Ο φτωχός που δεν είχε τύχη.

(Πομάκικο παραμύθι)

Ήταν ένας φτωχός και ένας μπέης ήθελε να τον βοηθήσει  το φτωχό, να τον στηρίξει. Aλλά να μην καταλάβει ο φτωχός ποιος τον βοήθησε.
Mια μέρα πήγε ο φτωχός στην άλλη μεριά του χωριού. Και λέει ο μπέης:

- Εγώ θα του απλώσω λίρες στη γέφυρα για να τις βρει όταν θα γυρίσει για να περνάει καλά.

Του βάζει τις λίρες στη γέφυρα, όσες του βάζει.  Κι εκείνος γυρίζει από εκεί και όταν έρχεται στην άκρη της γέφυρας λέει:

- Περίμενε να δω, εγώ θα μπορέσω να περάσω αυτή τη γέφυρα με κλειστά μάτια;

Κλείνει τα μάτια και περνάει. Οι λίρες έμειναν εκεί. Και ο μπέης πάει και τις παίρνει πίσω.  Και βάζει τη γυναίκα του να του κάνει ένα κλιν (μια ριζόπιτα) και στρώνει τον πάτο του ταψιού με λίρες. Και του στέλνει το ταψί. Ο φτωχός λέει:

- Γιατί εγώ να φάω τη ριζόπιτα; Κάτσε  να τnν πουλήσω για να πάρω τα λεφτά της.

Και την πουλάει. Οι λίρες χάνονται πάλι.  Γι αυτό λένε:
«Όταν κάποιος δεν έχει τύχη, δεν έχει».
Από το βιβλίο του Νικολάου Θ. Κόκκα, Uchem so Pomátsko -ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΟΜΑΚΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, τ. Β’ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΕΙΜΕΝΩΝ (ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ-ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ-ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ), ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΘΡΑΚΗΣ, ΞΑΝΘΗ 2004