Της κουμπάρας πο' γινε νύφη 

Έχω και μήνες και καιρούς τον αγαπώ δεν είδα,
τώρα τον βλέπω κi έρχεται κάτω σ' ανήλιο κάμπο,
άνθη τον τριγυρίζουνε και μόσχοι τον μυρίζουν,
και τα σγουρά του τα μαλλιά το νου μου συνεπήραν.
"Πού ήσουν, λεβέντη μ' όμορφε και πολυαγαπημένε;


-Καλή σου ημέρα πέρδικα, χρυσής αυγής τρυγόνα.
Κόρη, κλειδιά σ' αγόρασα κι αντίκλειδα σ' αφήνω,
κλείδωσε την καρδούλα σου κι απόμενε τους πόνους.
Ο κύρης μου κι η μάνα μου, μου 'τοίμασαν το γάμο,
κ α δεν περηφανεύεσαι, έλα να μπεις κουμπάρα.
-Πάω να το πω της μάνας μου κι ό,τι μου ειπε
ί θα κάμω."
Κινάει και πάει στη μάνα της σα μήλο μαραμμένο.
"Μάνα μου με καλέσανε να πάω να στεφανώσω
το νιον οπού καρτέραγες άντρα για να τον πάρω.
-Και πώς το λες παιδάκι μου, να πας να στεφανώσεις;
Έχεις ποδάρια να σταθε
ίς και μάτια ν' αντρανίσεις;
Έχεις και γοργοδάχτυλα ν' αλλάξεις δαχτυλίδια,
και χέρια γοργογύριστα να στεφανογυρίσεις;
-Έχω ποδάρια να σταθώ και μάτια ν' αντρανίσω,
έχω και γοργοδάχτυλα ν'αλλάξω δαχτυλίδια,
και χέρια γοργογύριστα να στεφανογυρίσω.
Μάνα μου, τ' αποφάσισα, θα πάω να στεφανώσω,
και θε να κάμω υπομονή, γερή καρδιά θα δείξω.
-Σύρε παιδί μου, στο καλό και στην καλή την ώρα,
και να γιομίσει η στράτα σου τριαντάφυλλα και ρόδα."
 
Έκατσε κ' εστολίστηκε τρεις μέρες και τρεις νύχτες.
Βάζει τον ουρανό μαντί, τη θάλασσα μαγνάδι,
τον ήλιο βάζει πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος
και του κοράκου το φτερό βάζει καμαροφρύδι,
την όχεντρα την πλουμιστή κορδέλα στα μαλλιά της,
τον άμμο τον αμέτρητο ρ
ίχνει μαργαριτάρι.
Κάνει στεφάνια ολόχρυσα, λαμπάδες ασημένιες
και δαχτυλίδι πυργωτό της νύφης να χαρίσει.
Παίρνει και πάει στην εκκλησιά ν' αρραβωστεφανώσει.
Βάγιες την πάνε από μπρος και βάγιες από πίσω
και βάγιες απ' τα δυο πλευρά να μη την πιάσει ο ήλιος.
Στο δρόμον όπου πήγαινε τα μονοπάτια ανθούσαν.
Κι ωσάν την είδε η εκκλησιά, απ' άκρη σ' άκρη εσείστη.
Παπάς την είδε κι έσφαλε, διάκος κι αποξεχάστη,
τα ψαλτικά τους έχασαν ψάλτες και καλανάρχοι.
Ωσάν την είδε ο νιόγαμπρος έπεσε κι ελιγώθη.
"Παπά, για ματασήμανε, παπά, για ματαψάλλε,
και γύρισε τα στέφανα και βάλ' τα στην κουμπάρα."
Κι η νύφη απολογήθηκε με το καμμένο χείλι,
"Σύρε να πάμε μάνα μου, και στ' όνειρό μου το 'δα,
χρυσόν αητόν εβάσταγα κι άλλη μου τόνε πήρε.
Τα ρούχα μου στην εκκλησιά κ εγώ στο μοναστήρι,
κι όσο τον χάρηκα κι εγώ να τον χαρ
εί κ εκείνη."  
Την ξαγναντεύει η μάνα της απ' ώριο παραθύρι.
"Καλ
ώς τη θυγατέρα μου, τη φωτογεννημένη,
κουμπάρα την εστόλιζα και νύφη κατεβαίνει."


Πηγή: www.myriobiblos.gr