Το στοιχειό κι ο γιος της χήρας

Στοιχειό ξεφανερώθηκε και τρώει τσ' αντρειωμένους,
τους έφαγε, τους έσωσε, κανείς δεν είχε μείνει,
ο γιος της χήρας έμεινεν ο μόνος αντρειωμένος.
Παίρνει κοντάρι και σπαθί και πάει να κυνηγήσει
και τρέχει όρη και βουνά, ράχες και ραχοπούλες,
κυνήγι δεν επέτυχε, κυνήγι δεν ευρήκε,
κι αυτού στο γύρμα του ηλιού κι εις το βασίλεμα του,


βρίσκει μια κόρην όμορφη, ξανθή και μαυρομάτα,
στέκει και την λογιάζεται, στέκει και την ρωτάει,
- Κόρη μου, ποιος σ’ εγένναε, τι μάνα σ’ έχει κάμει;
- Κι εμένα μάνα μ’ έκαμε, μάνα σαν τη δική σου,
- Τ’ έχεις, κόρη, και θλίβεσαι, τ’ έχεις κι αναστενάζεις;
- Πέρα σ’ εκείνη τη συκιά, οπού είν’ ένα πηγάδι,
μο' πεσε ο αρραβώνας μου, τ’ ώριο μου δαχτυλίδι,
κι όποιος βρεθεί και κατεβεί να το βρει, να το βγάλει,
αυτόν θα τον στεφανωθώ, και ταίρι θα τον κάμω.
Ο νιος ευτής ξεντύθηκε κ’ εμπήκε στο πηγάδι,
- Τράβα με, κόρη, τράβα με, δε βρίσκω δαχτυλίδι.
- Αυτού που μπήκες, χήρας γιε, ποτέ δε ματαβγαίνεις.


Πηγή: http://polyphonic.forumotion.com