και σ’ αυτή την ανησυχία για τα αγαπημένα αντικείμενα, σ’ αυτούς τους φόβους απώλειάς τους και στην επιθυμία επανεύρεσής τους, προτείνω τώρα να δώσουμε ένα όνομα πολύ απλό, παρμένο από το καθημερινό λεξιλόγιο, το όνομα «νοσταλγία» για το αγαπημένο αντικείμενο. Για να συνοψίσω, η καταδίωξη (από «κακά αντικείμενα») και οι χαρακτηριστικές άμυνες που αναπτύσσονται, από τη μια πλευρά, και η νοσταλγία του αγαπημένου αντικειμένου (του «καλού αντικειμένου») από την άλλη πλευρά, συνιστούν την καταθλιπτική θέση». (Klein 1940, σελ. 345-346).
Επομένως η καταθλιπτική θέση δε χαρακτηρίζεται αποκλειστικά από τη «νοσταλγία» για το αγαπημένο αντικείμενο», που τονίζεται ιδιαίτερα στη Σταχτοπούτα των Γκρίμμ, αλλά επίσης και από τα συναισθήματα καταδίωξης που, στο παραμύθι, εμφανίζονται με τη μορφή της κακομεταχείρισης που υφίσταται η ηρωίδα από τη μητριά και τις κόρες της. Κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών, το βρέφος δεν αντιλαμβάνεται τη μητέρα ως ολοκληρωμένο αντικείμενο, αλλά ως «μερικά αντικείμενα». Το πρότυπο του μερικού αντικειμένου στο έργο της Melanie Klein είναι το μητρικό στήθος, που μπορεί να βιωθεί ως «καλό», όταν καταπραϋνει το βρέφος, ή αντίθετα ως «κακό», όταν το απογοητεύει. Όσο το παιδί δεν αντιλαμβάνεται τη μητέρα ως ένα ξεχωριστό πρόσωπο από αυτό το ίδιο, θα βιώνει το καλό και το κακό αντικείμενο ως δύο διαφορετικά αντικείμενα. Η αγάπη του παιδιού θα στραφεί προς το καλό ανικείμενο ενώ το μίσος του θα στραφεί προς το κακό αντικείμενο, που το βρέφος θέλει να καταστρέψει με όλα τα μέσα του σαδισμού, που σ’ αυτό το στάδιο είναι κυρίως στοματικού-καννιβαλικού τύπου. Όταν το παιδί αντιλαμβάνεται ότι η καλή και η κακή μητέρα είναι το ίδιο πρόσωπο βιώνει μια καταστροφική συγκίνηση. Η εικόνα που είχε κατασκευάσει, μιας αποκλειστικά καλής μητέρας, χάνεται, και κάπου μέσα του νιώθει νοσταλγία. Από τη μια πλευρά, φοβάται τώρα ότι η μητέρα θα εκδικηθεί για τις φανταστικές καταστροφικές του επιθέσεις εναντίον της (παρανοειδές άγχος), από την άλλη πλευρά φοβάται επίσης ότι κατέστρεψε την καλή μητέρα, και νιώθει απελπισία (καταθλιπτικό άγχος).
Στη Σταχτοπούτα των Γκριμμ, παρουσιάζονται δύο άμυνες χαρακτηριστικές της καταθλιπτικής θέσης: η ταύτιση με τη μητέρα και η επανόρθωση. Πρέπει να διακρίνουμε μία διαβάθμιση σ’ αυτούς τους μηχανισμούς άμυνας, που βρίσκουν όλοι τους τη θέση τους στη διαδικασία της ενδοβολής του καλού αντικειμένου. Ο διχασμός του (αντικειμένου) εμφανίζεται πρώτος και ο ρόλος του στην καταθλιπτική θέση είναι η διαχείριση της αμφιθυμίας. Ακολουθεί ο μηχανισμός της επανόρθωσης, αρχικά στη μανιακή του μορφή, αφού η ψευδαίσθηση που έχει το παιδί, για την παντοδυναμία του και τον απόλυτο έλεγχο, του επιτρέπει να αναστήσει, με τρόπο μαγικό, το κατεστραμμένο αντικείμενο. Στη συνέχεια η επανόρθωση παίρνει μια ενοχλητική μορφή, όταν το καταθλιπτικό άγχος ωθεί το παιδί στην επανάληψη των επανορθώσεων με ψυχαναγκαστικό τρόπο. Στο γεγονός ότι η Σταχτοπούτα πηγαίνει τρεις φορές την ημέρα στον τάφο της μητέρας της για να προσευχηθεί, μπορούμε να δούμε ότι η επανόρθωση επηρεάζεται ακόμα από μια ψυχαναγκαστική τάση. Και, στην πραγματικότητα, δε μπορεί να γίνει αλλιώς, γιατί, όπως επισημαίνει ο Petot (1982, σελ. 32):
«Έτσι, δεν υπερβάλλουμε αν πούμε ότι, κατά την περίοδο της κυριαρχίας της παιδικής καταθλιπτικής θέσης, δεν υπάρχει καθαρά «καταθλιπτική» επανόρθωση αλλά μόνο μορφές «παντοδύναμης» ή «καταναγκαστικής» επανόρθωσης. Η αυθεντικά «καταθλιπτική» επανόρθωση είναι ένας μηχανισμός μετα-καταθλιπτικός.»

Το είδος της επανόρθωσης εξαρτάται άμεσα από έναν άλλο μηχανισμό άμυνας που χαρακτηρίζει την καταθλιπτική θέση: την ταύτιση με το καλό αντικείμενο. Στην αρχή, αυτή η ταύτιση κατά τη διάρκεια του στοματικού-καννιβαλικού σταδίου σημαίνει την ενσωμάτωση του καλού αντικειμένου. Αν το καλό αντικείμενο φθονείται, η ενδοβολή θα είναι καταστροφική, όπως στην περίπτωση της Χιονάτης. Ο φθόνος είναι λιγότερο υπερβολικός στη Σταχτοπούτα, επειδή η αγάπη για την καλή μητέρα και ο φόβος της απώλειάς της υπερισχύουν του μίσους. Η ανησυχία του παιδιού ότι έχει βλάψει ή καταστρέψει την καλή μητέρα, ενσωματώνοντάς την, οδηγεί στην ενσυναισθητική ταύτιση (2), και στην ανάγκη να αποκαταστήσει το καλό αντικείμενο μέσα του. Η διάδραση μεταξύ ταύτισης και επανόρθωσης οδηγεί λοιπόν στην επιτυχημένη ενδοβολή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της ενδοβολής του καλού αντικειμένου. Ενώ η άπληστη και ζηλόφθονη ενδοβολή οδηγεί στο φόβο της δηλητηρίασης από το κακό αντικείμενο, η επιτυχημένη ενδοβολή επιτρέπει την εγκατάσταση του αγαπημένου αντικειμένου στο εσωτερικό του υποκειμένου, κάτι που ενδυναμώνει περισσότερο την εμπιστοσύνη του υποκειμένου στις ικανότητές του για επανόρθωση.


3.      Η Κοκκινοσκουφίτσα και ο απορριπτικός αποκλεισμός του ονόματος του πατέρα (la forclusion du nom du père)

Η ψυχαναλυτική ερμηνεία του «χαρακτήρα» του λύκου στα παραμύθια δεν είναι ανεξάρτητη από την τάση που χαρακτηρίζει μια ψυχαναλυτική θεωρία. Στην ανάλυση του «ανθρώπου με τους λύκους» ο Φρόυδ συνδέει τους λύκους με την πρωταρχική σκηνή. Οι λύκοι απεικονίζουν λοιπόν τους γονείς την ώρα που συνουσιάζονται. Ο λύκος που τρώει την Κοκκινοσκουφίτσα μπορεί λοιπόν να συγκριθεί με τον αιμομίκτη πατέρα του Γαϊδουροτόμαρου, αλλά ιδωμένο αυτή τη φορά από το πιο πρώιμο στάδιο της στοματικής αγάπης. Στην κλαϊνική θεωρία ο λύκος συμβολίζει κυρίως το πρωταρχικό άγχος που έχει το παιδί μήπως καταβροχθιστεί κι έτσι μπορεί να συνδεθεί με τα άγχη που προκαλούνται από τις καννιβαλικές ενορμήσεις της παρανοειδούς θέσης (Η Χιονάτη που πρέπει να καταφύγει στη χώρα των νάνων για να μη την καταβροχθίσει η ζηλόφθονη μητριά της). Τέτοιου είδους ερμηνείες έχουν αξία μόνο όταν πρόκειται να κατανοήσουμε το σύμβολο του λύκου γενικά, αλλά είναι πολύ δεσμευτικές όταν πρόκειται να τις εφαρμόσουμε στην Κοκκινοσκουφίτσα επειδή δε λαμβάνουν υπόψη τους τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Η αρχή ενός παραμυθιού είναι πάντα πολύ σημαντική, γιατί εκεί παρατίθεται η φύση του προβλήματος. Λοιπόν, τι παρατηρούμε;
α) Η ηρωίδα περιγράφεται ως «ένα κοριτσάκι, το πιο όμορφο που θα μπορούσε κανείς να δει». Δηλαδή, πρόκειται για ένα τρυφερό κοριτσάκι κατάλληλο να καταβροχθιστεί.
β) «η μητέρα του του είχε μεγάλη αδυναμία και η γιαγιά του ακόμα μεγαλύτερη». Η αρχή του παραμυθιού υπογραμμίζει επίσης ότι υπάρχει μια μητριαρχική δομή, όπου δεν υπάρχει θέση για την πατρική κυριαρχία. Η δύναμη (ο φαλλός) κατέχεται από τη γιαγιά, δηλαδή από τη μητέρα της μητέρας.
γ) «αυτή η καλή γυναίκα (η γιαγιά) της έφτιαξε ένα μικρό κόκκινο σκουφάκι, που της πήγαινε τόσο πολύ, ώστε όλοι τη φώναζαν Κοκκινοσκουφίτσα». Η ηρωίδα έχασε το όνομά της και έγινε η Κοκκινοσκουφίτσα της γιαγιάς της.
δ) «μια μέρα η μητέρα της έφτιαξε γαλέτες και της είπε: - πήγαινε να δεις πώς πάει η γιαγιά σου γιατί μου είπαν ότι ήταν άρρωστη, πήγαινέ της μια γαλέτα και αυτό το βάζο με το βούτυρο». Το παραμύθι όχι μόνο τονίζει τη σπουδαιότητα της τροφής στο μητριαρχικό περιβάλλον αλλά, λέγοντας ότι η γιαγιά είναι άρρωστη, δείχνει συγχρόνως τη φύση του προβλήματος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι με αυτό το στοιχείο το παραμύθι καταδεικνύει τον κίνδυνο που εμπεριέχει η κατοχή της εξουσίας από τη γιαγιά (κάτι που συναντάται συχνά στα χωριά).  Αν αυτό το παραμύθι του Perrault έχει κακό τέλος δεν είναι, όπως υποστηρίζει κυρίως ο μεγάλος λαογράφος  Paul Delarue, «για να προφυλάξει τα παιδιά από τον κίνδυνο του να πηγαίνουν μόνα τους στο δάσος» (Soriano 1968, σελ. 151), αλλά επειδή το παραμύθι μιλάει για έναν άλλο κίνδυνο, τον κίνδυνο της ψύχωσης.


Τι το κακό υπάρχει στην αγάπη μιας μητέρας (γιαγιάς) προς την κόρη της (εγγονή της) ή στο θαυμασμό της για την ομορφιά της; μια τέτοια αγάπη δεν είναι απαραίτητη για να μπορέσει το παιδί να φθάσει μια μέρα να κοιτάζεται στον καθρέφτη με ευχαρίστηση; Το παιδί θα μπορέσει να νιώσει αυτή την  αγαλλίαση του να αναγνωρίσει τον εαυτό του στη λαμπερή εικόνα (που του αντανακλά ο καθρέφτης) αν προηγουμένως δεν έχει μπορέσει να διαβάσει την αγάπη στα μάτια της μητέρας του (ή του υποκατάστατού της) όταν εκείνη το κοιτάζει; Ο Balint επίσης δεν έχει υπογραμμίσει τη σπουδαιότητα που έχει για το παιδί αυτή η πρωταρχική άνευ όρων αγάπη της μητέρας, μέσα στην οποία βαπτίζεται, και χωρίς την οποία κινδυνεύει να κατακερματιστεί σαν το ψάρι έξω από το νερό.
Αν και η μητρική αγάπη είναι απαραίτητη ώστε το παιδί να μπορέσει να πραγματοποιήσει την πρωταρχική του ταύτιση (στάδιο του καθρέφτη), ο Lacan υπογράμμισε τον αλλοτριωτικό χαρακτήρα μιας τέτοιας ναρκισσιστικής ταύτισης στη διυποκειμενική σχέση. Τι τελικά δεν πάει καλά στη μητριαρχική αγάπη της μητέρας (γιαγιάς) προς την κόρη της (εγγονή της); Αυτό  που δεν πάει καλά είναι ότι αυτή η αγάπη φέρει τη σφραγίδα της εξομοίωσης, χωρίς να αναγνωρίζει ότι η κόρη (η εγγονή) είναι κάποιο άλλο άτομο, ότι είναι διαφορετική από τη μητέρα (τη γιαγιά). Όλα εξελίσσονται λοιπόν σα να υπάρχει πλήρης άρνηση του γεγονότος ότι κάπου στην οικογένεια υπάρχει κι ένας πατέρας. Το παιδί θεωρείται σαν ένα αντίγραφο της παντοδύναμης γιαγιάς, που συγχέεται με το παιδί που ήταν κάποτε η ίδια. Πρόκειται για μια καθαρά ναρκισσιστική αγάπη. Αντιμετωπίζοντας μια τέτοια αγάπη, όπου δεν υπάρχει θέση για τη διαφορετικότητα, το παιδί δε μπορεί να καλύψει την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα σ’ εκείνο και στο είδωλό του, δηλαδή στην εικόνα που του αντανακλά ο καθρέφτης. Γίνεται κατά κάποιο τρόπο αιχμάλωτο της διϋκής σχέσης, γιατί το σημαίνον και το σημαινόμενο συγχέονται, και χάνεται η πρόσβαση στο λόγο και στην ερμηνεία των συμβόλων.
Σε μια οικογένεια μητριαρχικού τύπου, η μητρική στάση χαρακτηρίζεται από μια υπερτροφία του μητρικού ενστίκτου. Το γεγονός ότι έχει παιδιά γίνεται για τη μητέρα σκοπός ζωής εις βάρος του ρόλου της ως συζύγου. Σε μια τέτοια οικογένεια ο ρόλος του άντρα έχει χάσει τελείως την αξία του και έχει περιοριστεί σε ρόλο τεκνογονίας. Με άλλα λόγια, σ’ αυτόν τον τύπο οικογένειας, το αντικείμενο του πόθου της μητέρας είναι το παιδί: είναι το συμπλήρωμα της έλλειψής της, δηλαδή ο φαλλός. Η φυσική λοιπόν επιθυμία που έχει το παιδί, να είναι τα πάντα για τη μητέρα του, δε βρίσκει αντίσταση από το Απαγορευμένο, αφού η μητέρα δεν αναγνωρίζει το Νόμο του πατέρα. Αντίθετα, η στάση της ενδυναμώνει την επιθυμία του παιδιού, που τελικά αλλοτριώνεται από την ίδια την επιθυμία του. Και αντί να γίνει ένα αυτόνομο άτομο με δικές του επιθυμίες, το παιδί θα ταυτιστεί με την έλλειψη, δηλαδή με το αντικείμενο επιθυμίας της μητέρας του. Παραμένει αιχμάλωτο της δυϊκής σχέσης, της συγχώνευσης μητέρας – παιδιού, και καθίσταται έτσι ανίκανο να βρει τη θέση του στην κοινωνία.
Το γεγονός ότι η ηρωίδα έχει χάσει την ατομικότητά της υπογραμμίζεται πολύ διακριτικά στο παραμύθι του Perrault. Η γιαγιά «της έφτιαξε ένα κόκκινο σκουφάκι, που της πήγαινε τόσο πολύ, ώστε όλοι τη φώναζαν Κοκκινοσκουφίτσα». Η ηρωίδα έγινε η κούκλα της γιαγιάς σε τέτοιο σημείο μάλιστα ώστε ο κόσμος δε τη φώναζε πια με το όνομά της. Το σκουφάκι πρέπει να ιδωθεί επίσης με τη μεταφορική έννοια της βάγιας που συνοδεύει τη νέα κοπέλα. Το παραμύθι του Perrault δείχνει έτσι ότι η ηρωίδα βρίσκεται κάτω από την εξουσία της γιαγιάς, που αντιπροσωπεύει το μητριαρχικό νόμο που αντικαθιστά το νόμο του πατέρα.
Στο παραμύθι, η Κοκκινοσκουφίτσα είναι το αντικείμενο του πόθου της μητέρας και της γιαγιάς της, και με αυτή την έννοια, ενσαρκώνει το φαλλό. Ο φαλλός όμως, ως απεικόνιση του συμπλέγματος του ευνουχισμού, απορρίπτεται. Δεν υπάρχει εδώ λοιπόν θέση για την άνοδο στο συμβολικό επίπεδο μέσω του οιδιποδείου, επειδή στο μητριαρχικό σύστημα δεν υπάρχει θέση για έναν πατέρα που θέτει το Νόμο, δηλαδή που υποχρεώνει το παιδί να στερηθεί το αντικείμενο του πόθου του (δηλαδή το να είναι το παν για τη μητέρα του), και που στερεί από τη μητέρα το φαλλικό της αντικείμενο (που σ’ αυτή την περίπτωση είναι το παιδί). Αυτό που είναι καθοριστικό δεν είναι τόσο η παρουσία μέσα στην οικογένεια ενός πατέρα που φέρνει το Νόμο, όσο η στάση της μητέρας, που αναγνωρίζει την πατρική λειτουργία της επικράτησης του νόμου στις κοινωνίες. Τότε το παιδί θα έχει πρόσβαση στη μύηση του συμβόλου και του λόγου, εφόσον μπορέσει να δεχθεί το συμβολικό ευνουχισμό από τον πατέρα. Αν όμως η μητέρα μεταχειρίζεται το παιδί της σαν το συμπλήρωμα της έλλειψής της, τότε θα συμβεί αυτό που ο Λακάν αποκαλεί «απορριπτικός αποκλεισμός του ονόματος του πατέρα» και θα αποτύχει η πατρική μεταφορά. Ανοίγει τότε ο δρόμος για την ψύχωση επειδή η αναφορά στο συμβολικό ευνουχισμό έχει αποκλεισθεί.

 4.      Το δωμάτιο του Κυανοπώγωνα και ο πρωκτικός εγκλεισμός

Είδαμε ότι η μητριαρχική στάση της μητέρας, που δεν αναγνωρίζει το Νόμο του πατέρα, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στο ψυχισμό του παιδιού, όπως εκδήλωση ψυχαναγκαστικής συμπεριφοράς ή ανάπτυξη ναρκισσιστικής προσωπικότητας, αλλά κυρίως σοβαρές ψυχώσεις. Γιατί, όσο πρέπει να αποφεύγουμε να ωθούμε τα παιδιά να συμπεριφέρονται ως ενήλικες άλλο τόσο πρέπει να αποφεύγουμε να ενθαρρύνουμε την τάση τους να παραμείνουν μικρά, να καθηλωθούν στην παντοδυναμία ή να επιστρέψουν στην κοιλιά της μητέρας τους. Θα ήταν όμως απλοϊκό να πιστέψουμε ότι η ψυχοπαθολογία είναι αποτέλεσμα μόνο της ανεπάρκειας του περιβάλλοντος του παιδιού. Από τη στιγμή της γέννησής του κάθε παιδί έχει τη δική του προσωπικότητα που σίγουρα δεν είναι τόσο εύπλαστη όσο μερικοί θάθελαν να μας κάνουν να πιστέψουμε. Με άλλα λόγια, δεν πιστεύω καθόλου ότι το παιδί είναι στην αρχή ένα άγραφο χαρτί και ότι το περιβάλλον καθορίζει ολοκληρωτικά τη μελλοντική του προσωπικότητα. Για παράδειγμα, ένα άπληστο μωρό, που δε μπορεί να υποφέρει τη ματαίωση, θα δυσκολευτεί πολύ να δεχτεί τον απογαλακτισμό. Μέσα στη φανταστική του παντοδυναμία, το παιδί θα θελήσει να διεισδύσει με τη βία σ’ αυτό το μητρικό σώμα απ’ όπου αισθάνεται ότι διώχθηκε άδικα. Αντί να κατασκευάσει με υπομονή τον εσωτερικό του «καλό τόπο», θέλει να τον κερδίσει αμέσως κατέχοντάς τον με παράλογο τρόπο, πράγμα που οδηγεί στην ανάπτυξη ψυχοπαθητικών τάσεων. Στο έργο του The claustrumο  Meltzer (1992) κατέδειξε τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στις ασυνείδητες τάσεις της επίβουλης εισβολής στο μητρικό σώμα και στις κλειστοφοβικές διαταραχές. Ο Κυανοπώγων του Perrault μου φαίνεται ότι είναι μια πολύ καλή αναπαράσταση αυτής της θεωρίας του εγκλεισμού.
Αν ερμηνεύσουμε την ηρωίδα και την αδελφή της Άννα ως δύο διαφορετικά μέρη της ίδιας προσωπικότητας (πράγμα που μπορεί να διαφωτίσει κάποια σημεία της αφήγησης που φαίνονται απίθανα, όπως για παράδειγμα η παρουσία της αδελφής Άννας στο παλάτι του Κυανοπώγωνα τη στιγμή που εκείνος ετοιμάζεται να εκτελέσει την ηρωίδα, ή ακόμα το γεγονός ότι η ηρωίδα και η αδελφή της Άννα λένε: «τα αδέλφια μου» αντί «τα αδέλφια μας») μπορούμε τότε να πούμε ότι ένα κομμάτι της προσωπικότητας γοητεύτηκε από τον Κυανοπώγωνα, ενώ το άλλο κομμάτι, που αντιπροσωπεύεται από την αδελφή Άννα δεν υπέκυψε στη γοητεία. Ο γάμος της ηρωίδας με τον Κυανοπώγωνα μπορεί να ερμηνευτεί ως ένα σύμβολο διαστροφής. Στην πραγματικότητα, ο γάμος στα παραμύθια είναι γενικά μία κατάληξη που συμβολίζει τη νίκη της αγάπης έναντι της καταστροφικότητας, με αποτέλεσμα μια εσωτερική συμφιλίωση που οδηγεί στην εσωτερίκευση του καλού αντικειμένου. Εδώ ο γάμος έχει αλλοιωθεί από το γεγονός ότι η αιτιολογία δεν είναι η αγάπη αλλά η σαγήνη του πλούτου και της δύναμης που τυφλώνουν την ηρωίδα. Το παλάτι του Κυανοπώγωνα είναι μια αναπαράσταση του σώματος της μητέρας με όλα του τα πλούτη. Αντί για μια προοδευτική εσωτερίκευση που θα δημιουργούσε τον καλό «εσωτερικό τόπο», το κομμάτι της προσωπικότητας που είναι αχόρταγο και διεισδυτικό μετατρέπει αυτό τον καλό τόπο σε χώρο εγκλεισμού.
Η λαθραία διείσδυση στο μητρικό σώμα (στην περίπτωση που το μητρικό σώμα απεικονίζει το καλό αντικείμενο) μπορεί, κατά τον Meltzer, να πραγματοποιηθεί σε τρία διαφορετικά επίπεδα, πράγμα που τον κάνει να διακρίνει τρία διαμερίσματα μέσα στο χώρο εγκλεισμού. Αυτά τα τρία επίπεδα υπάρχουν στο παραμύθι του Κυανοπώγωνα:

1. Το πρώτο επίπεδο της λαθραίας εισχώρησης συνίσταται από την επιθυμία του παιδιού να εγκατασταθεί μέσα στο «μητρικό κεφάλι/στήθος» (maternal head/breast), η χαρακτηριστική ιδιότητα του οποίου είναι ο πλούτος. Εκείνοι που εισχώρησαν στο πρώτο αυτό διαμέρισμα χαρακτηρίζονται από απάθεια, μεγαλοπρέπεια και πανσοφία. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά βρίσκονται μέσα στο παραμύθι, όπου η ηρωίδα σαγηνεύεται από τα πλούτη του Κυανοπώγωνα («…ωραία σπίτια, χρυσά και ασημένια σερβίτσια, σκαλιστά έπιπλα και ολόχρυσες άμαξες…»). Ο Perrault τονίζει επίσης την απάθεια και την επιπολαιότητα που χαρακτηρίζουν το περιβάλλον του Κυανοπώγωνα:
«…η καθημερινή ζωή ήταν γεμάτη περιπάτους, κυνήγι και ψάρεμα, γιορτές και χορούς, γεύματα…». Η μεγαλοπρέπεια και η πανσοφία παίρνουν μέρος στην αποπλάνηση της ηρωίδας από έναν άνθρωπο άσχημο αλλά ισχυρό, που ξέρει να μιλάει για τα πάντα και να επιβάλλεται. (…η Καντέτ άρχισε να σκέφτεται ότι η γενειάδα του οικοδεσπότη δεν ήταν τόσο κυανή, και ότι ο οικοδεσπότης ήταν ένας πολύ καθώς πρέπει άνθρωπος…»).

2. Το δεύτερο επίπεδο της διείσδυσης στο μητρικό σώμα συνίσταται από την εγκατάσταση του παιδιού στο χώρο των γεννητικών οργάνων. Αυτό περιγράφεται από τον Meltzer σαν μια διονυσιακή γιορτή: είναι Καθαρά Δευτέρα. Όλα αποτελούν πρόσχημα για μια γιορτή που δεν έχει σκοπό την απλή διασκέδαση αλλά την ικανοποίηση της σεξουαλικής απληστίας: το όργιο. Ο Perrault σκιαγραφεί πολύ ελαφρά αυτή την πλευρά του εγκλεισμού: «…δεν κοιμόντουσαν καθόλου και περνούσαν τη νύχτα κάνοντας πονηρά πράγματα ο ένας στον άλλο…».
Η παραίνεση που έκανε ο Κυανοπώγων στη γυναίκα του πριν από την αναχώρησή του θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως μία παρότρυνση για κραιπάλη: «…την παρακάλεσε να διασκεδάσει καλά κατά τη διάρκεια της απουσίας του, να καλέσει τις φίλες της, να τις πάει στην εξοχή αν ήθελε…»
Σε σχέση με το προηγούμενο διαμέρισμα κατεβήκαμε τώρα ήδη ένα επίπεδο γιατί, όπως υποστηρίζει ο Meltzer, «οι κάτοχοι αυτού του χώρου είναι πολύ πιο ταραχώδεις και πιο θορυβώδεις από αυτούς που κατέχουν το χώρο «κεφάλι/στήθος».

3. Το τρίτο επίπεδο της διεισδυτικής ταύτισης είναι ο εγκλεισμός στον πρωκτικό χώρο που αντιπροσωπεύεται από το μητρικό πρωκτό. Εδώ κατεβαίνουμε ακόμα ένα επίπεδο για να φθάσουμε στον πυρήνα των σαδιστικών και μαζοχιστικών διαστροφών. Αυτό το διαμέρισμα απεικονίζεται στο παραμύθι με το δωμάτιο (στο τέλος της μεγάλης στοάς του κάτω πατώματος) όπου βρίσκονται τα πτώματα όλων των γυναικών που ο Κυανοπώγων είχε παντρευτεί και είχε στραγγαλίσει. Ο Κυανοπώγων απαγορεύει στην ηρωίδα να μπει σ’ αυτό το δωμάτιο φροντίζοντας όμως να της δώσει το κλείδί. Η απαγόρευση μοιάζει να θέτει την επιλογή ανάμεσα στην απόλυτη υπακοή και στο θάνατο που επιβάλλει ο σαδιστής στο θύμα του: «…αν το ανοίξεις θα υποστείς τις συνέπειες της οργής μου!».
Η παραβίαση της απαγόρευσης μπορεί να ερμηνευθεί ως απελευθερωτική μύηση: συμβολίζει την έξοδο από τον πρωκτικό εγκλεισμό, που πραγματοποιείται από τη συνειδητοποίηση της σαγήνης που εξασκεί το σαδιστικό τέρας στην προσωπικότητα του θύματος. Τα αδέλφια που σκοτώνουν το τέρας στο τέλος του παραμυθιού είναι τα σύμβολα της νίκης που επιφέρουν οι δυνάμεις της ζωής πάνω στις δυνάμεις του θανάτου.

Τα άτομα που βρίσκονται κάτω από την επίδραση μιας καταστροφικής, σαδιστικής προσωπικότητας τρομοκρατούνται μερικές φορές από την εγκατάσταση αυτού που ο Meltzer ονομάζει «ατμόσφαιρα αιχμαλωσίας». Εκπλήσσεται κανείς από την παθητικότητα τόσο της ηρωίδας όσο και της αδελφής της Άννας. Αντί να αντιμετωπίσουν την κατάσταση περιμένουν παθητικά να φθάσει η βοήθεια. Αυτό συμβαίνει επίσης και στην περίπτωση της ανάλυσης, όπου διαπιστώνει κανείς ότι η συνειδητοποίηση, εκ μέρους του αναλυόμενου, της σαγήνης που ασκεί πάνω του ένα ολέθριο άτομο δεν επαρκεί για να λυθεί το πρόβλημα. Σα να υπάρχει φόβος ότι τα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτή τη συνειδητοποίηση θα επιφέρουν μια καταστροφή ακόμα μεγαλύτερη. Πρέπει κανείς να έχει την υπομονή, όπως η αδελφή Άννα, να περιμένει ώσπου, μέσα στην εσωτερική διαμάχη που γίνεται κάπου στο ασυνείδητο, οι ενορμήσεις της ζωής να υπερισχύσουν των ενορμήσεων του θανάτου, πράγμα που θα επιτρέψει τότε στο άτομο να νικήσει την καταστροφικότητα. Παρά τις συνδυασμένες προσπάθειες του αναλυόμενου και του αναλυτή, η «ανάρρωση» δεν είναι δυνατή παρά μόνο με τη συγκατάθεση των θεών.
Νομίζω ότι η πρωτοτυπία της θεωρίας του εγκλεισμού συνίσταται στο ότι υποδεικνύει πως η διείσδυση αλλοιώνει το οιδιπόδειο, εμποδίζει την εσωτερίκευση του καλού αντικειμένου και μεταβάλλει τον εσωτερικό κόσμο σ’ ένα χώρο εγκλεισμού. Επίσης η ιεραρχία των αξιών αντιστρέφεται: ο πατέρας, που συνήθως αντιπροσωπεύει το Νόμο, στον πρωκτικό εγκλεισμό μεταβάλλεται σε Χίτλερ που εξομοιώνεται με ένα κοπρώδη φαλλό, ενώ η εσωτερική μητέρα, σύμβολο του καλού εσωτερικού τόπου, μεταβάλλεται σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης που εξομοιώνεται με τον μητρικό πρωκτό. Στο πιο επιφανειακό επίπεδο, στο επίπεδο «κεφάλι/στήθος», ο εσωτερικός κόσμος υποβιβάζεται σ’ έναν υλιστικό κόσμο που χαρακτηρίζεται από τον εκφυλισμό των εννοιών: «η γενναιοδωρία γίνεται βιαστικό δώσιμο, η υποδοχή γίνεται αποπλάνηση, η αμοιβαιότητα γίνεται συντεχνία, η κατανόηση γίνεται εισβολή στα προσωπικά μυστικά, η γνώση γίνεται πληροφορία, ο συμβολικός σχηματισμός γίνεται μετωνυμία, η τέχνη γίνεται μόδα» (Meltzer 1992, σελ. 72). Αλλά όσο πιο βίαιη γίνεται η διείσδυση τόσο περισσότερο βυθίζεται κανείς στη διαστροφή και την ψυχοπάθεια., κατεβαίνοντας τα διάφορα στάδια χυδαιότητας και φθάνοντας μέχρι το σαδιστικό αιματηρό φόνο που παρουσιάζεται στο παραμύθι του Κυανοπώγωνα.
Το έργο The claustrumτου  Meltzer φαίνεται ότι ξεπερνάει το πλαίσιο μιας ανίχνευσης των κλειστοφοβικών φαινομένων, όπως ήταν η αρχική πρόθεση του συγγραφέα. Το ενδιαφέρον σημείο αυτής της θεωρίας βρίσκεται κυρίως στην κατανόηση των φαινομένων του υλιστικού εκφυλισμού (1ο επίπεδο, χώρος «μητρικό κεφάλι/στήθος»), της διαστροφής (2ο επίπεδο, χώρος μητρικών γεννητικών οργάνων) και της ψυχοπάθειας (3ο επίπεδο, χώρος μητρικού πρωκτού).

2.      Οι ψυχαναλυτικές θεωρίες του Καθεστώτος της Νύκτας (Régime Nocturne)

Οι θεωρίες του «Καθεστώτος της Νύχτας» δεν είναι τόσο διαφοροποιημένες όσο αυτές του «Καθεστώτος της Ημέρας». Εδώ η θεραπεία απαιτεί περισσότερη τέχνη απ’ ό,τι τεχνική. Συχνά επίσης το λεκτικό υλικό, που συνήθως είναι πολύ πλούσιο στο οιδιπόδειο επίπεδο, εδώ λείπει, πράγμα που υποχρεώνει τον αναλυτή να χρησιμοποιεί την αντιμεταβίβασή του για να επικοινωνήσει με τον αναλυόμενο. Ο λόγος μπορεί μερικές φορές να χρησιμοποιηθεί εδώ μόνο ως ένα μέσον προστασίας του ασθενούς, ο οποίος δε μπορεί να επικοινωνήσει παρά μόνο με προλεκτικά μέσα, όπως για παράδειγμα η προβολική ταύτιση ή, στην περίπτωση όπου το υποκείμενο και το αντικείμενο δεν έχουν διαφοροποιηθεί αρκετά, η χρήση ενός ακόμα πιο πρώιμου τρόπου επικοινωνίας: η μυστική συμμετοχή. Όλα αυτά δείχνουν ότι τα όρια μεταξύ του αντικειμενικού και του υποκειμενικού είναι ακόμα πιο δυσδιάκριτα εδώ απ’ ό,τι στο Καθεστώς της Ημέρας. Για παράδειγμα, πώς μπορούμε, μέσα στις εικόνες που απορρέουν από την αντιμεταβίβαση του αναλυτή, να καθορίσουμε ποιο κομμάτι οφείλεται στην προβολική ταύτιση και ποιο κομμάτι οφείλεται στην προσωπικότητα του αναλυτή; Η απόσταση που χωρίζει τον ομιλητή από τον ακροατή χάνεται μέσα σ’ αυτούς τους αρχέγονους τρόπους μη λεκτικής επικοινωνίας και ακόμα περισσότερο όταν παλινδρομούμε σε ζώνες του ψυχισμού όπου υποκείμενο και αντικείμενο διαφοροποιούνται ελάχιστα.
Για να γεφυρώσω την απόσταση ανάμεσα στις θεωρίες του Καθεστώτος της Ημέρας και τις θεωρίες του Καθεστώτος της Νύχτας, θα αρχίσω από τη θεωρία της λειτουργίας Άλφα του

Bion ([3]). Αυτή η θεωρία βρίσκεται ανάμεσα στο Καθεστώς της Ημέρας και στο Καθεστώς της Νύχτας. Δε μπορούμε να μην την ξεχωρίσουμε από τις άλλες θεωρίες. Αφού ο Bion είναι κλαϊνικός, η θεωρία του θα έπρεπε να ανήκει στο Καθεστώς της Ημέρας. Αλλά από το γεγονός ότι χρησιμοποιεί την προβολική ταύτιση ως μέσο επικοινωνίας (ενώ η Κλάιν τη θεωρούσε ως μηχανισμό άμυνας), πρέπει να δημιουργείται κάποια παλινδρόμηση στην πρωταρχική σχέση μητέρας-παιδιού. Από τις εναλλαγές επίσης που δημιουργούνται μεταξύ της παρανοειδούς-σχιζοειδούς θέσης και της καταθλιπτικής θέσης (ΠΣ θέση, Κ θέση), φαίνεται ότι πρόκειται επίσης για ένα είδος διαλεκτικής θεραπείας. Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρώ τη θεωρία του Bion ως θεωρία που ανήκει στο Καθεστώς της Νύχτας, κατάλληλη για τα παρανοειδή άγχη.

2.1.  Οι «Χίλιες και Μια Νύχτες» και η θεωρία της Λειτουργίας Άλφα.

Το βιβλίο «Χίλιες και Μία Νύχτες» παρουσιάζεται ως το μέσον με το οποίο η αφηγήτρια Σεχραζάτ κατάφερε να θεραπεύσει την ασθένεια του βασιλιά Σαχριάρ, ιστορώντας του λαϊκά παραμύθια για χίλιες και μία νύχτες.
Ο βασιλιάς Σαχριάρ και ο αδελφός του, ο βασιλιάς Σαχ Ζαμάν, περιγράφονται ως ζηλότυποι και νάρκισσοι. Για να κατανοήσουμε την πλοκή που αναφέρεται λεπτομερώς στην εισαγωγική ιστορία του έργου «Χίλιες και Μία Νύχτες», πρέπει να αναφερθούμε σε μια πολιτιστική ιεραρχία. Υπάρχει κατ’ αρχάς η ιεραρχία ανάμεσα στους δύο αδελφούς: ο μεγάλος και ο καλύτερος καβαλάρης είναι ο βασιλιάς Σαχριάρ, ενώ ο βασιλιάς Σαχ Ζαμάν είναι ο μικρότερος. Ανάμεσα στον Αλλάχ (τον Παντοδύναμο και κορυφή της ιεραρχίας) και τους βασιλιάδες υπάρχουν τα τζιν (τα πνεύματα, που ονομάζονται επίσης και «αφρίτες» δηλαδή «πονηροί»). Κάτω από το βασιλιά υπάρχει ο βεζύρης αλλά και η σύζυγος του βασιλιά. Οι σκλάβοι αποτελούν το χαμηλότερο κομμάτι της ιεραρχίας, με τελευταίους τους μαύρους σκλάβους.
 Όταν ο βασιλιάς Σαχ Ζαμάν μαθαίνει ότι ο αδελφός του επιθυμεί πολύ να τον συναντήσει, απαντάει αμέσως στην πρόσκλησή του. Στη βιασύνη του να φύγει ξεχνάει στο παλάτι το κόσμημα που προόριζε ως δώρο για τον αδελφό του και επιστρέφει να το πάρει. Και τότε βρίσκει τη γυναίκα του στο κρεβάτι αγκαλιά μ’ ένα μαύρο σκλάβο. Τραβάει το σπαθί του, τους σκοτώνει και τους δυο και φεύγει να συναντήσει τον αδελφό του. Το ναρκισσιστικό τραύμα είναι τόσο έντονο ώστε ο βασιλιάς Σαχ Ζαμάν δε μπορεί να χαρεί τη συνάντηση με τον αδελφό του ούτε να του μιλήσει για τη συμφορά του. Μαραζώνει και όταν ο αδελφός του τον προσκαλεί στο κυνήγι αρνείται την πρόσκληση και μένει στο παλάτι. Έτσι βλέπει από το παράθυρο τη γυναίκα του αδελφού του να συμμετέχει σ’ ένα όργιο μαζί με είκοσι σκλάβες και είκοσι σκλάβους και να ζευγαρώνει κι αυτή μ’ ένα μαύρο σκλάβο.
Ξέρουμε ότι ο ζηλόφθονος χαίρεται με το κακό που συμβαίνει σ’ εκείνον που είναι το αντικείμενο του φθόνου του. Και προφανώς δεν είναι τυχαίο που ο μικρός αδελφός ξέχασε το δώρο που προόριζε για τον αδελφό του.
Στην επιστροφή του από το κυνήγι ο βασιλιάς Σαχριάρ εκπλήσσεται από την ξαφνική ανάρρωση του αδελφού του και πιέζοντάς τον να του δώσει εξήγηση, μαθαίνει την πικρή αλήθεια. Αφού διαπίστωσε ότι ο αδελφός του του είπε την αλήθεια, έχασε τα λογικά του και είπε στον αδελφό του Σαχ Ζαμάν:
«Ας φύγουμε κι ας πάμε να βρούμε την τύχη μας στο δρόμο του Αλλάχ. Γιατί δεν πρέπει να έχουμε πια καμιά σχέση με τη βασιλεία μέχρι να μπορέσουμε να βρούμε κάποιον που να έχει περάσει μια περιπέτεια ίδια με τη δική μας. Αλλιώς θα είναι προτιμότερος για μας ο θάνατος από τη ζωή».
Αφού ταξίδεψαν μέρες και νύχτες, οι δύο αδελφοί κάθισαν να ξεκουραστούν κοντά σε μια πηγή μέσα σ’ ένα λιβάδι κοντά στη θάλασσα. Και τότε είδαν να βγαίνει από τη θάλασσα μια στήλη μαύρου καπνού που ανέβηκε μέχρι τον ουρανό και κατευθύνθηκε προς το λιβάδι. Τα αδέλφια κρύφτηκαν σ’ ένα δέντρο και τότε είδαν τη στήλη του καπνού να μεταμορφώνεται σ’ ένα τζίνι (τελώνιο) πανύψηλο, με φαρδείς ώμους και πλατύ στέρνο, που κουβαλούσε στο κεφάλι του ένα μπαούλο. Σ’ αυτό το μπαούλο ήταν κλεισμένη μια κοπέλα που το τζίνι είχε κλέψει την ημέρα του γάμου της. Την έβγαλε από το μπαούλο και ύστερα αποκοιμήθηκε στα γόνατά της. Αμέσως μόλις το τζίνι αποκοιμήθηκε, η κοπέλα διέταξε τα δύο αδέλφια να κατέβουν από το δέντρο και να της δοθούν, με την απειλή ότι, αν δεν το κάνουν, θα ξυπνήσει το τζίνι. Έτσι, από φόβο, υπάκουσαν και οι δύο.
Μπορούμε ήδη να διαπιστώσουμε πώς ξετυλίγεται το παραμύθι, που γίνεται ένα είδος αποκαλυπτικής διαδικασίας με την οποία ο βασιλιάς οδηγείται σιγά σιγά στην συνειδητοποίηση της επώδυνης αλήθειας που τον αφορά. Για να το απεικονίσει αυτό, το παραμύθι χρησιμοποιεί διαλεκτικές μεταβολές, σύμφωνα με τις οποίες ο προδομένος και ταπεινωμένος βασιλιάς βρίσκεται ξαφνικά στη θέση ενός σκλάβου, που δεν έχει άλλη επιλογή από το να εκτελέσει αυτό που τον διατάζουν. Το τζίνι που απαγάγει μια κοπέλα την ημέρα του γάμου της για να την κλείσει μέσα σ’ ένα σεντούκι, είναι η αντανάκλαση του τερατώδους μισογυνισμού του βασιλιά, που είναι παρανοϊκός και επομένως ανίκανος να αντιληφθεί την οπτική του άλλου. Αντί να συνειδητοποιήσει τι δεν πάει καλά στη στάση του απέναντι στους άλλους, βλέπει τον εαυτό του ως θύμα και προβάλλει στη γυναίκα τη δική του λαγνεία. Η μυστικιστική αναζήτηση που έπρεπε να γίνει στο ταξίδι των δύο αδελφών ακρωτηριάζεται εξ αρχής από τον πόθο: αντί να κρατήσει την ταπεινή στάση του προσκυνητή που θέλει να κερδίσει σοφία προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί την εμπειρία, ο βασιλιάς Σαχριάρ δίνεται σε μία απόλαυση που προέρχεται από τη δυστυχία εκείνου που είναι πιο δυνατός (του τελώνιου), ώστε να μειώσει τον πόνο του δικού του ναρκισσιστικού τραύματος. Αντί να διδαχθεί από την εμπειρία, βυθίζεται στην παρανοϊκή τρέλα. Όχι μόνο κόβει το κεφάλι της συζύγου του καθώς και των σκλάβων του αλλά διατάζει το βεζύρη του να του φέρνει κάθε βράδυ μια παρθένα, που, αφού περάσει μαζί της τη νύχτα και της πάρει την παρθενιά της, θα τη θανατώσει το επόμενο πρωί. Και ο βασιλιάς το κάνει αυτό τρία χρόνια συνέχεια, φέρνοντας την απελπισία και την αναστάτωση στο βασίλειό του, αναγκάζοντας τους υπηκόους του να φύγουν με τις κόρες που τους απέμειναν. Μέχρι την ημέρα που ο βεζύρης δε μπορεί πια να ικανοποιήσει τη φονική τρέλα του βασιλιά παρά θυσιάζοντας τις δικές του κόρες, πράγμα που αρνείται να κάνει.
Αλλά η μεγάλη του κόρη, η Σεχραζάτ, καταφέρνει να πείσει τον πατέρα της να την παντρέψει με το βασιλιά Σαχριάρ. Κι έτσι αρχίζουν οι «Χίλιες και Μία Νύχτες», κατά τη διάρκεια των οποίων η πριγκίπισσα Σεχραζάτ θα θεραπεύσει το βασιλιά από την τρέλα του.
Κατά την άποψή μου οι «Χίλιες και Μία Νύχτες» είναι κάτι περισσότερο από μια απλή συλλογή παραμυθιών, γιατί αυτό το βιβλίο παρουσιάζει πώς η αφηγήτρια επεξεργάζεται την παράνοια του βασιλιά Σαχριάρ μέσω της ικανότητάς της για μητρική ονειροπώληση. Αυτό το βιβλίο, μέσα στην ποικιλία των παραμυθιών του, κρύβει μια θεραπευτική πορεία και απεικονίζει συγχρόνως τη θεωρία της λειτουργίας Άλφα του Bion.

Η πρώτη νύχτα αρχίζει έτσι:
«Όταν ο βασιλιάς θέλησε να κάνει έρωτα με την κοπέλα, εκείνη άρχισε να κλαίει και ο βασιλιάς της είπε:
- Τι έχεις;
Εκείνη απάντησε:
- Ω, βασιλιά, έχω μια μικρή αδελφή που θέλω να αποχαιρετήσω.
Τότε ο βασιλιάς έστειλε και φώναξαν τη μικρή αδελφή της Σεχραζάτ, τη Ντουνιαζάτ, που ήρθε και ρίχτηκε στο λαιμό της και στο τέλος ζάρωσε δίπλα στο κρεβάτι.
Τότε ο βασιλιάς σηκώθηκε και αγκαλιάζοντας τη Σεχραζάτ της πήρε την παρθενιά της. Έπειτα άρχισαν να κουβεντιάζουν.
Τότε η Ντουνιαζάτ είπε στη Σεχραζάτ:
- Στο όνομα του Αλλάχ, αδελφή μου, διηγήσου μας ένα παραμύθι για να περάσει η νύχτα.
Η Σεχραζάτ απάντησε:
- Μετά χαράς, αδελφή μου, αν το επιτρέπει ο πολυχρονεμένος μας βασιλιάς.
Ο βασιλιάς, καθώς κι είχε κι εκείνος αϋπνία, το βρήκε ευχάριστο να ακούσει την ιστορία της Σεχραζάτ».

Αυτό το απόσπασμα είναι σημαντικό γιατί τοποθετεί το πλαίσιο, δηλαδή την κατάσταση που θα επαναλαμβάνεται κατά τη διάρκεια των χιλίων και μιας νυχτών. Η Σεχραζάτ απευθύνεται στη μικρή της αδελφή, πράγμα που σημαίνει ότι, παρόλο που είναι πεπειραμένη, κατανοεί τις αγωνίες του εσωτερικού της παιδιού, και ότι είναι ικανή να επεξεργαστεί αυτές τις αγωνίες και να τις μεταμορφώσει με την ικανότητά της να ονειροπολεί μέσα από μια ιστορία. Ο βασιλιάς δεν ενδιαφερόταν για τις γυναίκες παρά μόνο για να καλύπτει τις σεξουαλικές του ανάγκες. Έχει όμως αϋπνίες. Που σημαίνει ότι το εσωτερικό παιδί του υποφέρει και ότι έχει ανάγκη να βρει μια καλή μητέρα ικανή να το καταλάβει και να το καθησυχάσει. Ο μισογυνισμός του δείχνει ότι το μίσος του για την κακή μητέρα είναι ιδιαίτερα δυνατό. Ο παρανοϊκός μισογύνης προβάλλει τη δική του λαγνεία πάνω στις γυναίκες, πράγμα που μεγαλώνει το μίσος του και την περιφρόνησή του για το άλλο φύλο. Η Σεχραζάτ θα τον θεραπεύσει απευθυνόμενη, δια μέσου της μικρής της αδελφής, στο εσωτερικό παιδί του βασιλιά, και βοηθώντας τον με τις ιστορίες της να συνειδητοποιήσει το θηρίο που κρύβει μέσα του.
Στην πρώτη ιστορία που αφηγήθηκε η Σεχραζάτ, την «Ιστορία του εμπόρου και του τελώνιου», το απάνθρωπο κομμάτι του βασιλιά ενσαρκώνεται από ένα τελώνιο που καταδικάζει σε θάνατο έναν έμπορο.

(Σημ. μεταφράστριας:
«Λένε, ω τρισευτυχισμένε βασιλιά, πως ήταν ένας έμπορος που είχε πολλά πλούτη και δουλειές σε πολλές πολιτείες. Μια μέρα, ανέβηκε στ’ άλογό του και ξεκίνησε για να πάει να εισπράξει βερεσέδια σε διάφορες πόλεις, μα, στο δρόμο, υπέφερε πολύ από τη ζέστη κι από τη δίψα, και για τούτο, μόλις συνάντησε ένα δένδρο, που στη ρίζα του έτρεχε μια πηγή, ξεπέζεψε για ν’ αναπαυθεί ώσπου να πέσει ο ήλιος. Επειδή πεινούσε, έβγαλε απ’ το ταγάρι του ένα κομμάτι ψωμί και χουρμάδες, κι άρχισε να τρώει. Όταν απόφαε, και ήπιε νερό απ’ την πηγή, κι ευχαρίστησε το Θεό, πήρε τα κουκούτσια των χουρμάδων και τα πέταξε με δύναμη και ξαφνικά, παρουσιάζεται μπροστά του ένας Αφρίτ (τελώνιο), φοβερός στην όψη και πελώριος, κρατώντας στο χέρι του ένα γυμνό σπαθί…» (4)
Το τελώνιο ισχυρίζεται ότι τα κουκούτσια που πέταξε ο έμπορος βρήκαν κατάστηθα το γιο του και τον σκότωσαν. Γι’ αυτό κι εκείνο θα σκοτώσει τον έμπορο!)

Το τελώνιο δίνει χάρη στον έμπορο για ένα χρονικό διάστημα ώστε εκείνος να πάει να αποχαιρετίσει την οικογένειά του. Έπειτα ο έμπορος επιστρέφει στο μοιραίο σημείο για να θανατωθεί από το τελώνιο κι εκεί συναντάει τρεις σέχας (σεβάσμιους γέροντες), που ο καθένας τους θα αφηγηθεί στο τελώνιο από μια παράξενη ιστορία. Ως ανταμοιβή του ζητούν να χαρίσει στον καθένα τους το ένα τρίτο της ζωής του εμπόρου. Το τελώνιο, παρακινημένο από την περιέργεια, δέχεται πρόθυμα αυτό το διακανονισμό.
Μπορούμε αμέσως να διακρίνουμε ότι τόσο η απάνθρωπη πλευρά όσο και η πλευρά που παρακινείται από την περιέργεια ενσαρκώνονται από το τελώνιο, και ότι αν ο αφηγητής απευθυνθεί στην πλευρά της περιέργειας και τη θρέψει με ιστορίες (λειτουργία της ονειροπώλησης) εμποδίζει τη βιαιότητα να εκδηλωθεί με πράξη. Η γενναιόδωρη και αφιλοκερδής πλευρά αντιπροσωπεύεται εδώ από τους τρεις σέχας που σώζουν τον έμπορο από το θάνατο κι έπειτα τον συγχαίρουν για την απελευθέρωσή του.
Ο διώκτης (το τελώνιο) στην πραγματικότητα παρουσιάζεται ως θύμα, αφού κατηγορεί τον έμπορο ότι σκότωσε το γιο του. Βρισκόμαστε λοιπόν μέσα στην παρανοειδή θέση. Η καταθλιπτική θέση δεν έχει ακόμα προσεγγιστεί. Αυτό κυρίως φαίνεται από το ότι η απάνθρωπη πλευρά παρουσιάζεται από ένα τελώνιο, μια απροσδόκητη προσωποποίηση με την οποία δε μπορεί κανείς να ταυτιστεί. Το κακό κρύβεται ακόμα στο ασυνείδητο και το ασυνείδητο δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Παρατηρούμε για παράδειγμα ότι θέλει να εκδικηθεί γιατί αισθάνεται θύμα, αλλά και ότι δέχεται να διαπραγματευτεί και ότι σέβεται τη συμφωνία που έχει κάνει με τους σέχας. Εδώ το κακό δεν απεικονίζεται με έναν ανθρώπινο χαρακτήρα με τον οποίο μπορεί να ταυτιστεί κανείς πιο εύκολα, όπως είναι για παράδειγμα ο χαλίφης Χαρούν Αλ Ρασίντ (στην ιστορία «το τέλος του Γκαφάρ και των Φαρμακίδων»), του οποίου η καταστροφικότητα προέρχεται από τη ζήλια και την κτητικότητα. Όταν τελειώνει η πρώτη νύχτα, ο βασιλιάς αναβάλλει κι αυτός (όπως το τελώνιο) το σχέδιό του να σκοτώσει την ηρωϊδα, γιατί θέλει να ακούσει τη συνέχεια του παραμυθιού.
Η διαλεκτική διαδικασία (ανάμεσα στο κομμάτι της προσωπικότητας που βιώνεται ως θύμα καταδίωξης και στο κομμάτι που νιώθει ένοχο για την επιθυμία θανάτου του αντικειμένου) αναπτύσσεται με τον ίδιο τρόπο καθ’ όλη τη διάρκεια των ιστοριών στις Χίλιες και Μία Νύχτες. Στο τέλος των εναλλαγών ανάμεσα στην παρανοείδη και την καταθλιπτική θέση, ο βασιλιάς εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στην πριγκίπισσα Σεχραζάτ: «Και να που στ’ αλήθεια, ακούγοντάς σε, βγαίνω από αυτές τις χίλιες και μία νύχτες με μια ψυχή βαθειά αλλαγμένη και χαρούμενη και εμβαπτισμένη στην ευτυχία της ζωής». Έπειτα ο βασιλιάς συγκινείται ανακαλύπτοντας τα τρία του παιδιά που η Σεχραζάτ έφερε κρυφά στον κόσμο: ένα αγόρι δύο χρονών και δύο δίδυμα ενός χρόνου. Ο βασιλιάς όχι μόνο συμφιλιώνεται με το γυναικείο φύλο αλλά καλεί και τον αδελφό του, το βασιλιά Σαχ Ζαμάν, που παντρεύεται τη Ντουνιαζάτ. Ο διπλός βασιλικός γάμος γίνεται με τη συμφωνία ότι ο βασιλιάς Σαχ Ζαμάν θα μείνει μαζί τους στο παλάτι γιατί η ηρωίδα δε θέλει να αποχωριστεί τη μικρή της αδελφή. Εδώ μπορούμε να διακρίνουμε ένα συμβολισμό της συμφιλίωσης των αντιθέτων, όπου τα ανήλικα και ενήλικα μέρη της προσωπικότητας δεν πρέπει να είναι διαχωρισμένα, πράγμα που συμβαίνει όταν ο φθόνος είναι υπερβολικός.
 
Από τη συνεχή επανάληψη στη διαδικασία της ανάπτυξης
Η ελληνική μυθολογία μας διδάσκει ότι ο Κρόνος κατασπάραζε λαίμαργα τα παιδιά του. Αυτή την εικόνα του ατέρμονα χρόνου ενός ασυνείδητου που δεν αναπτύσσεται επειδή οι δυνάμεις του παραμένουν φυλακισμένες από τη συνεχή επανάληψη, την ξαναβρίσκουμε στις Χίλιες και Μία Νύχτες με μια άλλη μορφή: την ένωση του βασιλιά με μια παρθένα που θανατώνεται μόλις τελειώσει η νύχτα. Αν η απληστία είναι πολύ έντονη, σε σημείο που το υποκείμενο να μη μπορεί να δεχθεί την αναβολή μιας ανάγκης, ο εσωτερικός κόσμος δε μπορεί να δομηθεί. Η ένωση του Βασιλιά και της Βασίλισσας αποτυγχάνει διαρκώς. Η θεωρία της λειτουργίας Άλφα του Bion μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί ο εσωτερικός κόσμος δε μπορεί σ’ αυτή την περίπτωση να δομηθεί.
Αυτό που ονομάζω «εσωτερικό κόσμο» μοιάζει με μια σκηνή θεάτρου, όπου τα πρόσωπα του έργου που πρόκειται να παιχθεί είναι στην πραγματικότητα αναπαραστάσεις των διαφόρων μερών της προσωπικότητας του σκηνοθέτη. Μπορούμε να θεωρήσουμε κάθε παραμύθι από τις Χίλιες και Μία Νύχτες ως μία πλευρά μιας προσωπικότητας που, μέσω της ικανότητάς της για ονειροπόληση, επεξεργάζεται τις τάσεις της να μισήσει, να φθονήσει και να κατακτήσει το αντίθετο φύλο. Ο βασιλιάς ενσαρκώνει το παιδικό κομμάτι που έχει παραμείνει στην παντοδυναμία επειδή δε μπορεί να αντιμετωπίσει την απογοήτευση που προκαλείται από την επίγνωση ότι δεν είναι αυτός το κέντρο του κόσμου. Το παιδί – βασιλιάς δε μπορεί να αντιμετωπίσει την απογοήτευση της μη ικανοποίησης των αναγκών του τη στιγμή που παρουσιάζονται. Έτσι, αν έχει ανάγκη από μια γυναίκα για να αντιμετωπίσει τις σεξουαλικές του ανάγκες, δε μπορεί να ανεχθεί το γεγονός ότι η γυναίκα αυτή μπορεί να είναι μια αυτόνομη και ανεξάρτητη ύπαρξη που απέναντί της θα μπορούσε να ξαναβιώσει το αίσθημα της εξάρτησης. Στο φανταστικό του κόσμο αυτή η γυναίκα θα πρέπει να φέρεται σα να είναι ένα δικό του κομμάτι, για να μην πούμε σα να είναι ένα δικό του πράγμα, μια σκλάβα του. Η συνειδητοποίηση ότι η γυναίκα κατέχει κάτι που δεν κατέχει εκείνος, και από το οποίο στην πραγματικότητα εξαρτάται, προκαλεί μια τέτοια οργή και τέτοιο φθόνο ώστε χρειάζεται να μειώσει την αξία της και μάλιστα να της αφαιρέσει το δικαίωμα να υπάρχει.
Το παιδί-βασιλιάς μοιάζει με το νεογέννητο που δε μπορεί ακόμα να αντιμετωπίσει την απογοήτευση όταν το στήθος λείπει τη στιγμή που εμφανίζεται η πείνα. Ξέρουμε ότι το βρέφος διαθέτει μια εσωτερική εικόνα ενός αντικειμένου ικανού να ικανοποιήσει τις διατροφικές ανάγκες του. Αν το στήθος του δοθεί τη στιγμή που πεινάει, θα έχει τη φαντασίωση ότι αυτό το αντικείμενο αποτελεί κομμάτι του. Στην αντίθετη περίπτωση, το αντικείμενο υπάρχει πάντα στο προσυνειδητό, αλλά βιώνεται σαν ένα κακό στήθος, το οποίο βέβαια διαθέτει τις απαραίτητες ιδιότητες αλλά αντί να ικανοποιεί την ανάγκη, την αυξάνει. Στην πραγματικότητα όλα τα αντικείμενα από τα οποία εξαρτώμαστε είναι εν δυνάμει κακά όταν τα επιθυμούμε χωρίς να μπορούμε να τα αποκτήσουμε. Το στήθος που υπάρχει στην πραγματικότητα είναι το καλό στήθος που ανακουφίζει την ανάγκη, ενώ το κακό αντικείμενο δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Το νευρωτικό κομμάτι της προσωπικότητας, που μπορεί να αντέξει στην απογοητευτική επίγνωση ότι δεν κατέχουμε τα αντικείμενα από τα οποία εξαρτώμασστε , είναι ικανό να μεταμορφώσει το απόν στήθος σε σκέψεις. Το ψυχωτικό κομμάτι της προσωπικότητας – ο Βασιλιάς – δε μπορεί παρά να απαλλαγεί από αυτά τα πρωτόγονα στοιχεία που ερεθίζουν το φθόνο του. Αυτά τα πρωτόγονα στοιχεία ο Bion τα ονομάζει στοιχεία Β.
Το ψυχωτικό λοιπόν κομμάτι της προσωπικότητας είναι ανίκανο να διακρίνει τη νοητική αναπαράσταση του αντικειμένου που τοποθετεί στο στόχαστρο. Το κακό αντικείμενο (που ως απόν στήθος δεν υπάρχει στην εξωτερική πραγματικότητα) βιώνεται σαν ένα αληθινό αντικείμενο που καταδιώκει το άτομο και από το οποίο το άτομο δε μπορεί να απαλλαγεί παρά σκοτώνοντάς το. Το ψυχωτικό άτομο εκμεταλλεύεται χωρίς κανέναν ενδοιασμό τα άτομα από τα οποία εξαρτάται, έπειτα τους μειώνει την αξία για να μη ξανανιώσει επιθυμία γι’ αυτά και τα πετάει σα στυμμένες λεμονόκουπες. Ο ανθρώπινος δεσμός που θα μπορούσε να γεννηθεί ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα (τα συμβολικά παιδιά) βάλλεται και καταστρέφεται. Το ψυχωτικό κομμάτι της προσωπικότητας φέρεται σαν ένας θεός που καταπίνει τα παιδιά του. Στον ψυχωτικό κόσμο τίποτα δεν αναπτύσσεται γιατί το ψυχωτικό άτομο είναι ανίκανο να πάρει μαθήματα από τα λάθη του και να μάθει από την εμπειρία. Ο άλλος δεν αντιμετωπίζεται ποτέ ως άτομο αλλά ως μερικό αντικείμενο που το χρησιμοποιούν και το πετάνε μετά από τη χρήση. Η θηριωδία μιας τέτοιας στάσης διαφεύγει τελείως από την ψυχωτική πλευρά της προσωπικότητας που ζει σ’ έναν απειλητικό κόσμο όπου όλα τα χτυπήματα επιτρέπονται για να διασφαλιστεί η επιβίωση του ατόμου. Το Εγώ, που βρίσκεται στο στάδιο της διαμόρφωσης, δε μπορεί να διασφαλίσει την επιβίωσή του γιατί εξαρτάται ολοκληρωτικά από τη μητρική φροντίδα. Αν η φροντίδα αυτή απογυμνωθεί από την ανθρώπινη ζεστασιά που αποτελεί την πραγματική τροφή του Εγώ, το Εγώ θα γίνει ένα πεινασμένο βρέφος. Επιπλέον θα υπάρξει επίσης μια σύγχυση ανάμεσα στην πραγματική τροφή (το μητρικό γάλα) και στη συναισθηματική τροφή που δίνει η καλή μητέρα. Αυτό αυξάνει περισσότερο την απληστία.
Ο βασιλιάς Σαχριάρ απεικονίζει πολύ καλά αυτή τη στάση του φθόνου, όπου η τρυφερή σχέση ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα (ο ανθρώπινος δεσμός) βάλλεται και καταστρέφεται. Ο κορεσμός των σεξουαλικών αναγκών του βασιλιά είναι η μόνη χρησιμότητα που αποδίδεται στη γυναίκα, που κάθε φορά χρησιμοποιείται άπληστα (κατάποση) πριν να εκδιωχθεί.
Το εγωκεντρικό παιδί που κρύβεται πίσω από το μισογυνισμό και τη σκληρότητα του παραδοσιακού άντρα φανερώνεται στο παραμύθι με τη σκληρή φιγούρα ενός παντοδύναμου βασιλιά που περνάει τις νύχτες του με μια παρθένα και το επόμενο πρωί τη σκοτώνει. Αυτή τη σκληρή πλευρά, που δε μπορεί να εξαρτηθεί από τον άλλο και δεν κάνει τίποτε άλλο από το να τον εκμεταλλεύεται, την έχουμε όλοι κάπου μέσα μας. Ο Bion την ονομάζει «ψυχωτική πλευρά» της προσωπικότητας. Είναι το αχάριστο παιδί που μεταβάλλει την πρωταρχική σχέση με τη μητέρα σε μια σχέση εξουσίας όπου ο αδύναμος καταβροχθίζεται άσπλαχνα από το δυνατό. Ο παρανοϊκός φόβος του να γίνει το ίδιο το άτομο το θύμα της καταβρόχθισης εμποδίζει τη ψυχωτική πλευρά να επαναπροσδιοριστεί.
Η συνειδητοποίηση ότι το ίδιο το άτομο είναι το τέρας που επιτίθεται και καταστρέφει την καλή εσωτερική μητέρα προκαλεί μια καταστροφική συντριβή της αυτοεικόνας που μπορεί να γίνει ανεκτή αν το Εγώ αναπτύξει παράλληλα και την ικανότητα να αγαπάει το καλό αντικείμενο και να έχει περισσότερη εμπιστοσύνη στις δεξιότητές του να το αποκαταστήσει.
Στο τέλος της συλλογής Χίλιες και Μία Νύχτες ο βασιλιάς Σαχριάρ φαίνεται ικανός να ακούσει την αλήθεια, όταν, αφού του παρουσιάσει τα παιδιά του, η Ντουνιαζάτ του λέει:
«Και τώρα, βασιλιά, θα κόψεις το κεφάλι της αδελφής μου, της Σεχραζάτ, της μητέρας των παιδιών σου, και θα αφήσεις ορφανούς από μητέρα αυτούς τους τρεις μικρούς βασιλιάδες, που καμιά γυναίκα δε θα αγαπήσει και δε θα φροντίσει όπως εκείνη;»
Και ο βασιλιάς Σαχριάρ απαντάει με λυγμούς: «Σώπα, κοπέλα μου, και μείνε ήσυχη». Έπειτα, έχοντας ξαναβρεί την ψυχραιμία του, γυρίζει στη Σεχραζάτ και της λέει: «Ω, Σεχραζάτ, στο Όνομα του Θεού της ευσπλαχνίας και του ελέους! Ήσουν ήδη μέσα στην καρδιά μου πριν από τον ερχομό των παιδιών μας. Γιατί με κέρδισες με τις χάρες που σου έδωσε ο Πλάστης σου. Και σ’ αγάπησα με την καρδιά μου γιατί σ’ εσένα βρήκα μιαν αγνή γυναίκα, στοργική, σεμνή, γλυκιά, έντιμη, άμωμη, απλή, ευγενική, εύγλωττη, διακριτική, χαμογελαστή και συνετή. Α! Ο Αλλάχ να σ’ ευλογεί και να ευλογεί τον πατέρα σου και τη μητέρα σου και τη φυλή σου και την καταγωγή σου!».
 
Η Λειτουργία Άλφα
Στις Χίλιες και Μία Νύχτες η Σεχραζάτ αντιπροσωπεύει αυτό που ο Bion αποκαλεί «Λειτουργία Άλφα». Η ψυχωτική πλευρά της προσωπικότητας – ο βασιλιάς Σαχριάρ – κατακλύζεται από αγωνίες και συναισθήματα ενοχής που τον εμποδίζουν να κοιμηθεί. Οι νέες παρθένες που εκτελεί μετά από τη γαμήλια νύχτα απεικονίζουν τα στοιχεία Β από τα οποία θέλει να απαλλαγεί. Για την ακρίβεια, έχει ανάγκη από ένα περιέχον πάνω στο οποίο θα αποθέσει τα στοιχεία Β κάνοντας προβολική ταύτιση. Η νέα κοπέλα που χάνει την παρθενιά της γίνεται επικίνδυνη ακριβώς όπως το θύμα ενός βαμπίρ μετατρέπεται κι αυτό σε βαμπίρ. Όταν τα στοιχεία Β προβληθούν σ’ ένα αντικείμενο αυτό γίνεται επικίνδυνος διώκτης και πρέπει να καταστραφεί. Παρόλ’ αυτά υπάρχει μια εξαίρεση στο γενικό κανόνα: όταν το αντικείμενο καταφέρει να περιέξει και να μεταβάλει τα στοιχεία Β σε στοιχεία Α. αντίθετα με τα στοιχεία Β που είναι παράγωγα του μυαλού από τα οποία ο ψυχισμός πρέπει να απαλλαγεί, τα στοιχεία Α είναι δυνατό να βιωθούν φαινομενολογικά. Είναι «εύπεπτα» για τον ψυχισμό και αποτελούν την αναγκαία ύλη για να διαμορφωθεί ο εξωτερικός κόσμος. Χωρίς στοιχεία Α δε θα ήταν δυνατή η συμβολική ονειροπόληση. Και τα πρόσωπα του εσωτερικού δράματος θα βιωνόντουσαν ως πραγματικά, αφού ο εσωτερικός κόσμος δε θα διέφερε από τον εξωτερικό.
Οι Χίλιες και Μία Νύχτες αποτελούν μια εκπληκτική απεικόνιση αυτής της θεωρίας της λειτουργίας Α του Bion. Δυστυχώς εδώ μας είναι αδύνατο να παραθέσουμε μια συνολική άποψη της διεργασίας της μεταμόρφωσης της παράνοιας του βασιλιά γιατί τα παραμύθια στο σύνολό τους έχουν μια έκταση πάνω από δύο χιλιάδες σελίδες. Αυτό που θάθελα να υπογραμμίσω κυρίως είναι η αναλογία που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτά τα παραμύθια και στην αναλυτική διαδικασία. Αν κάποιος τα διαβάσει σαν συνηθισμένα παραμύθια σίγουρα θα γοητευτεί από την ομορφιά της αφήγησης αλλά θα χάσει τον ουσιαστικό τους πλούτο. Όπως και στην αναλυτική διαδικασία, όπου πρέπει να αφουγκραζόμαστε μέσα στη μεταβίβαση, κατανοώντας πώς συνδέονται τα λεγόμενα του ασθενή με αυτό που από το παρελθόν του επαναλαμβάνεται στο παρόν, έτσι πρέπει να αναγνώσουμε τις Χίλιες και Μία Νύχτες, σε σχέση με την αρχική κατάσταση και με αυτά που βιώνονται κατά την αλληλεπίδραση μεταξύ του βασιλιά και της αφηγήτριας.  Η πίεση επίσης που ασκείται στην αφηγήτρια μοιάζει με αυτό που συμβαίνει κατά την ανάλυση ψυχωτικών ασθενών, όπου η θεραπευτική εργασία κινδυνεύει να σταματήσει απότομα χωρίς αυτό να μπορεί να συζητηθεί μέσα στη συνεδρία. Επίσης το γεγονός ότι ο βασιλιάς εκπλήσσεται την πρώτη νύχτα όταν η Σεχραζάτ βάζει τα κλάματα την ώρα που προσπαθεί να κάνει έρωτα μαζί της, με κάνει να σκεφτώ την ασυνειδησία των παρανοϊκών προσωπικοτήτων που φαίνεται να μην μπορούν να αντιληφθούν τον πόνο που προκαλούν στους άλλους, εξαιτίας του γεγονότος ότι βιώνουν κάθε περίπτωση σα να ήταν εκείνοι τα θύματα.

2.2.  Οι διαλεκτικές θεραπείες

«Η δύναμη κάθε διαλεκτικής είναι η ιδέα της ολότητας». Αυτή η διαβεβαίωση του J. P. Sartre ταιριάζει επίσης και στις διαλεκτικές θεραπείες, οι οποίες βασίζονται στην ιδέα της ψυχικής ολότητας. Το θεμέλιο της αρχής της ψυχικής ολότητας είναι το βίωμα της αγωνίας του να μην είναι κανείς ολόκληρος, που μπορεί να ονομαστεί «σχιζοειδής αγωνία». Πίσω από την ψυχική ολότητα βρίσκουμε επίσης τη νοσταλγία για μια πρωταρχική ενότητα, την οποία το υποκείμενο προσπαθεί να ξανακατακτήσει (επιστροφή στη μητέρα). Η επιστροφή αυτή αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τον τετραγωνισμό του κύκλου. Έτσι, ο Κοντορεβυθούλης, κάθε φορά που ψάχνει το πατρικό του σπίτι, απ’ όπου ένιωσε ότι εκδιώχθηκε, δεν βρίσκει παρά το σπίτι του δράκου. Για να το πούμε αλλιώς, αντί να δομήσει τον καλό εσωτερικό τόπο, ταλανίζεται ανάμεσα στην αγωνία της αποσύνθεσης και στην αγωνία της καταβρόχθισης. Το παραμύθι μας λέει ότι ο δράκος είναι τόσο ανυπόμονος και λαίμαργος που καταβροχθίζει τα ίδια του τα παιδιά. Αν όμως η απληστία εμποδίζει τον εσωτερικό κόσμο να πάρει μορφή κρατώντας το υποκείμενο φυλακισμένο από μια έμμονη σκέψη, συγχρόνως είναι και απαραίτητη, γιατί η όρεξη του δράκου είναι αυτό που τον κρατάει ζωντανό. Όλη η τεχνική της διαλεκτικής θεραπείας συνίσταται λοιπόν στο να μπορέσουμε να πάρουμε τις μπότες του δράκου χωρίς να τον αφήσουμε να μας κατασπαράξει.

Ο Κοντορεβυθούλης ή ο φόβος της εγκατάλειψης
Ο φόβος του να βρεθεί το παιδί εγκαταλελειμμένο από τους γονείς του και χαμένο σ’ ένα σκοτεινό δάσος, χωρίς να μπορεί να ξαναβρεί το δρόμο του, είναι μια αγωνία που εμφανίζεται στην αρχή πολλών παραμυθιών. Εκτός από τον Κοντορεβυθούλη εμφανίζεται και σ’ ένα άλλο γνωστό παραμύθι, στο «Χάνσελ και Γκρέτελ». Η εισαγωγή του Κοντορεβυθούλη είναι αξιόλογη γιατί ο Charles Perrault δείχνει να έχει κατανοήσει πλήρως το δράμα αυτού του μικρού χαρισματικού αγοριού. Είναι το πιο μικρό παιδί της οικογένειας αλλά επίσης και το πιο έξυπνο. Κανείς δεν το παίρνει στα σοβαρά και οι γονείς του δεν είναι ικανοί να διακρίνουν την τύχη που τους επιφύλαξε η φύση. Είναι φτωχοί, κυρίως ψυχικά και νοητικά. Η διάνοια του Perrault είναι άξια να πει πολλά πράγματα με λίγες λέξεις:

«αυτό επίσης που τους στενοχωρούσε ήταν ότι ο πιο μικρός ήταν πολύ ευαίσθητος και λιγόλογος, θεωρώντας ως βλακεία αυτό που ήταν μια ένδειξη της καλοσύνης της ψυχής του…Αυτό το καημένο το παιδί ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος του σπιτιού και πάντα του έριχναν άδικο. Παρόλ’ αυτά ήταν το πιο μυαλωμένο και το πιο στοχαστικό απ’ όλα του τα αδέλφια και παρόλο που μιλούσε ελάχιστα είχε το χάρισμα να ακούει πολύ».

Ο Κοντορεβυθούλης νιώθει ότι δεν τον αγαπούν, νιώθει επίσης ότι οι γονείς του δεν τον καταλαβαίνουν, δεν μπορούν να αναγνωρίσουν την αξία του. Από τη μια μεριά η ανάγκη γι’ αγάπη που έχουν τα παιδιά που αισθάνονται απόρριψη τα εμποδίζει να επαναστατήσουν. Έτσι σχηματίζουν μια πάρα πολύ ευγενική και πολύ προσαρμοσμένη προσωπικότητα επειδή φοβούνται μήπως πληγωθούν πάλι από μια απόρριψη. Από την άλλη, αυτά τα παιδιά αισθάνονται υποτιμημένα και χωρίς αναγνώριση. Μόνο η ψευδής τους προσωπικότητα γίνεται αποδεκτή ενώ η αληθινή τους προσωπικότητα παραμένει κρυμμένη. Η αχόρταγη λαχτάρα τους να μπορέσουν μια μέρα να αποδείξουν την αληθινή τους αξία αναπτύσσει μέσα τους την όρεξη ενός δράκου. Η αντίθεση ανάμεσα στη σεμνότητα της ψευδούς προσωπικότητας και στην όρεξη για επιτυχία αναπαριστάται με την εικόνα του Κοντορεβυθούλη που φοράει τις μπότες του δράκου. Συναντάμε αυτό τον τύπο διάσχισης στον αυτοδημιούργητο άνθρωπο που δε μπορεί να στηριχθεί παρά μόνο στον εαυτό του και που συγχρόνως θέλει να αποδείξει στους γονείς του ότι δεν είναι βλάκας. Αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να δουλεύουν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Κυνηγούν λοιπόν την υλική επιτυχία μέχρι να τους συγκλονίσει ένα εσωτερικό σοκ και να συνειδητοποιήσουν τότε το κενό της ζωής τους. Ένα τέτοιο σοκ μπορεί να οδηγήσει το άτομο στο μυστικισμό.
Το γεγονός ότι τα εγκαταλελειμμένα στο δάσος παιδιά του παραμυθιού, στην προσπάθειά τους να βρουν το δρόμο για το σπίτι τους, χάνονται και βρίσκονται μπροστά στο σπίτι του δράκου ή της μάγισσας, αξίζει επίσης να αναλυθεί. Η ανάγκη επιστροφής στη μητέρα, στην ασφάλεια της μήτρας, υπάρχει σε πολλές ψυχωτικές παθολογίες. Τα παιδιά που έχουν βιώσει το φόβο της εγκατάλειψης θα δυσκολευτούν αργότερα να αφήσουν τους γονείς τους. Δεν είναι μόνο το άγχος του αποχωρισμού που μπορεί να βιωθεί ως ανυπόφορο, αλλά είναι επίσης και η νοσταλγία της πρωταρχικής ασφάλειας που μπορεί να είναι τόσο δυνατή ώστε θα τους είναι οδυνηρό να βγουν από τη συγχώνευσή τους με το γονεϊκό κόσμο. Εκείνο που ενδυναμώνει την ανάγκη για επιστροφή είναι το άγχος της αποσύνθεσης, ο φόβος ότι θα χαθεί η επαφή με τη σφαίρα των συναισθημάτων και των συγκινήσεων, και ότι το άτομο θα περιπλανηθεί στο σχιζοειδή λαβύρινθο σαν ένα παιδί που χάθηκε μέσα στο δάσος.
Ο Κοντορεβυθούλης, που φοράει τις μπότες που διανύουν 7 λεύγες σ’ ένα βήμα, απεικονίζει επίσης τη μοναξιά του μοναχικού ταξιδιώτη. Ταλαντευόμενος ανάμεσα στο φόβο της αποσύνθεσης μέσα στο άπειρο και στο φόβο της εγγύτητας, δε μπορεί να επενδύσει σε μια μακρόχρονη σχέση. Αυτά τα άτομα δεν επενδύουν σ’ ένα αντικείμενο (με την ψυχαναλυτική έννοια του όρου), αλλά σ’ ένα προ-αντικείμενο: στην κίνηση, που λειτουργεί ως κινητήρας των αισθήσεών τους. Ο Balint αποκαλεί αυτό το είδος λειτουργίας «φιλοβατισμό» (philobatisme) (4). Αυτά τα άτομα γίνονται εξαιρετικοί διαμεσολαβητές, αφού μπορούν να βρίσκουν τα επιχειρήματα που στηρίζουν μία άποψη, αλλά οι ίδιοι αποφεύγουν να δεσμεύονται, γιατί πολύ γρήγορα αισθάνονται ότι πνίγονται μέσα σε μια στενή σχέση. Η εγγύτητα τους προξενεί φόβο γιατί αναδύει τόσο τη λαχτάρα τους για αγάπη όσο και το φόβο τους για εγκατάλειψη, κι αυτός είναι ο λόγος που δε μπορούν να στηριχτούν σε κάποιον για πολύ χρονικό διάστημα. Κάτω από αυτό το πρίσμα το παραμύθι “Jeannot et Margot” (που είναι μία παραλλαγή του Χάνσελ και Γκρέτελ) είναι διαφορετικό γιατί εδώ οι ήρωες είναι δύο και στηρίζονται ο ένας στον άλλο. Αυτό μπορεί καμιά φορά να γίνει μια παγίδα για το μέλλον, για παράδειγμα στην περίπτωση διδύμων που συνήθισαν να λειτουργούν μαζί. Αργότερα ο χωρισμός μπορεί να βιωθεί με άσχημο τρόπο και η απώλεια να είναι τόσο αφόρητη ώστε να τους οδηγήσει να κάνουν εξαρτητικές σχέσεις ή να ψάχνουν αδιάκοπα να βρουν την αδελφή ψυχή στον εξωτερικό κόσμο.
Το βασικό στοιχείο που είναι κοινό στα δύο παραμύθια μου φαίνεται ότι είναι η πληγή της απόρριψης, ο φόβος της εγκατάλειψης και η συνεχής ανάγκη για αγάπη και αναγνώριση, που δημιουργούν απληστία. Είναι τόσο μεγάλη η επιθυμία ώστε το άτομο φοβάται ότι θα ορμήσει στον άλλο. Από την άλλη μεριά αυτή η αναζήτηση αγάπης μπορεί να βιωθεί στο πρώιμο στοματικό στάδιο όπου το να αγαπιέται κάποιος σημαίνει ότι τρώγεται από τον άλλο. Η έντονη λοιπόν ανάγκη του Κοντορεβυθούλη για αγάπη παραβιάζει τη μοναξιά του γιατί αγάπη θα σήμαινε για κείνον το να χαθεί μέσα στον άλλο.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο του παραμυθιού είναι το μικρό ανάστημα του Κοντορεβυθούλη. Όταν το παιδί δε μπορεί να στηριχτεί σε κάποιον άλλο και να αναγνωρίσει την εξάρτησή του από τον ενήλικα, και συγκεκριμένα από τους γονείς, εμποδίζεται να αναπτυχθεί. Παραμένει ένα αιώνιο παιδί που δεν καταλαμβάνει την πραγματική του θέση στην κοινωνία. Δε δέχεται κατά βάθος τους κοινωνικούς νόμους και χρησιμοποιεί την πονηριά του για να ξεφύγει από τις αντιξοότητες. Από ηθικής απόψεως συμπεριφέρεται σα να μη μπορεί να υποταχθεί σε καθορισμένους κανόνες και φροντίζει να ακολουθεί τους δικούς του νόμους. Παίζει με τα όρια χρησιμοποιώντας την πονηριά για να βγει από επικίνδυνες καταστάσεις. Ο Κοντορεβυθούλης είναι λοιπόν ένα πρόσωπο με Ερμητικά χαρακτηριστικά (ο Ερμής, ο αγγελιοφόρος των θεών είναι ο θεός της ευφράδειας, του εμπορίου και των κλεφτών).
Με τον Κοντορεβυθούλη μπαίνουμε στον προ-οιδιπόδειο κόσμο μιας διπλής προσωπικότητας. Χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι το ασυνείδητο λειτουργεί ως αντιστάθμισμα της συνειδητότητας: ο δόκτωρ Τζέκιλ και ο μίστερ Χάιντ, ο Φάουστ και ο Μεφιστοφελής, ο Σάντσο και ο Δον Κιχώτης κλπ. Αυτός ο τύπος διάσχισης μελετήθηκε αρχικά από τον Alfred Adler, ο οποίος κατέδειξε την ανάγκη των ατόμων που υποφέρουν από σύμπλεγμα κατωτερότητας να κατασκευάζουν ένα φανταστικό κόσμο όπου θα μπορούν να αισθανθούν ανώτεροι. Η άποψη του Kohut περί του «μεγαλειώδους εαυτού» (soi grandiose) (6) μου φαίνεται επίσης σχετική.
Στον Jung η αρχή της συμπληρωματικότητας των αντιθέτων είναι πολύ σημαντική για τη θεραπευτική πορεία. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για ένα φροϋδικό ασυνείδητο που δημιουργήθηκε από απωθημένα αλλά για μια διάσχιση του Εγώ (ο Kohut θα μιλούσε για μια κάθετη διάσχιση). Ο Κοντορεβυθούλης διαθέτει ένα πολύ ευγενικό ψευδή εαυτό που είναι μικρός και καταλαμβάνει λίγο χώρο. Ο δράκος είναι η συμπληρωματική Σκιά, δηλαδή αυτό το πρόσωπο είναι τελείως αντίθετο από τον Κοντορεβυθούλη: είναι λαίμαργος, άπληστος, όχι πολύ πονηρός. Είναι η αντίθετη πλευρά του Κοντορεβυθούλη που δεν έχει προσαρτηθεί στη συνειδητή του προσωπικότητα αλλά που κινδυνεύει να αναδυθεί μια μέρα για να τον κάνει να πέσει πάνω στο αντίθετό του. Η θεραπευτική μέθοδος του Jung συνίσταται  στο να επιτρέψει να έρθει στην επιφάνεια αυτή η συμπληρωματική πλευρά του ασθενή, να την εκτιμήσει, να αποστασιοποιηθεί από αυτήν ώστε να μπορέσει σταδιακά η πλευρά αυτή να ενσωματωθεί στο συνειδητό επίπεδο του ασθενή και συγχρόνως να μεταμορφώσει αυτό το επίπεδο. Τότε αναδύεται ο κίνδυνος της αστάθειας του Εγώ επειδή αυτά τα αποσχισμένα τμήματα του εαυτού , όταν ενεργοποιηθούν, έχουν την τάση να εκδραματιστούν. Η θεραπευτική μέθοδος προσπαθεί ακριβώς να αποφύγει όσο το δυνατόν την εδραμάτιση, συγκρατώντας την ένταση που υπάρχει ανάμεσα στα αντίθετα ώστε ο ασθενής να μπορέσει να τα αντιπαραβάλλει, να τα κατανοήσει. Ο στόχος της θεραπείας είναι να ευνοήσει την υπερβατική λειτουργία (7). Ο Jung περιγράφει την υπερβατική λειτουργία ως εξής:
«…πρόκειται για μια λειτουργία που, όπως ένα γεφύρι στηρίζεται πάνω σε κολώνες, αυτή βασίζεται σε δεδομένα που άλλα είναι πραγματικά και άλλα φανταστικά ή, ακόμα, τα μεν είναι λογικά, τα δε παράλογα, και που μ’ αυτό τον τρόπο γεφυρώνει τη χαράδρα που χάσκει όταν η έλλειψη αλληλεπίδρασης χωρίζει το συνειδητό από το ασυνείδητο. Αυτή η υπερβατική λειτουργία…υλοποιείται με μια σειρά φανταστικών φαινομένων που αναδύονται αυθόρμητα σε όνειρα και σε οράματα. Μπορούμε να διακρίνουμε μια παρόμοια διαδικασία κατά τη διάρκεια της προδρομικής συνδρομής μερικών μορφών σχιζοφρένειας.» (Jung 1917, σελ. 146).

Εδώ πρόκειται για σχιζοειδείς ασθενείς των οποίων η λογική σκέψη έχει διαχωριστεί από τη σφαίρα των συναισθημάτων. Η ιδέα του να προκαλέσουμε τεχνητά το διαχωρισμένο κομμάτι, με το να μεγενθύνουμε, για παράδειγμα, τις εικόνες που αναδύονται στα όνειρα και στα οράματα, δε μου φαίνεται ακίνδυνη. Εξάλλου ο ίδιος ο Jung απέφευγε σαν την πανούκλα τις περιπτώσεις της λανθάνουσας ψύχωσης. Αντίθετα η αποδιοργάνωση προκαλείται συχνά πριν το άτομο να το αντιληφθεί. Τότε η εργασία συνίσταται στην προσπάθεια απεμπλοκής του ασθενούς από την ψυχική σύγχυση. Μοιάζει, από μια άποψη, με την κατάσταση του Κοντορεβυθούλη που έχει χαθεί στο δάσος και ψάχνει για σημάδια. Συχνά πρόκειται για χαρισματικά άτομα, που δέχθηκαν σοβαρό τραύμα κατά την παιδική τους ηλικία και που, αφού πέτυχαν στην καριέρα τους, κατέρρευσαν, ελλείψει αντιστάθμισης. Γίνεται τότε μια στροφή 180ο στην ύπαρξή τους και τα βλέπουμε να εγκαταλείπουν τις δουλειές τους, ακόμα και να καταστρέφονται, προκειμένου να αναζητήσουν το νόημα της ζωής στο μυστικισμό. Σ’ αυτή την περίπτωση η θεραπεία συνίσταται στη χρήση της αντισταθμιστικής λειτουργίας των αντιθέτων ώστε το άτομο να πάρει το μονοπάτι επιστροφής από την τρέλα μέσα από αυτό που αποκάλεσα διάλογο ανάμεσα στο Σάντσο και το Δον Κιχώτη.
Κατά τη διάρκεια μιας ψυχωτικής αποδιοργάνωσης μπορεί να αναδυθούν γοητευτικές εικόνες, σαν να παρασύρεται ξαφνικά η συνείδηση από ένα παράξενο και παράλογο κόσμο, πράγμα που προκαλεί ένα φοβερό τρόμο και συγχρόνως το συναίσθημα ότι το άτομο έχει επαφή με μια ανώτερη αλήθεια. Πράγματι η συνείδηση υποκύπτει στη γοητεία του υπερφυσικού που παρουσιάζεται με μία αρχετυπική αναπαράσταση. Το άτομο μπορεί να βιώσει αυτή την κατάσταση ως μια μυστικιστική εμπειρία που, κατά κάποιο τρόπο, απειλεί να καταβροχθίσει τη συνείδηση και να το ωθήσει στην τρέλα. Για να μπορέσει να επανέλθει, είναι σημαντικό να καταφέρει να βγάλει τις μπότες από το γίγαντα και να τις δώσει στον Κοντορεβυθούλη. Ο γίγαντας είναι το αχόρταγο κομμάτι που θέλει να αναλαμβάνει δράσεις, πράγμα που πραγματοποιείται με τις διαρκείς ταλαντεύσεις ανάμεσα στα αντίθετα. Ο γίγαντας καταβροχθίζει ακόμα και τα παιδιά του, που σημαίνει ότι δεν είναι δυνατή η ανάπτυξη όσο η κατάσταση βρίσκεται στα χέρια του. Ο Κοντορεβυθούλης είναι το πληγωμένο παιδί μέσα στον ασθενή, από το οποίο ο ασθενής θα ήθελε πάρα πολύ να απαλλαγεί. Είναι όμως ακριβώς αυτός, ο Κοντορεβυθούλης, που θα επιτρέψει να ξεπεραστεί η διάσχιση γιατί είναι ο πόνος από την πληγή της απόρριψης αυτό που δημιούργησε τη σχάση. Για να μπορέσει ο θεραπευτής να έρθει σ’ επαφή με αυτό το πληγωμένο κομμάτι του ασθενούς θα πρέπει να δείξει πολλή υπομονή, ενσυναίσθηση και διακριτικότητα. Όταν ο διάλογος ανάμεσα στα συμπληρωματικά μέρη του ασθενή μπορέσει να γίνει όντας σε επαφή με τον πόνο που προκλήθηκε από την πληγή της απόρριψης, τότε μόνο ο ασθενής θα μπορέσει να ξεπεράσει τις αντιθέσεις, δομώντας ένα εσωτερικό κόσμο.
Είδαμε ότι οι ταλαντεύσεις ανάμεσα στην παρανοειδή και την καταθλιπτική θέση συνιστούν μια ιδιαίτερη περίπτωση διαλεκτικής αντιστροφής. Όπως το επισήμανε η Betty Joseph, αυτό που εμποδίζει το Εγώ να ξεπεράσει το άγχος της ενοχής είναι η ευαλωτότητα της εικόνας του Εγώ που κινδυνεύει να υποστεί μια ναρκισσιστική κατάπτωση. Διαμέσου των ταλαντεύσεων μεταξύ του άγχους καταδίωξης και της ενοχής, η Σεχραζάτ προσπαθούσε να καταστήσει ανεκτή τη λυπηρή αλήθεια που ο πληγωμένος ναρκισσισμός του βασιλιά δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο. Παρόλο που ο καθένας μας αντικρίζει με δυσκολία την αλήθεια για τον εαυτό του, σε πολλές περιπτώσεις το πρόβλημα βρίσκεται στη δυσκολία της αποδοχής της έλλειψης νοήματος της ζωής, ιδίως όταν το παιδί έχει αισθανθεί ανεπιθύμητο ή μη αναγνωρισμένο. Ο διάλογος ανάμεσα στο κομμάτι της λογικής, που είναι προσαρμοσμένο στην κοινωνική ζωή, και στο πληγωμένο Εγώ, που οχυρώνεται στον πύργο του, επιτρέπει την ανασύνθεση της αληθινής προσωπικότητας, χωρίς να φτάνει στο άλλο άκρο, όπου το Εγώ χάνει την επαφή με την πραγματικότητα. Όταν το Εγώ καταρρέει εξαιτίας μιας αποδιοργάνωσης, και η προσωπικότητα χάνεται μέσα στο μυστικισμό, αυτός ο διάλογος γίνεται το μακρύ μονοπάτι της επιστροφής από την τρέλα. Στην αντίθετη περίπτωση, το πληγωμένο κομμάτι δεν είναι ανοικτό στις επιδράσεις και γι’ αυτό ο θεραπευτής θα πρέπει να δημιουργήσει ο ίδιος τέτοιες συνθήκες ώστε ο ασθενής να μπορέσει να επικοινωνήσει με τον εαυτό του. Αυτό ο Balint το ονόμασε «διαχείριση της παλινδρόμησης».

2.3. Θεραπείες μέσω παλινδρόμησης.

Στις οιδιπόδειες θεραπείες του Καθεστώτος της Ημέρας η παλινδρόμηση αντιτίθεται στη θεραπευτική πρόοδο του ασθενούς αφού στόχος αυτών των θεραπειών είναι να επιτραπεί στο Εγώ να φθάσει στην ωριμότητα και να ανοιχθεί προς την κοινωνία. Επομένως η θεραπεία μέσω της παλινδρόμησης είναι ένα παράδοξο που χαρακτηρίζει το Καθεστώς της Νύκτας. Τι μπορεί να περιμένει κανείς από αυτόν τον δολιοφθορέα που δεν έχει την επιθυμία να ζήσει, που το μόνο που αποζητά είναι να ξαναβρεί την ασφάλεια της μήτρας ή να φύγει από τον κόσμο βρίσκοντας προστασία στον κατάλευκο πύργο του; Δεν είναι καλύτερα να θυσιάσουμε αυτό το κομμάτι της προσωπικότητας προκειμένου να προχωρήσουμε; Αν ο σκοπός της θεραπείας είναι να καταστήσουμε το άτομο πιο προσαρμοσμένο στην κοινωνία ενδυναμώνοντας ακόμα περισσότερο την προστασία που του προσφέρει η ψεύτικη προσωπικότητά του, η απάντηση θα έπρεπε να είναι θετική. Πολλοί ασθενείς υποφέρουν από υπερβολική προσαρμογή αλλά στο βάθος του εαυτού τους πλήττουν αφόρητα επειδή το ζωτικό κομμάτι του εαυτού τους δεν έχει βρει τη θέση του στο πρωταρχικό περιβάλλον. Για να μπορέσει ο θεραπευτής να έρθει σε επαφή μαζί τους πρέπει να δημιουργήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε να μπορέσουν να απαλλαγούν από τον ψεύτικο εαυτό (Balint). Θα πρέπει επίσης να μπορεί να νιώσει ενσυναισθητικά την πραγματική προσωπικότητα του πελάτη του που έχει ανάγκη αναγνώρισης (Kohut). Ο θεραπευτής πρέπει τελικά να δημιουργήσει ένα εν δυνάμει χώρο για παιχνίδι, που να του επιτρέπει να διατηρήσει μια ζωντανή σχέση με τον αληθινό εαυτό (Winnicott). Αυτή η διαδικασία προχωρά μακρύτερα από τη «μητρική ονειροπώληση» του Bion, που είναι βέβαια απαραίτητη ώστε τα άγχη να γίνουν «εύπεπτα», αλλά είναι ανεπαρκής όταν αντιμετωπίζουμε αυτό που ο Winnicott ονόμασε «μη απαρτίωση».

Ο Παπουτσωμένος γάτος και το μεταβατικό αντικείμενο
Το παραμύθι αρχίζει έτσι:

«Ένας μυλωνάς δεν άφησε για κληρονομία στα τρία του παιδιά παρά το Μύλο του, το Γάιδαρό του και το Γάτο του… Ο πρωτότοκος πήρε το Μύλο, ο δεύτερος πήρε το Γάιδαρο και ο πιο μικρός πήρε μόνο το Γάτο. Ο τελευταίος ήταν απαρηγόρητος για το τόσο φτωχό μερίδιό του.
- Τ’ αδέλφια μου, έλεγε, μπορούν να κερδίσουν τίμια τη ζωή τους αν δουλέψουν μαζί. Εγώ, όταν θα έχω φάει το γάτο μου και όταν θα έχω φτιάξει γάντια από τη γούνα του, θα πεθάνω της πείνας…».

Κοιτάζοντας αυτή την αφετηρία του στη ζωή από συμβολική άποψη, μπορούμε να πούμε ότι ο μικρότερος αδελφός αντιπροσωπεύει το κομμάτι του εαυτού που δεν έχει ταυτιστεί με τον πατέρα και που δεν είναι ικανό να βγει στη ζωή. Αν οι δυο μεγάλοι αδελφοί, που δουλεύουν μαζί, αντιπροσωπεύουν την προσαρμοσμένη, ψευδή προσωπικότητα, τότε ο μικρότερος είναι ο αληθινός εαυτός που δεν είχε τη δυνατότητα να μπορέσει να αναπτυχθεί. Ο ήρωας παραμένει τελείως παθητικός κατά τη διάρκεια του παραμυθιού σε αντίθεση με τον Κοντορεβυθούλη, που είναι πολύ πιο ενεργητικός και κλέβει τις μπότες του Δράκου. Το αληθινό Εγώ έμεινε στην κατάσταση της μη απαρτίωσης, στο ζωικό στάδιο, αφού οι μπότες φοριώνται εδώ από το γάτο. Για να εγκαταστήσουμε λοιπόν τον αληθινό εαυτό στο παλάτι, που απεικονίζει τον εσωτερικό κόσμο, πρέπει να διανύσουμε μια πορεία απαρτίωσης μέσω μιας θεραπευτικής παλινδρόμησης.
Αν αναγνώσουμε αυτό το παραμύθι με το σκεπτικό του Καθεστώτος της Ημέρας θα εκπλαγούμε από τη βαθειά ανηθικότητα της αφήγησης. Ο γάτος είναι ένας πονηρός ψεύτης, που φθάνει στο σκοπό του ξεγελώντας το βασιλιά και υποχρεώνοντας με απειλές τους άλλους να πουν ψέματα. Είναι όμως κι εκείνος που αντιμετώπισε το Δράκο, τρώγοντάς τον όταν εκείνος μεταμορφώθηκε σε ποντίκι. Ο καταδιώκων γίνεται καταδιωκόμενος, πράγμα που αποτελεί μια ευφημιστική ανατροπή που ο Durand ονόμασε «πορεία της διπλής άρνησης», και που είναι χαρακτηριστική της αντιφραστικής δομής του Καθεστώτος της Νύχτας. Αυτό μας οδηγεί να αναγνώσουμε το παραμύθι κάτω από το πνεύμα μιας άλλης λογικής, που αφορά την επιστροφή σε μια προστατευτική σφαίρα, που δημιουργεί φαντασιώσεις, για να μπορέσουμε να ανακαλύψουμε τον αδηφάγο Δράκο που κρύβεται στο ασυνείδητο, και συγχρόνως να τον μεταμορφώσουμε αντιμετωπίζοντάς τον. Η έξοδος του ήρωα από το νερό και το ντύσιμό του με τα πιο όμορφα ρούχα του βασιλιά μπορεί να συσχετιστεί με τη μητρική φροντίδα και το κράτημα του βρέφους. Αλλά εκείνο που μου φαίνεται ότι είναι το πιο προφανές στοιχείο, εκτός από τη δημιουργία μιας σφαίρας φαντασίωσης γύρω από τον ήρωα, είναι το γεγονός της κινητοποίησης της ικανότητας για παιχνίδι ή, καλύτερα, της δημιουργίας ενός χώρου για παιχνίδι. Εδώ δε βρισκόμαστε πια σ’ έναν αυστηρά παρανοειδή κόσμο, όπου το άσπρο είναι άσπρο και το μαύρο είναι μαύρο. Το πρόβλημα του σχιζοειδούς ατόμου είναι το να μπορέσει να ξαναδώσει πνοή ζωής σ’ αυτό που είναι ετοιμοθάνατο. Είναι ο Φάουστ που, προκειμένου να μην πεθάνει, αναγκάζεται να υπογράψει συνθήκη με το διάβολο. Αυτήν ακριβώς τη διαβολική πλευρά του ήρωα του Καθεστώτος της Νύχτας αντιπροσωπεύει ο Παπουτσωμένος Γάτος. Είναι η προσωποποίηση του πιο ζωντανού κομματιού του εαυτού που το παιδί πρέπει να ενσωματώσει στη σχέση του με τη μητέρα.
«Στο φυσιολογικό παιδί αρέσει μια σκληρή σχέση με τη μητέρα του, που εκδηλώνεται κυρίως μέσα από το παιχνίδι. Η εκδήλωση αυτής της σκληρής σχέσης, ακόμα κι αν γίνεται μέσα στο παιχνίδι, πονάει και εξουθενώνει το παιδί, που έχει ανάγκη τη μητέρα του γιατί μόνο από εκείνη μπορεί να περιμένει να ανεχθεί τη σκληρότητά του. Χωρίς το παιχνίδι μαζί της αναγκάζεται να κρύψει ένα σκληρό εαυτό και να τον ζωντανέψει σε μια κατάσταση διάσχισης» (Winnikott).
Αυτό το σκληρό, διασχιστικό Εγώ εμφανίζεται στο παραμύθι με τη μορφή του Δράκου. Ο Winnikott συνδέει άμεσα τη μη – απαρτίωση με τη διάσχιση. Σύμφωνα με την άποψή του, η διάσχιση συμβαίνει όταν η απαρτίωση είναι μισοτελειωμένη ή μερική.
Ο γάτος ζητάει από το αφεντικό του να του φτιάξει ένα ζευγάρι μπότες για να πάει στο δάσος. Το μη απαρτιωμένο Εγώ είναι πολύ εύθραυστο και χρειάζεται προστασία. Κατά τη θεραπεία, ο θεραπευτής πρέπει να μπορέσει να δημιουργήσει αυτή την προστασία ώστε ο ασθενής να είναι σε θέση να επικοινωνήσει με τον αληθινό εαυτό.
Έτσι η σφαίρα της φαντασίωσης που δημιουργείται επιτρέπει στον εαυτό να μπει σε μια παιχνιδιάρικη επικοινωνία με το θεραπευτή. Στα παραμύθια στα οποία ένα ζώο επωμίζεται την ευθύνη να εκτελέσει όλους τους άθλους, ο ήρωας συχνά περιγράφεται σαν ένας ηλίθιος. Ο ψευδής εαυτός έχει ανάγκη να λάμψει, να καταπλήξει τους άλλους, ενώ ο αληθινός εαυτός δε μπορεί να απαρτιωθεί παρά μόνο αν καταφέρει αυτός ο ηλίθιος που παίζει και διασκεδάζει να γίνει αποδεκτός χωρίς όρια. Το αυθόρμητο και ζωντανό κομμάτι είναι σημαντικό να μπορέσει να απαρτιωθεί χωρίς να κινδυνέψει να νιώσει κατακριτέο και πληγωμένο. Γι’ αυτό πρέπει οι θεραπευτικές συνεδρίες να διαρκούν αρκετά ώστε να μην έρχεται το κλείσιμο τη στιγμή που ο ασθενής έχει βγάλει το προστατευτικό του κάλυμμα και βρίσκεται τελείως «απογυμνωμένος».
Στο τέλος του Παπουτσωμένου Γάτου του Perrault ο μαρκήσιος του Καραμπά παραχωρεί στο Γάτο τίτλους ευγενείας. Στην παραλλαγή του Basile (Πεντάμερον, ΙΙ, 4) δε συμβαίνει αυτό κι ο γάτος φεύγει από το σπίτι του αχάριστου αφεντικού του. Όταν το αληθινό Εγώ απαρτιωθεί ο γάτος δεν είναι αναγκαίος γιατί έχει το ρόλο ενός μεταβατικού αντικειμένου.
Θεωρώ σημαντικό να διαχωρίσω το πρόβλημα του Κοντορεβυθούλη από αυτό που εμφανίζεται στον Παπουτσωμένο Γάτο. Ο φόβος της εγκατάλειψης κρύβει στην πραγματικότητα έναν άλλο φόβο, που μπορούμε να μαντέψουμε ανάμεσα στις γραμμές: ο Κοντορεβυθούλης, που γεννήθηκε σε μια φτωχή οικογένεια που είχε πολλά παιδιά, πιθανό να μην ήταν επιθυμητός. Η γέννησή του ήταν ένα «ατύχημα». Το παιδί αισθάνεται ότι είναι βάρος, πράγμα που δικαιολογεί το φόβο της εγκατάλειψης. Φοβάται να αποκοιμηθεί και κρυφακούει πίσω από τις πόρτες για να μάθει τις προθέσεις των γονιών του. Αυτού του είδους τα παιδιά συνήθως τα καταφέρνουν να μάθουν από πολύ νωρίς στη ζωή τους να επωμίζονται τις ευθύνες τους. Ο Κοντορεβυθούλης είναι το αντίθετο του ηλίθιου, παθητικού, αδέξιου ήρωα. Δεν πρέπει να περιμένουμε από ασθενείς του τύπου Κοντορεβυθούλη να αφεθούν στην παλινδρόμηση. Προσέχουν να μη χάσουν τον έλεγχο και το βράδυ συχνά δυσκολεύονται να κοιμηθούν. Ούτε το ντιβάνι είναι κατάλληλο γι’ αυτούς. Η δόμηση του εσωτερικού τους κόσμου είναι επίπονη γι’ αυτό χρειάζονται να δρομολογούν πάντα σχέδια δράσης που να τους δίνουν ένα στιγμιαίο νόημα στην ύπαρξή τους.
Αντίθετα, ο ήρωας του Παπουτσωμένου Γάτου είναι παθητικός κι ανέμελος. Φοβάται να μπει στον κόσμο των ενηλίκων γιατί δε νιώθει καλά προετοιμασμένος. Δεν του έλειψε ούτε η αγάπη ούτε η προσοχή, αλλά παρόλα αυτά δεν αισθάνεται άνετα στο πετσί του γιατί συχνά είναι αφηρημένος και φευγάτος από τον κόσμο που τον περιβάλλει. Πολλές φορές αυτός ο τύπος ατόμου έχει κληρονομήσει ένα άλυτο πρόβλημα από τον ένα από τους δύο γονείς του. Στο παραμύθι, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ένας μυλωνάς που έφτασε φτωχός στο τέλος της ζωής του, ενώ σε πολλά άλλα παραμύθια οι μυλωνάδες είναι πλούσιοι, θα πρέπει να αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα προσαρμογής. Το ζωτικό του κομμάτι (ο γάτος) θα πρέπει να παρέμεινε σε κατάσταση μη-απαρτίωσης. Όπως ο αλμπατρός του Baudelaire, αυτός ο  τύπος ανθρώπου έχει ανάγκη από ένα δυνητικό χώρο για να πετάξει.

Βιβλιογραφία

·         Abraham, K. (1966), oeuvres complètes, Paris, Payot.
·         Balint, M. (1968), The Basic Fault. Traduction française : Le défaut fondamental, Paris, Petite Bibliothèque Payot 1971 1977.
·         Bion, W. R. (1959), Attacks on linking, in : Second Thoughts, London, Heinemann 1967, p. 43-64. Traduction française in: Nouvelle Revue de Psychanalyse 1974, n° 10.
·         Bion, W. R. (1962), Learning from Experience, London, Heinemann.
·         Bion, W. R. (1963), Elements of Psychoanalysis, London, Heinemann. Traduction française in : Éléments de la psychanalyse 1979, Paris, PUF.
·         Durand, G. (1969), Les structures anthropologiques de l'imaginaire, Paris, Dunod.
·         Fairbairn, W. R. D. (1940), Schizoid factors in the personality. In : Psychoanalytic Studies of the Personality, Londres, Routledge & Kegan Paul Ltd. 1952.
·         Freud, S. (1905), Drei Abhandlungen zur Sexualtheorie. Traduction française : Trois essais sur la théorie de la sexualité, Paris, Gallimard (Folio-Essais) 1968.
·         Grimm, J. et W. (1812), Kinder- und Hausmärchen. Traduction française : Les contes, Texte français et présentation par A. Guerne, Paris, Flammarion (L'Âge-d'Or) 1967.
·         Jung, C. G. (1917), Psychologie de l'inconscient', Genève, Georg 1952.
·         Klein, M. (1940), Le deuil et ses rapports avec les états maniaco-dépressifs, in : Essais de psychanalyse, Paris, Payot 1982.
·         Klein, M. (1957), Envie et Gratitude, Paris, Gallimard 1968.
·         Kohut, H. (1984), Analyse et guérison, Paris, PUF 1991.
·         Lacan, J. (1966), Écrits, Paris, Editions du Seuil.
·         Laplanche, J. (1987), Nouveaux fondements pour la psychanalyse. La séduction originaire, Paris, P.U.F.(Quadrige).
·         Meltzer, D. (1992), The claustrum, London, Clunie Press.
·         Perrault, Ch. (1697), Contes , Édition de G. Rouger, Paris, Garnier 1967.
·         Petot, J.-M. (1979), Mélanie Klein, premières découvertes et premier système 1919-1932, Paris, Dunod.
·         Petot, J.-M. (1982), Mélanie Klein, le moi et le bon objet 1932-1960, Paris, Dunod
·         Soriano, M. (1968), Les conte de Perrault, culture savante et traditions populaires, Paris, Gallimard.
·         Vergote, A. (1970), La psychanalyse science de l'homme, Bruxelles, Dessart
·         Winnicott, D.W. (1945), Le développement affectif primaire, in : De la pédiatrie à la psychanalyse, Paris, P. B. Payot 1969.
·         Winnicott, D.W. (1971), Jeu et Réalité. L'espace potentiel, Paris, Gallimard 1975.


Σημειώσεις μεταφράστριας



(1) Ο Gilbert Durand γεννήθηκε το 1921. Υπήρξε καθηγητής φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας και ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Grenoble ii. Είναι γνωστός για τις μελέτες του σχετικά με το φανταστικό και τη μυθολογία.

Ο Durand διακρίνει δύο πόλους του φανταστικού: το Καθεστώς της Ημέρας και το Καθεστώς της Νύκτας.

Το Καθεστώς της Ημέρας περιέχει αρχές που στηρίζονται στη λογική και είναι: η αρχή της ταυτότητας, η αρχή του αποκλεισμού και η αρχή της αντίθεσης. Αυτές οι δομές ανήκουν στο σχιζομορφικό τύπο και κινητοποιούν τις διεργασίες της εξιδανίκευσης, της τομής, της γεωμετρικής κατασκευής, της πολεμικής αντίθεσης. . Στο Καθεστώς της Ημέρας ο κόσμος χωρίζεται σε αντιθετικά στοιχεία: καλό-κακό, φως-σκοτάδι, άνοδος-πτώση. Πρόκειται για τη φυγή από την παντοδυναμία του χρόνου και για την επιθυμία της αιωνιότητας, που εκδηλώνεται με την κατασκευή ιδεαλιστικών συστημάτων και με ηρωϊκές πράξεις. Η ρομφαία και το σκήπτρο είναι σύμβολα του μαχόμενου ήρωα.

 Στην ιστορία των ιδεών, ο Πλατωνισμός είναι ένα χαρακτηριστικό φιλοσοφικό σύστημα που ανήκει στο Καθεστώς της Ημέρας. Στον τομέα της ποίησης, ο Victor Hugo, με τις αντιθέσεις του, εκφράζει το σκεπτικό του Καθεστώτος της Ημέρας.

Αντίθετα, το Καθεστώς της Νύκτας έχει ως αρχή τη σύνθεση, τη συμφιλίωση. Γίνεται ανατροπή των αρνητικών αξιών και αφομοίωση του κακού με το καλό ή ευφημισμός του κακού. Το κακό αξιοποιείται και συγχωνεύεται σε μια μεγάλη κυκλική, προοδευτική κίνηση.

(πηγές: http://education.devenir.free.fr και  www.questia.com ).



(2) «Για να είμαστε αληθινά καλοί, πρέπει να μπορούμε  να μπαίνουμε στη θέση των άλλων, να μπορούμε να «ταυτιζόμαστε» μαζί τους. Αυτή η ικανότητα ταύτισης μ’ ένα άλλο πρόσωπο είναι ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία στις ανθρώπινες σχέσεις γενικά και είναι ακόμα μια προϋπόθεση για ν’ αγαπάμε αληθινά και δυνατά.» (Μέλανι Κλάιν, Τζοαν Ριβιέρ, (1990), «Η αγάπη και το μίσος», σελ. 100, εκδόσεις Κονιδάρη).



(3) Στη θεωρία του ο Bion υποστηρίζει ότι το ψυχικό όργανο αποτελείται από δύο αντιθετικές λειτουργίες: τη λειτουργία Βήτα και τη λειτουργία Άλφα. Το βρέφος δεν έχει την ικανότητα της σκέψης. Δημιουργεί προ-σκέψεις που αποτελούνται από συναισθήματα κατάθλιψης, καταδίωξης, ενοχής καθώς και φαντασιώσεις που συνδέονται με συναισθήματα καταστροφής και φυσικού θανάτου. Αυτή είναι η λειτουργία Βήτα και οι προ – σκέψεις είναι τα στοιχεία Β.  

Το βρέφος προβάλλει αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα στη μητέρα, η οποία τα εμπεριέχει και τα μεταβολίζει: η πείνα γίνεται ικανοποίηση, ο πόνος ευχαρίστηση, η μοναξιά συντροφικότητα, ο φόβος του θανάτου ηρεμία. Αυτή είναι η λειτουργία Άλφα. Ο μεταβολισμός των ψυχικών περιεχομένων βοηθά το βρέφος να τα αντιληφθεί καλύτερα και να τα μετατρέψει σε όνειρα, αναμνήσεις, σύμβολα. Η λειτουργία Άλφα οδηγεί σταδιακά στην ανάπτυξη της αφαιρετικής σκέψης.  



(4) απόσπασμα από τις Χίλιες και Μία Νύχτες, εκδ. Ηριδανός, μετάφραση Κ. Τρικογλίδη



(5) Ο Balint στην προσπάθειά του να περιγράψει τις αντικειμενοτρόπες σχέσεις και τη συνάφειά τους με την πρώιμη ασφάλεια, εισήγαγε δύο αντιθετικούς όρους: τον όρο «οκνόφιλος» και τον όρο «φιλοβάτης». Ο όρος «οκνόφιλος» προέρχεται από τη λέξη «οκνεύω» και σημαίνει: εκείνος που διστάζει, που γραπώνεται από κάτι. Ο όρος «φιλοβάτης» προέρχεται από τη λέξη «ακροβάτης» και σημαίνει «εκείνος που περπατά πάνω στα όρια».

Ο οκνόφιλος φοβάται να αφήσει το αντικείμενο προσκόλλησης για να μη βρεθεί εγκαταλελειμμένος και γι’ αυτό γραπώνεται από αυτό. Έχει την ψευδαίσθηση ότι όσο κρατά την επαφή με το αντικείμενό του είναι ασφαλής. Ο κόσμος του οκνόφιλου είναι δομημένος πάνω στη φυσική εγγύτητα και στην αίσθηση του αγγίγματος.

Ο φιλοβάτης δεν προσκολλάται σ’ ένα συγκεκριμένο αντικείμενο. Πιστεύει ότι τα καταφέρνει πάντα μόνος του. Θεωρεί ότι τα συναισθηματικά αντικείμενα αποτελούν εξοπλισμό του περιβάλλοντός του και τα αντιμετωπίζει σαν τέτοια. Μπορεί να τα εγκαταλείψει και να ξαναγυρίσει σ’ αυτά όταν τα χρειαστεί ή να ψάξει να βρει άλλα. Ο κόσμος του είναι δομημένος πάνω στη διατήρηση της απόστασης και στην αίσθηση της όρασης. Έχει την ψευδαίσθηση ότι είναι ασφαλής εφόσον μπορεί να κυριαρχεί στο χώρο και να βλέπει τι συμβαίνει εκεί.

(πηγή: http://www.cairn.info/revue-gestalt-2002-2-page-53.htm).



(6) Σύμφωνα με τη θεωρία του Kohut ο μεγαλειώδης εαυτός (the grandiose self) είναι μια πρώιμη φυσιολογική ψυχική δομή του παιδιού που μπορεί να ενσωματωθεί περισσότερο ή λιγότερο στην ώριμη ενήλικη προσωπικότητα. Είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας του παιδιού να ξανακερδίσει τη χαμένη κατάσταση ευδαιμονίας δημιουργώντας μια έννοια τελειότητας μέσα στον εαυτό. Κατά την προσπάθεια αυτή κάθε ατέλεια αποδίδεται στον εξωτερικό κόσμο. Ο μεγαλειώδης εαυτός αποτελεί κομμάτι του ώριμου ναρκισσισμού. Τα χαρακτηριστικά του είναι η παντοδυναμία, η αίσθηση μεγαλείου και η ναρκισσιστική επίδειξη. Αυτά τα χαρακτηριστικά μεταμορφώνονται όταν η επιθυμία για μεγαλείο του παιδιού γίνει αποδεκτή με ευχαρίστηση από τους γονείς (Allen M. Siegel, Heinz Kohut and the psychology of the self, ed. Routledge).

 Στη φυσιολογική του εξέλιξη  είναι ο εαυτός που επιθυμεί να νιώθει ότι είναι εξαιρετικός και γεμάτος ευεξία. Εμπεριέχει προδιαγραφές χαρακτηριστικών του εαυτού και επομένως αποτελεί το κύριο κομμάτι της προσωπικότητας και της ατομικότητας. Άτομα με εύρωστο μεγαλοπρεπή εαυτό είναι γεμάτα σφρίγος, αυτοπεποίθηση, αισιοδοξία, φιλοδοξία και παραγωγικότητα. Δεν πιστεύουν ότι μπορούν να τα καταφέρουν όλα αλλά έχουν συχνά το θάρρος να προσπαθήσουν (J. Berzoff/ L.M. Flanagan/ P. Hertz, Inside out and outside in).


(7) Ο Jung ονομάζει « υπερβατική λειτουργία» τη σύνδεση του συνειδητού με το ασυνείδητο, η οποία ευνοεί την διεργασία της εξατομίκευσης. Η συμπερίληψη του ασυνείδητου στο συνειδητό έχει θεραπευτική δράση (Jung, Σύμβολα της Μεταμόρφωσης, σελ. 298, εκδ. Αρσενίδη).

Πηγή: http://www.synthesi.com.gr