Ποιος είναι π' αναστέναξε

Τριομερήτικος γαμπρός, δώδεκα χρόνους σκλάβος
Επήγε και σκλαβώθηκε σε φράγκικο καράβι,
έπεσε ν’ αποκοιμηθεί, λίγον ύπνο να πάρει,
είδ’ όνειρο στον ύπνο του, παντρεύτ’ η καλή του
κι από τη στεναχώρια του βαριά αναστενάζει,
τόσο βαριά αναστέναξε, που εστάθη το καράβι.
Κι ο καπετάνιος φώναξε, ψηλά από το κατάρτι:


- Ποιος είναι π’ αναστέναξε κι εστάθη το καράβι;
Αν είν’ από τους δούλους μου, διπλά να τον πληρώσω
κι αν είναι από τους σκλάβους μου, θα τον ξελευτερώσω.
Κι ο Γιάννος ‘πολογήθηκε μέσα από το καράβι:
- Εγώ είμαι που αναστέναξα και στάθηκε το καράβι.
- Τ’ έχεις, Γιάννο, που θλίβεσαι και βαριαναστενάζεις;
Μη να πεινάς, μη να διψάς, μη να σου λείπουν ρούχα;

- Ούτε πεινώ, ούτε διψώ κι ούτε μου λείπουν ρούχα.
Είδα όνειρο στον ύπνο μου, παντρεύεται η καλή μου.
- Γιάννο, για το χατίρι σου, θα σε ξελευτερώσω,
βάλε τελάλη στ΄ άλογα, σε όλα τα τσαΐρια,
ποιο είναι τ’ άξιο άλογο, το άξιο της αρέντας
τρεις μέρες το περπάτημα, τρεις ώρες να το κάμει.

Κι όσα άλογα το άκουσαν, έπεσαν να ψοφήσουν
κι όσες φοράδες τ΄ ακούσαν έπεσαν ν’ απορρίξουν.
Ένας γρίβας, παλιόγριβας, σαρανταδυοπληγιάρης:
- Εγώ είμαι τ’ άξιο τ’ άλογο, το άξιο της αρέντας.
Τρεις μήνες να είναι μακριά, τρεις ώρες θα το κάμω,
αν μ’ αβγατίσεις το νερό σαρανταπέντε κούπες,
να δέσεις τη μεσούλα σου μαζί μα τη δική μου.
Τυχαίνει λάκκος κι απηδώ, γκρεμός και πέφτεις κάτω.
Στο δρόμο που πηγαίνανε, στο δρόμο που πηγαίνουν,
Παρακαλούσε κι έλεγε, παρακαλεί και λέει:
Είθε να βρω τη μάνα μου στη βρύση που να πλένει,
να βρω και τον πατέρα μου στ’ αμπέλι να κλαδεύει.
Κι όπως επαρακάλεσε, έτσι και τους εβρήκε.

- Καλή σου μέρα μπάρμπα μου, - Καλώς τον τον διαβάτη.
- Μπάρμπα, πού γίνεται χαρά, πού γίνονται τα γλέντια;
Γιατί λαλάνε τα βιολιά ποιανού τη νύφη παίρνουν;
- Στις αστραπές και στις βροντές του γιου μου χαμένου,
που χάθηκε μες στη φραγκιά, δώδεκα χρόνους τώρα,
που σήμερα η γυναίκα του θα πάρει άλλον άντρα,
εψές επήραν τα προικιά και σήμερα τη νύφη.
- Να σφίξω ‘γω το γρίβα μου, το πού θα τους προφτάσω;
Αν είν’ ο γρίβας γρήγορος τους φτάνεις μές στο δρόμο
κι αν είν’ ο γρίβας άναρχος εκεί που στεφανώνουν.
Ο γρίβας βγήκε γρήγορος, τους πρόφτασε στο δρόμο.
- Καλη σας μέρα σ'μπέθεροι, - Καλώς τον τον διαβάτη.
- Πώς το ‘χετε στον τόπο σας τη νύφη να κεράσω;
- Εμείς στον τόπο το’ χουμε τη νύφη να κερνάμε,
άλλος με γρόσια, άλλος φλωριά κι άλλος με δαχτυλίδια.
Το δαχτυλίδι έβγαλε, στέκει και την κερνάει.
Η νύφη ήξερε γράμματα στέκει και το διαβάζει.
Τούτος είν’ ο αρραβώνας μου, το πρώτο μου στεφάνι,
στην αγκαλιά του ρίχτηκε, στο άλογο τη βάνει.
- Έχετε γεια, συμπέθεροι, γαμπρέ σαν το γομάρι,
όσο να πούνε, πού ‘ναι τος, πήρε σαράντα ράχες,
κι όσο να πούνε πιάστε τον, κι άλλες σαρανταπέντε.


Πηγή: http://polyphonic.forumotion.com