Ο πετεινός.

(Κυκλαδες. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο μισοκοκκοράκος")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος και μια γριά· σα δεν ήτανε πια άξιος να κάνει τίποτις ο γέρος, λέ' η γριά: "Να χωρίσωμενε· άντε στο σπίτι σου εμένα 'ν' αυτό δικό μου κι ό,τι άλλο έχομενε να το μοιράσωμενε". Όλο όλο είχανε μια όρνιθα κι έναν πετεινό' λέει: "Εσύ 'σαι άντρας πάρε τον πετεινό κι εγώ την όρνιθα". Τόνε βγάν' από το σπίτι, κρατίζει και την όρνιθα, πονηρή εκείνη, για να τση κάνει και τ' αυγό. Φεύγ' ο γέρος με τον πετεινό, χτίζει μίαν καλύβα κι ηκατοίκανε μέσα. Να δήτε το μελλικό (πεπρωμένο) τ' ανθρώπου είν τάνε [τι είναι). Ηθάρειεν (εθάρρει, νόμιζε) η γριά πως με την όρνιθα θα 'βγει κερδισμένη. Μια φορά πα' ο γέρος στην πόρταν τση και τση λέει:
"Γριά, δε θυμάσαι πως ηφάα'εν άναν καιρό ψωμί κι αλάτ?; μαζί; Δος μου κι εμένα του κακομοίρη εν' αυγουλάκι να το ψήσω να φάω". "Φυ' από δω, παλιόερε". Σε λί'ες μέρες ξεπορτίζει ο πετεινός του γέρου και πάει από κατ' από το παλάτι (εκείνο τον καιρό ημιλούσανε και τα ζα) και φωνάζει: "Κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ· τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις άπαν' απανωτό". Ν' ακούσει ο βασιλιάς από πάνω, "μωρέ το μασκαρά τον πετεινό"· προστάζει και τον ρίχνουνε μέσα σε μια λίμνη που 'ταν από κάτω πως θα πνιεί· ως καθώς τον ερρίξανε ήλεεν αυτός: "Ρουφά κώλο μου νερό, ρουφά κώλο μου νερό" και βγαίνει όξω και ξαναφωνάζει: "Κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις άπαν' απανωτό". Ο βασιλιάς πάλι να τ' ακούσει λέει: "Μωρέ το μασκαρά ρίξετε τόνε στο φούρνο, να ψηθεί ζωντανός". Σαν τον ερρίξανε μέσα, ήκανε: "Βγάλε κώλο μου νερό, βγάλε κώλο μου νερό, βγάλε κώλο μου νερό" βγάνει όλο το νερό που 'χενε ρουφημένο μεσ' στη λίμνη, μωλυμάρει το φούρνο, σβήν' η φωτιά, κι ηξυνίσανε τα ψωμιά που 'τανε για το παλάτι και δε μπορούσανε να ψηθούνε, έχυσε θες τόσο νερό' τα πετάξανε. Εκείνος ηβγήκενε πριχού και πάει πάλι απόξ' από το παλάτι και φωνάζει: "Κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις άπαν' απανωτό". Ο βασιλιάς πγια να δει και τα ψωμιά ξυνισμένα λέει: "Μπρε αυτός μας το 'βαλε καπότο· ρίξετε τόνε στις σφήγκες να τόνε τσιμπίσουνε να πρηστεί να ψοφήσει". Τόνε ρίχτουν απόξ' από μια σφηγκιά, λέει αυτός: "Ρουφά κώλο μου σφήγκες, ρουφά κώλο μου σφήγκες, ρουφά κώλο μου σφήγκες", ηγέμισενε μέσα βίος (πλήθος) σφήγκες· και πάει πάλι απ' όξ' από το παλάτι και κράζει: "Κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις απανωτό, κικίκι του βασιλιά την κόρη φιλώ, τη μια τση δύο και τση τρεις άπαν' απανωτό", θυμών' ο βασιλιάς, τόνε πιάνει και τόνε βάνει μες στο βρακίν του λέει: "Καλά θα σ' έχω δω τώρα να σκάσεις". Αυτός ήκαμεν από μέσα: "Βγάλε, κώλο μου σφήγκες, βγάλε, κώλο μου σφήγκες, βγάλε, κώλο μου σφήγκες"· βγαίνουνε το βίος οι σφήγκες, κεντούνε του βασιλιά τον κώλο και τόνε πρήσκουνε που 'καμεν ένα χρόνο να κάτσει κι ηπλάγιαζε το βράδυ στο κρεβάτι μπρούμυτα ο βασιλιάς, ωχ, ωχ, από τσοι πόνοι, τον άρπα και τόνε ρίχτει μέσα σε μίαν κασέλα και τόνε κλειδώνει. Ηβρεθήκενε, σαν τα φέρ'η τύχη, τα φέρνει, να 'χει μέσα φλουριά η κασέλα· λέει: "Ρουφά κώλο μου φλουριά, ρουφά κώλο μου φλουριά, ρουφά κώλο μου φλουριά", μπαίνουνε μέσαν του όλες οι λίρες τση κασέλας, ξεκλειδών' αυτός, φεύγει και πάει στην καλύβα του γέρου. Ο γέρος τον είχενε χαμένο δύο τρεις μέρες και σαν τον είδενε, ηθάριενε πως ηπιάσενε τον παπά 'πο τα γένεια: "Καλώς τον πετεινό μου". Είχεν απλωμένο χάμω ένα πανί ο γέρος κι ακουμπισμένο το ψωμίν του κι ήτρωένε· πάει κι ο πετεινός από πάνω: "Βγάλε, κώλο μου φλουριά, βγάλε κώλο μου φλουριά, βγάλε κώλο μου φλουριά", γεμίζει το πανί. Ο καημένος ο γέρος πγια με την χαρά του· παραντά το φαΐ και πάει κι αγοράζει σπίτι μομπιλάτο, ρούχα καλά, χωράφια, κι ηγένηκε ένας πρώτος νοικοκύρης του χωριού με καλά φαγιά, κι ήχενε πγια τον πετεινό σα θεός του. Σαν το 'μαθεν η γριά ηζήλεψενε· είχενε χαμένη κι εκείνη την κόταν τση· απλώνει ένα πευκί καθώς τήνε βλέπει: "Καλώς τήνε την κότα μου, καλώς τήνε την κότα μου", πάει κι ευτή από πάνω και κάνει το πευκί όλο κουτσουλιές. Τήνε βροντά κάτω η γριά και τήνε σκοτώνει κι ύστερα μηδέ αυγό είχενε, μηδέ τίοτις. Ετότες ήστελενε προξενειά στο γέρο να κάτσουνε πάλι μαζί, μα δεν ήθελε πγια κι ευτός, μόνον τση μήναε: "Όντας σε παρακαλούσα μην ηγένουσαν χαδούσα, τώρα που παρακαλείς, δεν σε θέλει πγια κανείς". Πα' η ίδια, λέει: "Δος μου μάγκους μου ένα φλουρί", "θυμήσου όντα σου ζητούμουν εγώ τ' αυγουλάκι". 

(Νάξος)

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.