Της νύφης που κακοτύχησε 

Η κυρά 'Ρήνη του Κριτού, του Δούκα η θυγατέρα,
χρόνους της γράφουν τα προικιά, χρόνους τα πανωπροίκια,
και τα κρυφά της μάνας της λογαριασμούς δεν έχουν.
Της δίνει κι ο πατέρας της καράβι αρματωμένο,
της δίνουν και τ' αδέρφια της αμάξι φορτωμένο,
της δίνει κι η μανούλα της τάσι μαργαριτάρι,
χρυσό θρονί να κάθεται, μήλο χρυσό να παίζει,
και μούλα χρυσοκάπουλη να περπατε
ί καβάλα.

Μα ήρθε ο καιρός ο δίσεχτος, χρονιά κατακαημένη,
πήραν τα χρέγια τα προικιά, πήρε τα πλούτη η αρρώστια,
και μπήκε ο άντρας πιστικός κι η νύφη ξενοϋφαίνει.
Μια Κυριακή και μια Λαμπρή, μια πίσημον ημέρα,
την πήρε το παράπονο, πίκρα πολύ μεγάλη,
σταυρόδεσε τα χέρια της στο ταίρι της πηγαίνει.
"Θέλω να πάω στη μάνα μου, καλέ μ', στα γονικά μου.
-Αρχόντισσα σ' έφερα δω, φτωχή πού θα σε πάω;
-Συνόριασέ μου τα βουνά, και πάγω μοναχή μου."
Ράχη σε ράχη ακούμπησε, λιθάρι σε λιθάρι,
και πήγε κι άπακούμπησε στης μάνας της την πόρτα.
Στο δρόμον οπού πήγαινε, στα δάση οπού περνούσε,
παρακαλούσε το θεό με πικραμένα χείλη.
"Θέ μου, να βρω τις δούλες μου και να μη με γνωρίσουν."
Κι ο Θιος τήνε συνάκουσε κι η Δέσποινα του κόσμου,
κι ηύρε τις δούλες του σπιτιού στη βρύση που λευκαίναν.
Ώρα καλή σας λυγερ
ές, ώρα καλή κοπέλες.
-Καλ
ώς τη την ξενούλα μας, τι θέλεις, τι γυρεύεις;
-Να πιω νερό γιατί διψώ, κι απέ σας συντυχαίνω.
Να πε
ίτε της κυρούλας σας, δούλα της να με πάρει.
-Ξένη μ', κοπέλες έχουμε, κοπέλες και κοπέλια,
και σένα τι σε θέλουμε, σαν τι δουλειά να κάνεις;
-Ξέρω να υφαίνω στο βλαττί, να υφαίνω στο βελούδο."
Χρυσά παπούτσια φόρεσε, πάει να ιδε
ί τη δούλα.
"Ποια 'ναι που υφαίνει στο βλαττί, που υφαίνει στο βελούδο;
Κείνη που υφαίνει στο βλαττί, που υφαίνει στο βελούδο,
είναι μακριά στην ξενιτιά, είναι μακριά στα ξένα.
Σύρτε να τηνε βάλετε στον αργαλειό της 'Ρήνης,
για να ξυφάνει το χρυσό που είναι μισοφτιασμένο."
Την πήραν και τη βάλανε στον αργαλειό να υφάνει,
κι ώριο τραγούδι αρχίνησε, σα να ήταν μοιρολόγι.
"Διασίδι, πολυδιάσιδο, καλού καιρού διασμένο,
διασίδι, όταν σε διάζουμουν ήρθαν οι συμπεθέροι,
διασίδι, όταν σ' ετύλιγα ήρθαν μ' αρραβωνιάσαν,
κι όταν σε μισοκόπισα ήρθαν για να με πάρουν,
κι η μοίρα μου το ηθέλησε να 'ρθω να σε ξυφάνω!"
Κυρά ψηλά ήταν τ' άκουσε και της απολογήθη.
"Δούλα, πούθ' είν' ο τόπος σου, πούθ' είν' τα γονικά σου;
-Η μάνα μου Γιαννιώτισσα κι ο κύρης μου απ' την Πόλη,
κι εγώ 'μαι η Ρήνη η λυγερή, η Ρήνη η μαυρομάτα."
Κι η μάνα της κατέβηκε και τη σφιχταγκαλιάζει.
Στις σκλάβαις της εμίλησε, στις δούλες της φωνάζει.
"Βάλτε νερό και λούστε τη, σύρτε τη στο χαμάμι,
αλλάχτε τη, στολίστε τη την πρώτη τη στολή της,
και να βαρέσουν τ' άργανα και τα γλυκά παιχνίδια."


Πηγή: www.myriobiblos.gr