Τα τρία χρυσά μήλα και ο δράκος με τα εφτά κεφάλια.

(Πομάκικο παραμύθι)


Μια φορά κι έναν καιρό δίπλα σε ένα σπίτι υπήρχε μια μηλιά που κάθε χρόνο έβγαζε τρία χρυσά μήλα. Στο σπίτι ζούσε μια οικογένεια με τρία παιδιά. Όταν η μηλιά έβγαζε καρπούς ερχόταν ένας δράκος – κανείς δεν ήξερε από πού – και έκλεβε τα μήλα. 

 Όταν μεγάλωσαν τα τρία αδέλφια συμφώνησαν να φυλάξουν τη μηλιά για να μην τους κλέψουν ξανά τα τρία χρυσά μήλα. Την πρώτη μέρα πήγε να φυλάξει ο μεγάλος αδελφός αλλά αποκοιμήθηκε.
Ο δράκος ήρθε κρυφά και του πήρε το ένα μήλο. Την άλλη μέρα πήγε να φυλάξει ο μεσαίος αδερφός αλλά και αυτός αποκοιμήθηκε. Έτσι και το δεύτερο χρυσό μήλο χάθηκε. Ο μικρότερος αδελφός πήγε να φυλάξει την τρίτη μέρα. Περίμενε άγρυπνος όλη τη νύχτα και είδε ένα δράκο με εφτά κεφάλια να προσπαθεί να κλέψει το τρίτο μήλο.
Ο μικρός αδερφός σήκωσε το όπλο του, σημάδεψε προσεκτικά και χτύπησε το δράκο στο πόδι. Ο δράκος έφυγε
πληγωμένος
χωρίς να προλάβει να πάρει το μήλο. Καθώς έτρεχε σταγόνες από το αίμα του έπεφταν στο μονοπάτι και άφηναν σημάδια.
Τα τρία αδέλφια ξεκίνησαν για να τον κυνηγήσουν. Ακολουθώντας το αίμα περπάτησαν ώρες πολλές μέχρι που βρήκαν μια μεγάλη σκοτεινή τρύπα. Πήραν ένα πολύ μακρύ σχοινί και κατέβηκε πρώτος ο μεγάλος αδελφός. Όμως αυτός γρήγορα φοβήθηκε και φώναξε να τον τραβήξουν επάνω. Μετά κατέβηκε ο μεσαίος αδελφός αλλά και αυτός φοβήθηκε το πυκνό σκοτάδι.

Μετά ήρθε η σειρά του πιο μικρού αδελφού. Αυτός κατέβαινε, κατέβαινε χωρίς να κουραστεί. Στο τέλος βρήκε άλλο ντουνιά, άλλο κόσμο βρήκε. Άλλος ήλιος έφεγγε εκεί. Μεγάλα λιβάδια, ποτάμια με κρύα νερά και πανύψηλα βουνά.
Ο μικρός αδελφός άρχισε να περπατάει στον κάτω κόσμο. Περπάτησε, περπάτησε, στο τέλος έφτασε στο σπίτι του δράκου με τα εφτά κεφάλια. Το σπίτι ήταν δίπλα στη βρύση ενός χωριού. Ο δράκος ζητούσε να του δώσουν από το χωριό κάθε εβδομάδα από ένα μικρό κορίτσι για να το φάει. Μόνο τότε τους άφηνε να πάρουν νερό από τη βρύση.
Το παλικάρι είδε ότι τα τζάμια του σπιτιού ήταν θολά από τα χνώτα του δράκου, ο οποίος κοιμόταν βαριά και ροχάλιζε. Έτσι, γρήγορα-γρήγορα δίνει μια κλωτσιά στην πόρτα, μπαίνει μέσα και πυροβολεί το δράκο μια φορά. Ο δράκος πληγωμένος του λέει:
- Χτύπα με άλλη μια φορά.
- Όχι, απαντάει το αγόρι. Εμένα μια φορά με γέννησε η μάνα μου!
Σε λίγο ο δράκος ξεψύχησε.

Όλο το χωριό μαζεύτηκε για να τον ευχαριστήσει που γλίτωσε τα μικρά κορίτσια. Από τώρα και μετά όποιος θέλει μπορεί να παίρνει νερό από τη βρύση χωρίς φόβο. Όλοι οι χωριανοί άρχισαν να χορεύουν και να τραγουδάνε.
Το παλικάρι συνέχισε το δρόμο του. Μετά από πολύ περπάτημα ξάπλωσε να ξεκουραστεί κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Πάνω στο δέντρο υπήρχε μια φωλιά με μικρά πουλάκια. Ένα πολύ μεγάλο φίδι προσπαθούσε να ανέβει στη φωλιά για να φάει τα πουλάκια.
Το αγόρι σημάδεψε το φίδι με το τουφέκι του και το σκότωσε. Εκείνη τη στιγμή έφτασε πάνω από το δέντρο η μάνα των πουλιών. Ήταν ένας τεράστιος γυπαετός. Η μάνα είδε το αγόρι να κρατάει το τουφέκι. Eπειδή νόμιζε ότι αυτός πήγε να σκοτώσει τα πουλάκια της, όρμησε να τον ξεσκίσει με τα νύχια της.
Τότε τα μικρά πουλιά άρχισαν να ξεφωνίζουν:
- Τσίου – τσίου, μαμά! Μην τον σκοτώσεις! Κοίτα κάτω στο δέντρο! Το φίδι πήγε να μας φάει και αυτός μας γλίτωσε.

Η μάνα των μικρών πουλιών ήθελε να τον ευχαριστήσει και του λέει:
- Πες μου τι θέλεις να σου δώσω για το καλό που μούκανες.
- Τι να θέλω; Ένα πράγμα θέλω μόνο: Να ανέβω πάλι στον πάνω κόσμο, να γυρίσω στο σπίτι μου.
O γυπαετός απάντησε:
- Είναι πολύ μακριά! Για ένα τόσο μεγάλο ταξίδι πρέπει να μου φέρεις σαράντα φλασκιά με νερό, σαράντα σφαγμένα πρόβατα και εκατό μεγάλες φρατζόλες ψωμί, για να τρώω καθώς θα πετάω.

Το παλικάρι γυρίζει και πάλι στο χωριό όπου είχε σκοτώσει το δράκο με τα εφτά κεφάλια και λέει στους χωριανούς:
- Μπορείτε να μου δώσετε εκατό φρατζόλες ψωμί, σαράντα φλασκιά με νερό και σαράντα σφαγμένα πρόβατα;
- Για σένα που μας έσωσες; Όχι σαράντα! Πεντακόσια-σαράντα!

Το παλικάρι πηγαίνει πάλι στη μάνα των μικρών πουλιών. Kανονίζουν να ξεκινήσουν νωρίς το άλλο πρωί για τον επάνω κόσμο. Όταν ξημέρωσε ανεβαίνει στα φτερά του αετού και αρχίζουν να πετάνε. Κάθε φορά που το πουλί έλεγε «γκακ» εκείνος του έδινε ψωμί, κρέας και νερό. Πήγαιναν, πήγαιναν, όλο πήγαιναν.
Κάποια στιγμή το πουλί λέει «γκακ» αλλά τα τρόφιμα έχουν τελειώσει. Το παλικάρι σκέφτεται τι να κάνει. Τραβάει το μαχαίρι του και κόβει ένα κομμάτι κρέας από τη γάμπα του για να ταΐσει το γυπαετό. Εκείνο κατάλαβε ότι ήταν κρέας από άνθρωπο και δεν το έφαγε αλλά το έβαλε κάτω από τη γλώσσα του.
Μετά από κόπο πολύ ανέβηκαν στον πάνω κόσμο. Το παλικάρι πήδηξε κάτω από τα φτερά του πουλιού, το ευχαρίστησε και ξεκίνησε κουτσαίνοντας να πάει για το χωριό του. Τότε το πουλί τον φωνάζει και του λέει: «Έλα εδώ! Γιατί κουτσαίνεις;» Τότε ο αετός έβγαλε από το στόμα του το κομμάτι από τη γάμπα και με σάλιο το κόλλησε πάνω στο πόδι του.

Σε λίγο το παλικάρι γύρισε στο σπίτι του και είπε στους δικούς του τι είχε γίνει στον κάτω κόσμο. Όλοι τον φιλούσαν και τον αγκάλιαζαν με πολύ αγάπη.

Πομάκικο παραμύθι από τα Κιμμέρια

Πηγή: http://www.pomakohoria.gr