Ο φτωχός Νεφέρ

(Αίγυπτος)

Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε ένας φτωχός, καλός άνθρωπος, ο Νεφέρ. Συνήθιζε να πηγαίνει στο κυνήγι, που του άρεσε πολύ. Σκαρφαλωμένος στις χουρμαδιές περίμενε να πλησιάσει κάποιο ζώο στη λίμνη να πιει νερό για να το σκοτώσει με τα βέλη του. Ζέβρες και γαζέλες έρχονταν πρωί-πρωί να ξεδιψάσουν. Και πραγματικά χτυπά με τα βέλη του μια γαζέλα και την σκοτώνει. Πριν προφτάσει όμως να κατέβει από το δέντρο, κάποιος κρυμμένος σε ένα θάμνο, αρπάζει τη σκοτωμένη γαζέλα και εξαφανίζεται.

«Θα είναι πιο πεινασμένος από μένα», σκέφτηκε ο καλός άνθρωπος και γύρισε στην καλύβα του με άδεια χέρια. Τα παιδιά του έκλαιγαν και η γυναίκα του τον κοίταζε γεμάτη απορία. 
Τη δεύτερη φορά που ξαναπήγε στο κυνήγι στο ίδιο μέρος χτύπησε μια αντιλόπη. 
«Αυτή κάνει πολύ ωραίο φαγητό» σκέφτηκε, αλλά ώσπου να κατέβει και πάλι ο άγνωστος τού άρπαξε το θήραμα. 
«Αυτό δεν θα ξαναγίνει» συλλογίστηκε ο άνθρωπος. Μόλις ανέβηκε στο δέντρο έριξε κάτω ένα μακρύ σχοινί που έφτανε ως το έδαφος και μέσα στην πυκνή βλάστηση δεν φαινόταν. 
Ήρθαν και πάλι τα ζώα να πιουν νερό και ο κυνηγός μας χτύπησε ένα ζώο που το λένε γκνου. Και πριν προλάβει ο κλέφτης να το αρπάξει, ο κυνηγός μας έπιασε το σχοινί, κατρακύλησε στο έδαφος και άρπαξε τον κλέφτη από το λαιμό. Ήταν ένα νέο παιδί και στο κατάμαυρο πρόσωπό του τα μάτια του γυάλιζαν λευκά και τρομαγμένα. 
- Μη με σκοτώσεις! Μη με σκοτώσεις! 
- Κάθε μέρα μου κλέβεις κι ένα ζώο. Δεν το κάνεις γιατί πεινάς. Γιατί το κάνεις; Ρωτούσε ο κυνηγός κρατώντας τον κλέφτη από το λαιμό. Έχω παιδιά και γυναίκα και μένουν νηστικοί. 
- Μη με σκοτώσεις! Επαναλάμβανε ο κλέφτης κι έτρεμε. 
- Δεν σε σκοτώνω. Τώρα που έχω ζώο, έλα να φας κι εσύ στην καλύβα μου μαζί με τα δικά μου παιδιά.
 Ο κλέφτης δεν πίστευε στ’ αυτιά του. 
- Εκεί θα με σκοτώσεις; Ξαναρωτά, καθώς ο Νεφέρ τον κρατούσε σφιχτά. 
- Ούτε εδώ, ούτε εκεί. Θα φάμε το ζώο όλοι μαζί. 
Έτσι κι έγινε. Πήγαν στην καλύβα, έψησαν το γκνου και κάθισαν γύρω – γύρω να φάνε.
Ο νεαρός κλέφτης από την κατάπληξή του γι’ αυτή τη συμπεριφορά, δεν μπορούσε να βάλει μπουκιά στο στόμα του. 
- Καλύτερα να με χτυπούσες, έλεγε και ξανάλεγε στον καλό κυνηγό. Η καλοσύνη σου με σκοτώνει. 
- Έτσι είμαι εγώ, δεν αλλάζω, απάντησε ο Νεφέρ. Όποτε πεινάς να έρχεσαι στη καλύβα μας. Αν έχουμε φαγητό, θα τρως κι εσύ. Είμαστε οι άνθρωποι σαν τα δέντρα. Το ένα βγάζει αγκάθια και το άλλο καρπούς. Μάθε να βγάζεις καρπούς για να σε αγαπούν και τα καλά πνεύματα του δάσους. 
Από τότε ο νεαρός έπαψε πια να κλέβει. Ο Νεφέρ τού έμαθε να κυνηγά και να σημαδεύει τα ζώα. Και μια μέρα ήρθε φορτωμένος ένα ελάφι. Γελούσε και τα λευκά του δόντια έλαμπαν. 
-Σήμερα θα φάμε με δικό μου κυνήγι, είπε και γέλασαν όλοι. 
Έτσι δέθηκε μια φιλία που κράτησε παντοτινά.

(Παραμύθι της Αρχαίας Αιγύπτου, που χρονολογείται τον 13ο αιώνα π.Χ.)
Πηγή: http://ianisdo.blogspot.gr