Του κολυμπητή 

Α'
 

Ο Κωσταντής, οι άρχοντες κι ο βασιλιάς αντάμα,
κάθουνται τρων και πίνουνε και γλυκοχαιρετιο
ύνται.
Κι εκεί που τρώγαν κι έπιναν και διπλοχαιρετιούνταν,
ο Κωσταντής καυχήστηκε μπροστά στους αφεντάδες.
"Εσείς μικρόν με βλέπετε, μικρόν και με θαρρείτε,
κι εγώ τη Μαύρη Θάλασσα να πλέξω, να περάσω."
Κι ο βασιλιάς σαν τ' άκουσε στον Κωσταντίνο λέγει:


"Αν την περάσεις Κωσταντή, γαμπρό θε να σε κάμω,
θέλεις στην πρώτη μ' αδερφή, θέλεις στη δεύτερή της,
θέλεις στη θυγατέρα μου τη λαμπρογεννημένη,
οπού γεννήθη τη Λαμπρή κι έλαμψ' ο κόσμος όλος;"
Κι ο Κωσταντής σαν τ' άκουσε πολύ καλό του φάνη,
ξεντύθη, ξαρματώθηκε, στη θάλασσα πηδάει.
Δώδεκα μίλια πέρασε με γέλια, με τραγούδια,
κι άλλα δώδεκα πήγαινε με μαύρα μοιρολόγια.
"Θάλασσα πικροθάλασσα και πολυκυματο
ύσα,
τόσες φορ
ές σε πέρασα με γέλια με τραγούδια,
και τώρα για το στοίχημα βουλήθης να με πνίξεις."
Της θάλασσας τα κύματα, αυτά μόν' τον ρωτούσαν.
"Βρε νέε μου, συ πλέχτηκες, βρε νέε μου, τρελάθης.
-Για μια κόρη λιμπίστηκα, τ' αφέντη θυγατέρα."
Κι εκεί που πνίγη ο Κωσταντής παλάτι εθεμελιώθη
με το γυαλί, με το ψηφί, με το μαργαριτάρι.
Και πάνου κόρη κάθονταν ξανθή και μαυρομάτα,
τη θάλασσαν εμάλωνε και τηνε καταρο
ύσε.  

Β'
 

"Τι θέλεις, μαύρη, στο χορό κι άσκημη στο τραγούδι;
-Μα εγώ η μαύρη κι η άσκημη πολλούς ανθούς μαραίνω

πολλούς ανθούς, πολλούς σγουρούς, πολλούς μαλαματένιους.
Μ' αυτόν της χήρας τον υγιό δεν μπόρου να μαράνω,
γιατί έχει βότανα πολλά και μάγια δεν τον πιάνου,
παρά της λίμνης το θεριό να τόνε καταλύσει!"

Εβρόντηξεν ο ουρανός κι ανοίξαν τα επουράνια,
και το θεριό τ' αγροίκησε που ήτανε μέσ' στη λίμνη.

Γυναίκεια φόρεια φόρεσε, γυναίκεια πασουμάκια,
γυναίκεια εβγήκε κι έκατσεν όξω στο πεζοδρόμι.
Διαβαίνου οι νιες το χαιρετάν, διαβαίνου οι νιοι του λένε,
μα διάβηκε κι ο νιούτσικος που ήτανε μαγεμένος.
"Γεια και χαρά σου λυγερή, γεια και χαρά σου κόρη.
-Καλ
ώς τον, τον πραματευτή, καλώς τον το λεβέντη.
-Πες μου να ζήσεις, λυγερή, πο
ύθε γονοκρατιέσαι;"
Από το χέρι τον κρατεί και το βουνό του δείχνει.
"Θωρείς εκείνο το βουνό κι εκείνον το λιμνιώνα;
το δαχτυλίδι μο 'πεσε στα βάθη του λιμνιώνα,
και ποιος να μπει, και ποιος να βγε, και ποιος να μου το βγάλει;
-Εγώ να μπω κι εγώ να βγω κι εγώ να σου το βγάλω."
Επιάσαν το στρατί - στρατί, τ' ωριό το μονοπάτι,
και το στρατί τους έβγαλε σ' εκείνον το λιμνιώνα.
Πρώτη βουτιά νόπ' έδωσε έβγαλε αντρός κεφάλι,
δεύτερη που δευτέρωσε, τότες ο νιος εχάθη.
 
Γ' 

Εκεί πέρα κι αντίπερα, στα γυάλινα πηγάδια,
στοιχειό ξεφανερώθηκε που τρώει τσ' αντρειωμένους.

Τους έφαγε, τους έσωσε, κανείς δεν είχε μείνει,
ο γιος της χήρας έμεινε ο μόνος αντρειωμένος.
Παίρνει κοντάρι και σπαθί και πάει να κυνηγήσει.
Πέρασε ράχες και βουνά, ράχες και κορφοβούνια,
κυνήγι δε επέτυχε, κυνήγι δεν ευρήκε,
κι αυτού στο γέρμα του γήλιου κοντά να βασιλέψει,
βρίσκει μια κόρη ροϊδινή, ξανθή και μαυρομάτα,
με τα μαλλιά της ξέπλεγα, στο δάκρυ φορτωμένη.
Στέκει και τη θιαμαίνεται, στέκει και τη ρωτάει.
"Κόρη μου, ποιος σ' έγέννησε, τι μάνα σ' έχει κάμει;
-Κ' εμένα μάνα μ' έκαμε, μάνα σαν τη δική σου.
-Τ' έχεις κόρη και θλίβεσαι, τ' έχεις κι αναστενάζεις;
-Βλέπεις εκείνη την ιτιά, την αστραποκαμμένη,
οπόχει αντάρα στην κορφή και καταχνιά στη μέση;
Εκεί πήγα να πιω νερό, να πιω και να γιομώσω.
Το βουλωτήρι μο 'πεσε, τ' ώριο μου δαχτυλίδι,
κι' όποιος βρεθε
ί και κατεβεί, να το βρει, να το βγάλει,
αυτόν θα τον στεφανωθώ, άντρα θε να τον πάρω.
-Εγώ να μπω κι εγώ να βγω, κόρη μ' να σου το βγάλω.
Ξεντύθη ο νιος, ξεζώθηκε και στο πηγάδι εμπήκε.
Χαλεύει εδώ, χαλεύει εκε
ί και τίποτες δεν βρίσκει.
Βλέπει τα φίδια σταυρωτά με τοις οχι
ές πλεγμένα.
ίξε μου κόρη τα μαλλιά, να πιάσω νά 'ρτω απάνω.
Εδώ είν' τα φίδια σταυρωτά με τοις οχι
ές πλεγμένα.
-Αυτού που μπήκες νιούτσικε, πίσω δε μεταβγαίνεις".
Πηγή: www.myriobiblos.gr