Η κακιά δασκάλα.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η μάνα μου με σκότωσε, ο πατέρας μου μ' έφαγε")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πατέρας και μια μάνα και ειχένασι κι ένα γιο, πολύ καλό και πολύ έξυπνο. Τον λέγανε Γιάννη· κάθε μέρα, επήγαινε στο σχολείο με χαρά γιατί αγαπούσε πολύ τα γράμματα.
Η δασκάλα του του έκανε πολλά δώρα· και του 'δίνε καραμέλλες. Ο Γιαννάκης την αγαπούσε πολύ. Του έλεγε συχνά κοντά:
"Ξέρεις, θα ήθελα να 'χα ένα γιο σαν κι εσένα. Αλλά δυστυχώς, αυτό δε γίνεται", κι έκλαιγε. Το παιδάκι στενοχωριότανε πολύ μ' αυτά τα λόγια και το βράδυ διηγότανε στη μάνα του πως πέρασε στο σχολείο, τι καλή που ήταν μαζί του η δασκάλα και πως στενοχωριόταν που δεν είχε ένα παιδάκι σαν κι εκείνονε.
Περνούσε λοιπόν ο καιρός... Μια μέρα, λέει η δασκάλα στο Γιαννάκη: "Εμείς οι δύο τα πάμε πολύ καλά. θα 'θελες να είχες μια μάνα σαν κι εμένα; Άμα θες, μπορείς να με βοηθήσεις να σκοτώσω τη μάνα σου, για να παντρευτώ τον πατέρα σου και να γίνεις παιδί μου". (Βέβαια, καταλαβαίνετε πως ήθελε τον πατέρα, όχι το παιδί). Ο Γιαννάκης λοιπόν ήτανε πολύ λυπημένος. Σκεφτότανε: "Δε μπορώ να σκοτώσω τη μάνα μου, γιατί την αγαπάω. Αλλά τι να κάνω; Αφού αγαπώ και τη δασκάλα μου πολύ".
Πέρασε καιρός. Μια μέρα, η δασκάλα του λέει: "Λοιπόν, Γιαννάκη, τι αποφάσισες;" Ο Γιαννάκης, πολύ ταραγμένος, ψιθυρίζει: "Εγώ θέλω, αλλά τι να κάνω;" Η δασκάλα, ολόχαρη, του απαντάει: "Μα, είναι πανεύκολο· θα της πεις: πρέπει να μου βρεις τη σημαία, που είναι στον πάτο της κασέλας, γιατί την Κυριακή έχουμε γιορτή στο σχολείο· κι όταν θα 'χει σκύψει καλά-καλά μες στην κασέλα, θα κατεβάσεις το καπάκι πάνω στο κεφάλι της, κι έτσι, κανείς δεν θα καταλάβει ότι φταις εσύ: θα νομίσουν ότι το καπάκι έπεσε μόνο του".
Το Σάββατο πρωί, ο Γιάννης λέει στη μάνα του: "Μάνα, πρέπει να πάω στο σχολείο τη σημαία που έχεις στον πάτο της μεγάλης κασέλας για τη γιορτή που έχουμε την Κυριακή". Η μάνα πάει να ψάξει τη σημαία στην κασέλα και λέει στο γιο της: "Κράτα καλά το καπάκι, μη μου πέσει στο κεφάλι". Και μόλις σκύψει για τα καλά η μάνα μέσα, αφήνει ο Γιάννης το καπάκι κι εκείνο πέφτει απότομα και κόβει το κεφάλι της δόλιας μάνας.
Ο πατέρας είναι απελπισμένος κι ο Γιάννης απαρηγόρητος, γιατί κατάλαβε πια τι έκανε· μα δε λέει κουβέντα. Συνεχίζει βέβαια να πηγαίνει σχολείο κι η δασκάλα τώρα πια είναι διπλά καλή μαζί του.
Μια ωραία μέρα, του λέει η δασκάλα: "Άκου, τώρα πρέπει να πεις στον πατέρα σου πως χρειάζεται μια μάνα, πως εγώ σ' αγαπώ πολύ, και πως θα 'τανε καλό και για κείνον και για σένα να με παντρευτεί' θα σε προσέχω πολύ".
Το ίδιο βράδυ, ο Γιάννης αρχίζει να μιλάει στον πατέρα του. Αυτός δε θέλει ν' ακούσει κουβέντα στην αρχή, γιατί αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του. Αλλά οι μήνες περνούνε, κι ο γιος του τον παρακαλάει ασταμάτητα. Περνάει ένας χρόνος, κι ο πατέρας αποφασίζει να ξαναπαντρευτεί με τη δασκάλα.
Για κάμποσο καιρό, όλα πάνε καλά. Αλλά, μια μέρα που ο πατέρας είναι στο κυνήγι, λέει η μητριά στο Γιαννάκη: "Έλα δω να κατεβούμε στο υπόγειο, σου 'χω μια έκπληξη". Το αγοράκι την ακολουθεί, όλο χαρά και χωρίς να υποψιάζεται, γιατί η καινούργια μάνα συνέχιζε να του κάνει πολλά δώρα. "Κοίτα, Γιάννη, μέσα στο σωρό το στάρι, σου έχω κρυμμένο κάτι, που θα σ' αρέσει πολύ". Ο Γιάννης αρχίζει να ψάχνει χώνοντας τα χέρια του μες στο σιτάρι. Και να που η κακιά μητριά, παίρνει μια μαχαίρα και του κόβει το κεφάλι. Ύστερα, του βγάνει το συκώτι και το καθαρίζει καλά-καλά, και το τηγανίζει.
Καλά για καλά βράδιασμα, καταφτάνει ο πατέρας και ρωτά, που είναι ο Γιάννης. "Δεν θ' αργήσει, με παρακάλεσε να μείνει να παίξει λίγο ακόμα με τ' άλλα παιδιά. Κάτσε, να ξεκουραστείς και να φας". Του βάζει να φάει το φαΐ του, σα να μη συμβαίνει τίποτε. Παίρνει ο πατέρας ένα κομμάτι κρέας, αλλά μόλις πάει να το βάλει στο στόμα του, το συκώτι μιλάει: "Αν είσαι Τούρκος φάε με, Οβριός κατάπιε με, κι αν είσαι ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με".
Ο πατέρας δεν πιστεύει στ' αυτιά του: "Δεν ακούς τίποτα, εσύ; Αυτό το συκώτι μιλάει! Δεν καταλαβαίνεις τι λέει;" Η κακιά γυναίκα απαντάει: "Όχι, δεν ακούω τίποτα, είσαι φαίνεται κουρασμένος, ακούς φωνές! Μήπως είσαι άρρωστος, μήπως έχεις πυρετό;" Ο πατέρας, που νιώθει μια χαρά, αναρωτιέται τι συμβαίνει. Ξαναχώνει το πηρούνι του στο συκώτι, για να ξαναπάρει ένα κομμάτι. Το συκώτι ξαναλέει με σπαρακτική φωνή: "Αν είσαι Τούρκος φάε με, Οβριός κατάπιε με, κι αν είσαι ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με. Πατέρα, εγώ είμαι, ο Γιάννης, εγώ είμαι, μη με φας, εγώ είμαι, ο Γιάννης ο γιος σου!"
Τότε ο άνθρωπος τα κατάλαβε όλα· σηκώνεται, αρπάζει την κακιά γυναίκα του από τα μαλλιά και της χτυπάει το κεφάλι στον τοίχο... δυνατά, δυνατά και τη σκοτώνει.
Και ποτέ πια κανείς δεν ευτύχησε στο σπίτι του Γιαννάκη. Ποτέ πια ούτε γιορτή ούτε γέλια. 

Ευγενική παραχώρηση της Μαργαρίτας Ξανθάκου, που κατέγραψε την παραλλαγή αυτή στη Μάνη, το 1983. 

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.