Το Χρυσοφεγγαράκι.

(Θεσσαλία)

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε τρεις αδερφές. Τη μια τη λέγαν Μήλω, την άλλη Ρόιδω και την τρίτη Χρυσοφεγγαράκι. Αυτά τ' αδέλφια πλένονταν κάθε μέρα και κοίταζαν στον καθρέφτη. Μέσα στον καθρέφτη έβλεπαν τον ήλιο και ρωτούσαν: " Ήλιε, προσήλιε, ποια είναι η καλύτερη από μας; Η Μήλω, η Ρόιδω ή το Χρυσοφεγγαράκι; " Κι ο ήλιος έλεγε: "Καλά είστε όλα, αλλά καλύτερο είναι το Χρυσοφεγγαράκι".

Την άλλη μέρα το πρωί ξαναρωτούσαν τον ήλιο. Ο ήλιος όμως πάντοτε έλεγε ότι καλύτερο απ' όλα είναι το Χρυσοφεγγαράκι. Γι' αυτό η Μήλω και η Ρόιδω θύμωσαν και σκέφτηκαν να σκοτώσουν το Χρυσοφεγγαράκι.
Μια μέρα έκαμαν μια κουλούρα στο σπίτι κρυφά και πήγαν στο δάσος να κόψουν κλαρί. Αφού έκαμαν όλα τα δεμάτια τους, έβγαλαν την κουλούρα και κάθησαν να φάνε λίγο και να ξεκουραστούν. Εκεί όμως που πήραν να κόψουν την κουλούρα, την κύλησαν κάτω μακριά στο γκρεμό, χωρίς να καταλάβει το Χρυσοφεγγαράκι. Τότε λένε: "Ποιος θα πάει να πάρει την κουλούρα; θα πας εσύ Μήλω;" "Όχι", λέει η Μήλω. "θα πας εσύ, Ρόιδω;" "Όχι", λέει η Ρόιδω. "θα πας εσύ, Χρυσοφεγγαράκι;" "θα πάω", λέει και ξεκίνησε και πήγε.
Ήταν όμως πολύ μεγάλος ο γκρεμός και νύχτωσε χωρίς να μπορέσει να βγει στην κορυφή. Καθώς προχωρούσε όμως το Χρυσοφεγγαράκι προς τα επάνω, βρήκε μια καλύβα που έμεναν σαράντα δράκοι. Μπήκε στην καλύβα το Χρυσοφεγγαράκι και κρύφτηκε κάτω από μια κοπάνα για να μην το ιδούν οι δράκοι και το φάνε. Όταν έφυγαν το πρωί, το Χρυσοφεγγαράκι βγήκε από τη σκάφη κι έκαμε όλες τις δουλειές· συγύρισε την καλύβα και το βράδυ που θα γύριζαν, ξανατρύπωσε κάτω από τη σκάφη. Ήλθαν οι δράκοι από τη δουλειά τους και τα βρήκαν όλα έτοιμα· βρήκαν και το φαγητό και έφαγαν. Μόλις μπήκαν όμως στην καλύβα κατάλαβαν ότι εκεί μέσα ήταν άνθρωπος και είπε ένας απ' αυτούς: "Ανθρώπινο κρέας μου μυρίζει". Οι δράκοι τότε θέλησαν να βρουν τον άνθρωπο και γι' αυτό την άλλη μέρα είπαν ότι θ' αφήσουμε έναν εδώ να ιδεί, ποιος είναι κρυμμένος. Έφυγαν το πρωί όλοι κι άφησαν τον τυφλό στην καλύβα. Το Χρυσοφεγγαράκι βγήκε πάλι κι έκαμε όλες τις δουλειές, χωρίς να την ιδεί ο δράκος, που ήταν τυφλός, κι όταν βράδιασε, ξανακρύφτηκε στην κοπάνα.
Γύρισαν το βράδυ οι δράκοι και τα βρήκαν όλα έτοιμα και είπαν πάλι: "Ανθρώπινο κρέας μυρίζει". Ρώτησαν τότε τον τυφλό το δράκο ποιον είδε κι εκείνος είπε: "Δεν είδα κανέναν". Την άλλη μέρα άφησαν τον κουτσό στην καλύβα. Έφυγαν το πρωί οι δράκοι κι ο κουτσός βγήκε στην αυλή να ηλιαστεί. Το Χρυσοφεγγαράκι βγήκε πάλι κι έκαμε τις δουλειές. Ο κουτσός όμως απ' έξω το είδε και μπήκε μέσα. Το Χρυσοφεγγαράκι φοβήθηκε πολύ. Αλλά ο δράκος πήγε κοντά του, το καλοπήρε, το πήρε στην αγκαλιά του και του είπε: "Πώς βρέθηκες εδώ μέσα;"
Τότε το Χρυσοφεγγαράκι τα διηγήθηκε όλα". "Καλά", είπε ο κουτσός, "το βράδυ θα έλθουν όλα τ' αδέλφια μου· αλλά εσύ μην φοβηθείς· να πας να τους φιλήσεις όλους το χέρι. Τελευταία να πας στο μεγάλο δράκο, που θα κάθεται στη γωνιά. Αυτός θα σε πάρει στην αγκαλιά του και θα σε ρωτήσει πως ήλθες εδώ. "Καλά", είπε το Χρυσοφεγγαράκι.
Ήλθαν το βράδυ οι δράκοι και κάθησαν γύρω-γύρω. Πήγε τότε το Χρυσοφεγγαράκι και τους φίλησε το χέρι. Τελευταία πήγε στο μεγάλο δράκο, που ήταν στη γωνιά. Αυτός το πήρε στην αγκαλιά του και το ρώτησε: "Πώς βρέθηκες εδώ μέσα;" Το Χρυσοφεγγαράκι είπε τότε όλη την ιστορία. Ότι πήγε με τ' αδέλφια του στο δάσος να κόψουν κλαρί και κει που κάθησαν να φάνε, κυλίστηκε η κουλούρα και κατέβηκε αυτό να την πάρει και ότι τ' αδέλφια του έφυγαν, χωρίς να ξέρει που πήγαν και βαδίζοντας στο γκρεμό, έφτασε στο σπίτι τους. "Καλά", είπε ο μεγάλος δράκος, "τώρα θα καθήσεις εδώ να μας κάνεις τις δουλειές κι εμείς θα σε παντρέψουμε και θα σου δώσουμε πολλά λεφτά".
Οι αδελφές του όμως καθρεφτίζονταν πάλι και ρωτούσαν τον ήλιο: " Ήλιε, προσήλιε, ποια είναι η καλύτερη από μας;" Κι ο ήλιος έλεγε: "Καλά είστε όλα, αλλά καλύτερο είναι το Χρυσοφεγγαράκι, που βρίσκεται στου δράκου την καλύβα". Σκέφτηκαν τότε η Μήλω κι η Ρόιδω, να πάνε να βρουν το Χρυσοφεγγαράκι και να του κάνουν κακό. Φόρεσαν άλλα ρούχα, πήραν μαζί και διάφορα πράματα, βραχιόλια, σκουλαρίκια, καρφίτσες, να τα πουλήσουν, και ξεκίνησαν να βρουν το Χρυσοφεγγαράκι. Βάδισαν, βάδισαν πολύ. Κάποτε έφτασαν στου δράκου την καλύβα και φώναξαν: "Κυρά -κυρά!" "Ορίστε", λέει το Χρυσοφεγγαράκι. "Έβγα να σε ιδούμε". "Όχι, δε βγαίνω", λέει το Χρυσοφεγγαράκι. "Έλα να ιδείς, έχουμε ωραία πράματα". Τότε βγήκε το Χρυσοφεγγαράκι στο παράθυρο και κοίταξε. Εκεί καθώς μιλούσε κι είχε το στόμα του ανοιχτό, του πετούν τ' αδέλφια του ένα δαχτυλίδι στο στόμα. Το Χρυσοφεγγαράκι πέθανε αμέσως και τ' αδέλφια του έφυγαν.
Όταν γύρισαν το βράδυ οι δράκοι στην καλύβα, βρήκαν το Χρυσοφεγγαράκι πεθαμένο. Του έκαμαν τότε ένα χρυσό κουτί και το έβαλαν μέσα· κι αυτό το κουτί, το κρέμασαν επάνω σ' ένα δέντρο, έξω από την καλύβα τους.
Ο γιος του βασιλιά πήγαινε κυνήγι και μια μέρα έφτασε ως εκεί και είδε το χρυσό κουτί που ήταν επάνω στο δέντρο. Ανέβηκε τότε ψηλά επάνω. Το δέντρο όμως κουνήθηκε κι έπεσε κάτω το κουτί. Όπως έπεσε, ταράχτηκε και βγήκε το δαχτυλίδι από το στόμα και το Χρυσοφεγγαράκι ξαναζωντάνεψε. Μόλις το είδε το βασιλόπουλο, του άρεσε πολύ και του είπε ότι θα το πάρει γυναίκα του. Όταν το βράδυ ήλθαν οι δράκοι, βρήκαν το Χρυσοφεγγαράκι ζωντανό και το ρώτησαν: "Πώς ξαναζωντάνεψες;" Είπε το Χρυσοφεγγαράκι πως ήλθε ο γιος του βασιλιά, πως αναστήθηκε και πως του είπε ότι θα το πάρει γυναίκα του. Ήλθε αργότερα το βασιλόπουλο, έκανε αρραβώνες με το Χρυσοφεγγαράκι, παντρεύτηκαν και το πήρε στο παλάτι του.
Τ' αδέλφια του ρωτούσαν πάλι τον ήλιο ποια είναι η καλύτερη κι ο ήλιος έλεγε: "Καλά είστε όλα, αλλά καλύτερο είναι το Χρυσοφεγγαράκι, που είναι στου βασιλιά το σπίτι".
Τότε ξαναφόρεσαν άλλα ρούχα, πήραν διάφορα πράγματα όπως πρώτα, και πήγαν στο παλάτι. Όταν έφτασαν εκεί, φώναξαν: "Κυρά, ε κυρά, έβγανα σε ιδούμε, έχουμε ωραία πράγματα". Βγήκε πάλι το Χρυσοφεγγαράκι από το παράθυρο και κοίταζε. Εκεί που μιλούσε, του πέταξαν μια βελόνα στο στόμα οι αδελφές του και το Χρυσοφεγγαράκι έγινε μηλιά στον κήπο. Οι αδελφές της έφυγαν. Όταν πήγαινε το παιδί της να κόψει μήλα, η μηλιά χαμήλωνε τα κλωνάρια της για να τα φτάσει· όταν πήγαινε ο βασιλιάς, πάλι χαμήλωνε η μηλιά. Όταν όμως πήγαινε η αδελφή του, που ζήλευε και μάλλωνε το Χρυσοφεγγαράκι, τότε ψήλωνε πολύ η μηλιά τα κλαριά της και δεν την άφηνε να κόψει μήλα. Γι' αυτό λέει μια μέρα η αδελφή του βασιλιά: "θα την κόψω αυτή τη μηλιά". "Όχι", λέει ο βασιλιάς, που κατάλαβε ότι αυτή ήταν η γυναίκα του, "δε θα την κόψεις", "θα την κόψω", λέει η αδελφή του. Και μια μέρα πήρε το τσεκούρι κι άρχισε να την κόβει. Εκείνη την ώρα πέρασε μια γριά και ζήτησε ένα ξύλο. Κι ο βασιλιάς, που ήταν κι αυτός εκεί, της τόδωσε. Το πήρε η γριά και πήγε σπίτι της. Εκεί, έβαλε το κρέας πάνω στο ξύλο και το κοπανούσε να το κάνει ψιλό. Όπως όμως κοπανούσε το κρέας άκουσε μια φωνή που έλεγε: "Μη με χτυπάς εδώ, γιαγιά, είν' το χεράκι μου". Τότε η γιαγιά, άνοιξε με προσοχή το ξύλο και βγήκε από μέσα μια ωραία κοπέλλα με χρυσά φορέματα, που έλαμψε όλο το δωμάτιο.
Ο βασιλιάς όμως, όταν έδωσε το ξύλο, πήγε κοντά στη γριά και κοίταζε από την πόρτα κρυφά· τα είδε όλα αυτά. Κάποια άλλη μέρα, περνούσε η γριά έξω από το παλάτι· την είδ' ο βασιλιάς και της λέει: "Γιαγιά, θέλω να με φιλέψεις στο σπίτι σου". "Α", λέει η γριά, "δεν έχω τίποτε, τι να σε φιλέψω;" "Ό,τι έχεις, θα φάω κι εγώ". Από τα πολλά δέχτηκε η γριά να τον φιλέψει· πήγε ο βασιλιάς στο σπίτι της. Μόλις είδε το Χρυσοφεγγαράκι, αμέσως τη γνώρισε, που ήταν η γυναίκα του κι ήθελε να την πάρει. Η γριά όμως δεν την άφηνε. Ήθελε να την κρατήσει σπίτι της.
Στο τέλος όμως την πήρε ο βασιλιάς και την πήγε στο παλάτι του. Κι από τότε, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Παραλλαγή που συλλέχτηκε στην Καρδίτσα Θεσσαλίας από τη Φιλίππου Αθηνά καθ' υπαγόρευση της Φιλίππου Αγλαΐας, εβδομηνταένα χρονών το 1958. Η αφηγήτρια είναι εντελώς αγράμματη. 

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.