Η κακιά μητριά κι ο δράκος.

(Πομάκικο παραμύθι)

Ήτανε κάποτε ένας πατέρας που είχε ένα κορίτσι. Πέθανε η γυναίκα του και πήρε μια άλλη. Απόκτησαν με αυτή ένα παιδί. Αυτή ήτανε μητριά. Μια μέρα λέει στον άντρα της:

- Tο δικό σου κορίτσι θα φύγει από δω.

Ο πατέρας το παίρνει και το αφήνει να κοιμάται στο δάσος με ένα κομμάτι ψωμί.

Μόλις ξύπνησε το κορίτσι, άρχισε να κλαίει. Κοίταξε από δω, κοίταξε από κει. Τίποτα! Φώναξε:

-  Πατέρα, πατέρα!

Τίποτα! Άρχισε να περπατάει στο δάσος. Κατέβηκε πιο κάτω. Είχε σκοτεινιάσει. Είδε ένα μύλο και μπήκε μέσα. Μετά, μόλις έκλεισε την πόρτα, άκουσε από έξω κάποιον να χτυπάει. Το κορίτσι φοβήθηκε. Έξω ήταν ένας δράκος! Και της λέει ο δράκος:

- Άνοιξε!

Κι αυτή λέει:

- Όχι, δεν ανοίγω! Περίμενε! Θα φτιάξω κάτι και μετά θα σου ανοίξω.

Και το κορίτσι έβαλε σε λειτουργία το μύλο για να μην ακούει το δράκο που χτυπούσε. Ο δράκος χτυπούσε ασταμάτητα. Και αυτή  λέει:

- Περίμενε, θα σου φτιάξω κάτι και μετά θα σου ανοίξω!

Για να τον καθυστερήσει του μιλούσε και του έλεγε πώς φτιάχνουνε το καλαμπόκι και πώς δουλεύει ο μύλος, για να περνάει η ώρα.

Μόλις ξημέρωσε το πρωί λάλησαν τα κοκόρια και ο δράκος έφυγε. Φεύγοντας της άφησε ένα σάκο με λίρες.

Άνοιξε το παιδί το πρωί την πόρτα και είδε το σάκο με τις λίρες. Τον πήρε και συνέχισε για το χωριό. Μόλις πήγε στο σπίτι της, χτύπησε την πόρτα. Την είδε η μητριά και της λέει:

- Δε σε έφαγε ο δράκος;

- Όχι, δε με έφαγε.

- Και αυτό εδώ τι είναι;

- Ένας σάκος με λίρες.

- Πού τον βρήκες;

- Ήρθε ένας δράκος στο μύλο, χτυπούσε την πόρτα κι εγώ πήρα ένα λοστό, τον μαύρισα στο ξύλο κι έτσι έφυγε και μου τα άφησε.

Η μητριά ζήλεψε και λέει:

- Τότε να στείλω και το δικό μου κορίτσι να πάει.

Έστειλε και τη δική της κόρη στο μύλο. Ο δράκος πήγε ξανά εκεί.  Μόλις ο δράκος χτύπησε την πόρτα, το κορίτσι πήρε το λοστό για να τον χτυπήσει. Αλλά ο δράκος, αντί να της αφήσει λίρες, την έφαγε και άφησε τα άντερά της στο μύλο πάνω στο κασόνι, εκεί που πέφτει το καλαμπόκι.

Και το πρωί ο κόκορας ξυπνάει και φωνάζει:

- Κικιρίκου, έφαγε ο δράκος την κόρη σου!

Και αυτή του λέει:

- Φύγε από κει, βρε! Η κόρη μου θα έρθει με ένα σάκο γεμάτο λίρες.

Περίμενε, περίμενε η μάνα να έρθει το κορίτσι αλλά αυτό δεν ερχόταν.

Όταν πήγε στο μύλο βρήκε τα άντερα μέσα στο κασόνι του καλαμποκιού και πήρε το μάθημά της.

Από το βιβλίο του Νικολάου Θ. Κόκκα, Uchem so Pomátsko -ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΟΜΑΚΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, τ. Β’ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΕΙΜΕΝΩΝ (ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ-ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ-ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ), ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΘΡΑΚΗΣ, ΞΑΝΘΗ 2004.