Η καλή γυναίκα.

(Ήπειρος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η τίμια γυναίκα")

Ήταν ένας πραματευτής κ' είχε δύο παιδιά, το ένα φρόνιμο και το άλλο μπαντίδο. Σαν απέθαν' ο πατέρας, τα δύο παιδιά εμοίρασαν το βίο. Ο μέγας, ο φρονιμώτερος, τον κυβέρνησε το βίο του καλά και τον έκαμε μεγάλο. Ο μικρότερος πήγαινε όλο σε γυναίκες και το έφαγε όλο. Τότες πήγε στον μέγαν τον αδελφό του κλαίγοντας, και του λέει: "Αδερφέ μου, κάνω πραμάτειες και χάνω". Λοιπόν ο αδερφός του τον εσπλαχνίστηκε, κ'εβγάζει και του δίνει δέκα χιλιάδες. Αυτός πάλι τα έφαγε σ'τα ίδια. Πήγε πάλι σ'τον αδερφό του· του διηγήθηκε, πως εζημιώθηκε πολλά, κι ο αδερφός του του λέγει:
"Αδερφέ, εσύ δεν έχεις τύχη· όμως κάτσε με την γυναίκα μου εδώ και με το σπίτι μου, και πάω εγώ σ'το ταξίδι, και βάνω κάμποσα χρήματα για λόγο μου και κάμποσα για σένα· γλέπω την τύχη σου". Κίνησε ο αδελφός του και πάει στα ξένα με την πραμάτεια, κι άφηκε τον αδερφό του τέλειο νοικοκύρη σ'το σπίτι. Αυτός σαν μπαντίδος σε τρεις μέρες ύστερα που έφυγε ο αδερφός του, εζητούσε τη γυναίκα του να τον απατήσει. Αυτή σαν όμορφη δέσποινα ήταν από γένος καλό και φρόνιμη, και δεν τον εδέχτηκε και του είπε: "Εγώ σ' έχω στον τόπο του αδερφού σου κι 'συ θέλεις να μου κάνεις πράμα σε μένα;" Τι να κάνει αυτός για να κερδίσει τον σκοπό σου; Πηγαίνει στο νεχκεμέ* και λέει: "Έφυγ' ο αδερφός μου, κ' η νύφη μου γίνηκε άτιμη και δεν το δέχομαι". Ο νεχκεμές, που ήξερε την κόρη, τον έβρισε και τον έδιωξε. Αυτός φεύγει από κει, και για να κερδέσει το σκοπό του πάλι, παίρνει στα μεσάνυχτα ένα μεθυσμένο σύντροφο του και τον εμβάζει στο σπίτι της νύφης, κ' έτρεξε σ'τον κάδη, κ' είπε: "Δόσ' μου δύο καβάζηδες*, να βρω τους αγαπητικούς της νύφης μου μέσα". Ευτύς πήγαν οι καβάζηδες και βαρούσαν την πόρτα. Αυτή δεν ήθελε να τους ανοίξει, και τους έλεγε: "Εγώ δεν έχω κανένα τεκλίφι!* Πείτε μου πρώτα ποιοι είστε και να σας ανοίξω". Λοιπόν μετά βίας κατέβηκαν οι δούλες και άνοιξαν. Και τους λέει: "Τι ζητάτε από μένα;" Οι καβάζηδες μ'βήκαν μέσα και ηύραν τον μεθυσμένο, και της λέουν: "Τι είνε τούτος;" Αυτή αποκρίθηκε: "Δεν ξέρω τίποτες". Την πήγαν στο κριτήριο, και το έδωκε η κρίσις, να πααίνουν να τη σκοτώσουν. Την πήραν δύο παλικάρια και την πήγαν σ' ένα λόγγο, κι απ' την ομορφιά της και γνώμη της δεν την σκότωσαν, μόν' έσκαψαν τη γης, και την έβαλαν μέσα ως τον λαιμό, και την αφήκαν και έφυγαν. Το βράδυ διαβαίνει ένας Αράπης κλέφτης με τα παλικάρια του. Ακούοντας αυτή τα χρεμετίσματα τ' αλόγου, φώναξε με μεγάλη φωνή: "Αν είναι Τούρκος ή Ρωμηός, νάρθει να με λευτερώσει!" Ακούοντας ο Αράπης έτρεξε, και την έβγαλε από τη γης και την έρριξε πισωκάπ'λα, και την πάνει σ'το σπίτι του, και της έφτιαξε ένα καλύβι και κάθονταν, κι όλοι την αγαπούσαν πολλά για την φρονιμάδα της. Ένα πρωτοπαλίκαρο του καπετάνιου την ερωτεύτηκε, κ' ήθελε να την πατήσει. Αυτή δεν τον δέχτηκε, και του είπε: "θελα να το πω του καπετάνιου". Αυτός φοβήθηκε και σφάζει το παιδί του καπετάνιου και πήρε αίμα και έσταξε ως εκεί, όπου εκαθότανε αυτή, κ' έβαλε το μαχαίρι αποκάτου απ' το προσκέφαλο της. Το πωρνό σηκώθηκε η Αράπισσα, γλέπει το παιδί της σφαγμένο, σκούζει δυνατά και φωνάζει: "Ποιος μου έκανε αυτό το κακό;" Κι αυτός ο πειρασμός της είπε: "Να ιδούμε που πααίνει ο τορός από το αίμα". Και πήγαν και το ηύραν, και σ' αυτήν πάαινε· ηύραν και το μαχαίρι αποκάτου σ'το προσκέφαλο. Ο Αράπης δεν πίστεψε, πως το έκανε αυτή. Μόν' της είπαν να φύγει και της έδωκαν ένα τροβά φλουρί και την έβγαλαν σ' ένα κασαμπά*. Τότες πήγε αυτή και τσουκάνισε μια πορτοπούλα, κι ήταν μια γριά, όπου καθόταν μέσα, και της είπε: "Να ξενυχτίσω κι εγώ 'δω μέσα". Και της είπε η γριά: "Κάτσε και κοιμήσου!" Το πωρνό σηκώθηκε η γριά και γίνηκε χαζίρι να πααίνει στο χαμάμι. Της λέει η τσούπρα: "Ναρθώ κι εγώ στο χαμάμι". "Έλα", της λέει. Κίνησαν κι δύο να πααίνουν, και στον δρόμο όπου πάαιναν, είδαν έναν όπου επάαιναν να τον κρεμάσουν για πεντακόσια γρόσια. Λέει αυτή: "Τι είν' αυτό;" Και τότες της λέγουν, πως χρωστάει πεντακόσια γρόσια, και πως πααίνουν να τον κρεμάσουν. Λέει αυτή: "Πέστε του ναρθεί να του δώσω τα γρόσια, και να μην τον κρεμάσουν". Εδωκε λοιπόν τα γρόσια και έφυγε. Λέει αυτός που τον λευτέρωσε: "Ποιος μου 'κάνε τούτο το καλό;" Του είπαν: "Μια γυναίκα κι έφυγε". Κοσσεύει αυτός να την βρει, να της δώσει την ευχαρίστηση, που του έκανε εκείνο το καλό· την ηύρε, κι αμέσως ευρίσκει έναν καραβοκύρη, και την πουλάει σκλάβα.
Την πήρ' ο καραβοκύρης και την έβαλε σ'το καράβι, και κίνησε να φύγει. Ο καραβοκύρης θέλησε να την πατήσει, μόν' ο θεός είδε το κακό τούτο, και σηκώνει μια φουρτούνα, και τσακίζεται το καράβι, και την έβγαλε αυτή μια σανίδα σ' ένα βασιλικό σαράγι. Τότες πήγε και στάθηκε σε μια βρύση της βασίλισσας. Η βάγια πήγε να πάρει νερό, και της λέει: "Τι είσαι συ αυτού;" "Άνθρωπος είμαι", λέει αυτή, "και πες της βασίλισσας, αν θέλει να με πάρει κοπέλα χωρίς ρόγα*". Πάει ευτύς η βάγια και λέει της βασίλισσας· κι έστειλε και την πήρε, και σαν την είδε φρόνιμη, την έκανε τέλεια νοικοκυρά σ' όλο το βασίλειο. Με καιρό ήρθε η ώρα, να πεθάνει η βασίλισσα. Έκραξε τη δωδεκάδα της και παράγγειλε, ότι: «Εγώ πεθαίνω και βάνω στον τόπο μου τούτην βασίλισσα». Κατά παραγγελίαν της, την έβαλαν βασίλισσα· μόν' τα χείλη της ποτέ δεν γελούσαν πάντα χολιασμένη και μαραμένη στεκόταν. Τότες της λέει μια γριά: «Εσύ ήσουν πικραμένη μια φτωχή· τώρα γίνηκες βασίλισσα· γιατί δεν γελάς; Ό,τι έχεις, πες μου το εμένα, κι εγώ ξέρω μάγιαις να σου σιάσω την καρδιά». Έκατσε κι αυτή και της τα διηγήθηκε όλα της γριάς. Τότες η γριά της είπε, ότι: «Σε τρεις μέρες σου δίνω τσουάπι*». Έκανε η γριά τις μάγιαις, και τα ηύρε όλα, και πάει στην βασίλισσα με χαρά μεγάλη και της λέει: «Να φκειάσεις ένα σπίτι στη μέση στον οβορό* μεγάλο, να βάλεις ντελάλη σ' όλον τον κόσμο, γκαβός, τυφλός, λεπριασμένοι ναρθούν στην βασίλισσα να γιατρευτούν». Άκουσε ο άντρας της, που είχε τον αδελφό του γκαβό. Το παλικάρι του Αράπη, που γύρευε να την πατήσει είχε λέπρα. Κι ο καραβοκύρης είχε μαζωθεί. Ακούοντας τον ντελάλη πήγαν στο βασίλειο. Η βασίλισσα φώναξε πρώτα τα δύο αδέρφια ψηλά. Της λέει Ο αδερφός ο μεγαλύτερος: «Κυρά μου! ο αδερφός μου γκαβώθηκε». Του λέει η βασίλισσα: «Να ειπεί τα όσα έκανε στη ζωή του, και ιατρεύεται». Τα είπε αυτός όλα, μόνε για την νύφη του δεν είπε τίποτε, γιατί είχε κοντά τον αδερφό του κ' εφοβόταν μόν' είδε το βαρύ κ' είπε κι αυτό. Εβάρεσε η βασίλισσα τα χέρια, και του ήφεραν νερό και ιατρεύτηκε, και τους κατήβασαν κάτω στο σπίτι. Ανήβασαν τον Αράπη με το παλικάρι. Το ίδιο είπε κι αυτουνού, να ειπεί τα όσα έκανε, και να ιατρευτεί. Όλα τα είπε· το σκότωμα μόνο του παιδιού του αφεντός του δεν το είπε, γιατί εφοβόταν. Είδε το πολύ κακό, το μαρτύρησε κι αυτό, κι είπε: «Ας με σκοτώσει ο αφέντης μου!» Παρόμοια κι αυτός εγέρεψε*. Εφώναξαν τον καραβοκύρη με το κοπέλι του. Του είπε κι αυτουνού τα ίδια, να μαρτυρήσει τα όσα έκαμε. Όλα τα είπε· το πως πούλησε την γυναίκα δεν το είπε. Μον' ύστερα κι αυτό το μαρτύρησε και εγέρεψε. Εφώναξε τον Αράπη, και του έδωκε χαρίσματα πολλά, «και μη σκοτώσεις το παλικάρι σου», του είπε. Το ίδιο και του καραβοκύρη, κι έφυγαν. Την άλλη μέρα εφώναξε τον άνδρα της ψηλά και του είπε: «Τι άνδρας ήσουν εσύ, που άφηκες τη γυναίκα σου στα χέρια το αδερφού σου, να τραβήξει τούτα όλα που ήκουσες; Αν έγλεπες τη γυναίκα σου, θα τη γνώριζες;» Κι αυτός της είπε: «Η γυναίκα μου απέθανε εδώ και δέκα χρόνια!» Πάλε του ξανάπε: «Αν την δεις, τη γνωρίζεις;» Αυτός είπε: «Τη γυναίκα μου δεν γνωρίζω;» Τότες αυτή ξεμπουλώθηκε και του λέει: «Εγώ είμαι η γυναίκα σου, κι όσα ήκουσες, όλα εγώ τα τράβηξα!» Και σηκώθηκε και τον εφίλησε, κ' εζούσαν καλά.

*νεχκεμές: δικαστικός
*καβάσηδες: δικαστικούς κλητήρες
*τεκλίφι: εντολή, πρόταση 
*κασαμπάς: κωμόπολη, προάστειο
*ρόγα: μισθός 
*τσουάπι: συμβουλή
*οβορός: ξέφωτο
*εγέρεψε: έγινε γερός

Παραλλαγή από την Ήπειρο

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.