Της απολησμονημένης 

Μια Λυγερή βαριαρρωστά, μια λυγερή πεθαίνει
για ενός αγούρου αγκάλιασμα, για ενός αγούρου αγάπη,
για ενός σγουρού, για ενός ξανθού, για ενός αγγελομάτη.
Και τρεις καλ
ές συντρόφισσες επήγαν να τη δούνε.
Η μιά κατσε στην κλίνη της, κι η γι άλλη στο πλευρό της,
και κείνη οπού την αγαπά, εις το προσκέφαλό της.
Η μια άρχισε να της μιλε
ί, κ' η άλλη να τη βρίζει,
και κείνη που την αγαπά καλά την ξαγορεύει.


"Κι εμείς δεν αγαπήσαμε αγορι σαν και σένα;
κάμαμε σιδερή καρδιά, τ' αυτιά μας μολυβένια,
κ' εμείς σαν αγαπήσαμεν ελησμονήσαμέ τους,
και 'συ κόρη μ', αγάπησες και θέλεις να πεθάνεις;
-Και σεις αν αγαπήσατε, ήτανε παλληκάρια,
μα 'γω το νιο που αγάπησα, του κόσμου διωματάρης,
είχε του Φράγκου λύγισμα, του Βενετσάνου χάρη.
-Πε μου, κόρη, πού κάθεται να πάω να σου τον φέρω.
-Κάτω στους κάμπους που θωρείς, στα πράσινα λιβάδια,
που 'ναι τα δέντρα ολόχρυσα κι οι ρίζες ασημένιες,
εκειδά μέσα κάθεται ο απολησμονιάρης,
όπου μ' απολησμόνησε και πιο δε με θυμάται.
-Κάμε αλουσιά και λούσε με, χτένι και χτένισε με,
και πλέξε τα μαλλάκια μου να πάγω να τον εύρω.
-Λούω σε και χτενίζω σε, φοβούμαι μην τον πάρεις.
-Όχι να ζω, συντρόφισσα, δεν είμαι εγώ από κείνες,
μαλώτρα και δικάτρα 'μαι και πάω να τον μαλώσω."
Και παίρνει το δρομί - δρομί και πήε και τον ηύρε.
Κι εκείνος όσον κι είδε την επροσηκώθηκέ την.
"Καλ
ώς τηνε τη λυγερή, καλώς την την κυρά μου,
καλ
ώς τη βέργα τη λιγνή, αντάμα μου να μείνει.
-Δεν είμαι εγώ σαν που θαρρείς, δεν είμαι σαν που ξέρεις,
μαλ
ώτρα και δικάτρα 'μαι, κι ήρτα να σε μαλώσω,
οπ' αγαπάς αρχόντισσα κι αρχοντοπούλας κόρη,
τη νύχτα την αλησμονείς και 'φήνεις τη και φεύγεις.
-Για ποια μου λες, για ποια λαλείς, για ποια μου συντυχαίνεις;
για μια ξανθή, για μια λιγνή, μια χαμηλοβλεπούσα,
οπού γελά και πέφτουνε τα ρόδα στην ποδιά της;
-Σαν την παινάς, αφέντη μου, πώς την αποξεχάνεις;
-Είπα σου τα παινέματα, να πω και τα ψεγάδια;
Αν της μιλήσω κλαίει μου, κι αν της ειπώ θυμώνει,
κι αν τήνε κάνω τίποτα, της μάνας της το λέει,
-Κείνη έμωσεν, αφέντη μου, πιο της να μη το κάμει.
Σήκω να πα την εύρωμε, γιατί η ψυχή της βγαίνει."
Επήραν το δρομί - δρομί να πάνε να την εύρουν.
Και πρόβαλεν η λυγερή από το παραθύρι.
"Καλό 'ς τον ήθελα να δω, τον πεθυμούσα νά ρθη,
καλ
ώς τον το βασιλικό με τα χρυσά του τ' άνθη.
-Επαίνεσές με, αγάπη μου, προτού να σε παινέσω,
θάλασσα με τα κάτεργα, μπαξέ με τα λουλούδια,
βρύση μου με το κρύο νερό, μ' ολόχρυσα σουλούνια."
Επήγαν κι επαντρέψαν τους κάτω στον άη Γιάννη,
με τετρακόσους άρχοντας, με τριάντα δεσποτάδες,
με το Φουκά τον μπάρμπα του κι έπιασε τα στεφάνια.
Τη γης εστρώσαν κόκκινη κι έπαψαν οι καμπάνες,
όταν τον ευλογούσανε οι τριάντα δεσποτάδες,
κι εσάστισεν η γειτονιά, εσάστισε κι η κόρη.
Πηγή: www.myriobiblos.gr