Η καλή βασίλισσα.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το όνειρο")

Μια φορά και ένα καιρό ήτανε ένας βασιλιάς και είχε δύο παιδιά, ένα, αγόρι κι ένα κορίτσι. Αρρώστησε όμως κάποτε ο βασιλιάς και κατάλαβε το θάνατο του. Γι' αυτό εκάλεσε τα παιδιά κοντά του και τους λέει: "Παιδιά μου, εγώ θα πεθάνω. Σας αφήνω την ευχή μου να ήσαστε πάντοτε αγαπημένα".
Έτσι ο βασιλιάς πέθανε και τον κηδέψανε και εμείνανε τα παιδιά μοναχά τους. Εζούσανε πάντοτε αγαπημένα και κάθε φορά που έφευγε ο αδελφός πάντοτε φιλούσε την αδελφή του. Μια βραδιά η κόρη είδε στον ύπνο της, ότι έσπασαν τα ξύλα της σκεπής και την επροσκυνούσανε.
Το πρωί που ξύπνησε, το είπε στον αδελφό της. Αυτός εσκέφτηκε πως ίσως η αδελφή του θα παντρευτεί και θα πάρει κανένα πιο πλούσιο από αυτόν και την εφθόνησε. Εσκέφτηκε λοιπόν να την κλείσει στα πιο σκοτεινά μέρη του παλατιού και διέταξε να της δίνουνε κάθε εικοστέσσερες ώρες λίγο νερό και λίγο ψωμί, για να πεθάνει. Επέρασε καιρός και αυτός επαντρεύτηκε και έδωσε στην γυναίκα του όλα τα κλειδιά του παλατιού. Αυτή άνοιξε όλες τις πόρτες αλλά εκείνη που ήτανε η βασιλοπούλα δεν την άνοιξε, γιατί δεν της είχε δώσει το κλειδί. Αλλά εκείνη είπε: "Γιατί δεν μου έδωσε το κλειδί αυτηνής της πόρτας, αφού μου έδωσε όλα τα άλλα". Δεν είπε όμως τίποτα αλλά σκέφτηκε να ψάξει όλες τις τσέπες του ανδρός της. Το βράδυ λοιπόν, που έπεσε αυτός να κοιμηθεί, του έψαξε τις τσέπες και βρήκε το κλειδί. Την άλλη μέρα το πρωί, μόλις έφυγε ο βασιλιάς, επήγε και άνοιξε την πόρτα και ευρήκε μια πεντάμορφη κόρη, ίσα που ανάπνεε με κάτι κουρελιασμένα ρούχα. Χωρίς να πει σε κανένα τίποτα την εσυνέφερε, της έδωσε ρούχα να ντυθεί και της λέει: "Κόρη μου, γιατί είσαι εδώ μέσα;" "Αχ, της λέει αυτή, και που να ήξερες". "Πες μου όλα τα μυστικά σου και εγώ είμαι για σένα", της απαντά η βασίλισσα. Κάθεται λοιπόν αυτή και της λέει την ιστορία της.
Εξακολούθησε μετά η βασίλισσα να την περιποιείται χωρίς να ξέρει κανείς τίποτα. Κάποτε έκανε τραπέζι ο βασιλιάς του κάτω κόσμου. Λέει τότε η βασίλισσα στην κόρη. "θα σε ετοιμάσω και θα πας στο τραπέζι που κάνει ο βασιλιάς του κάτω κόσμου". Της έφτιαξε στολή βασιλίκια και της έδωσε και το καλύτερο άλογο του αδελφού της και της είπε: "Να πας να καθήσεις στο τραπέζι, αλλά την τάδε ώρα να έρθεις, θα σε περιμένω στο παράθυρο, για να μην ξυπνήσει ο αδελφός σου, που τον έχω κοιμήσει". Επήγε αυτή στο τραπέζι και εγύρισε στην ώρα της και μετά την κλείδωσε πάλι στο δωμάτιο της η βασίλισσα και πήγε ύστερα και κοιμήθηκε δίπλα στον βασιλιά. Ο βασιλιάς ήτανε φίλος του βασιλιά του κάτω κόσμου και του λέει ο βασιλιάς του κάτω κόσμου ο φίλος του: "Ήρθε μια νέα, που αν δεν την πάρω για γυναίκα μου, θα τρελλαθώ. Και ήρθε μόνη της και έφυγε μόνη της". Του λέει τότε ο βασιλιάς: "Όταν έρθει, να την κρατήσεις να κοιμηθείτε μαζί". Έπειτα από λίγες μέρες, έκαμε πάλι τραπέζι ο βασιλιάς του κάτω κόσμου. Λέει τότε η βασίλισσα στη βασιλοπούλα: "Σου έφτιαξα ένα νυχτικό από πάνω έως κάτω με κουμπιά, θα πας λοιπόν στο τραπέζι και αν σου πει ο βασιλιάς του κάτω κόσμου να κάτσεις να κοιμηθείτε, να κάτσεις και όταν αποκοιμηθεί αυτός, εσύ να ξεκουμπώσεις τα κουμπιά και να αφήσεις το νυχτικό και να φύγεις". Επήγε αυτή στο τραπέζι, όπου ο βασιλιάς της χάρισε το δαχτυλίδι του, εκοιμήθηκαν μαζί και, όταν αποκοιμήθηκε ο βασιλιάς, αυτή άφησε το νυχτικό της χ,αι έφυγε και επήγε στο δωμάτιο της στο παλάτι και έμεινε έγκυος. Επέρασε σιγά σιγά ο καιρός και μαζί μ' αυτόν και οι εννέα μήνες για να γεννήσει. Επειδή όμως εφώναζε και βογγούσε, για να μην ακούγεται, διάταξε η βασίλισσα και έφεραν ένα φόρτωμα σπάρτα, ανάβει το φούρνο και τα πετάει μέσα. Έτσι λοιπόν, έσκαγαν τα σπάρτα και εσκέπαζαν τις φωνές της βασιλοπούλας, ώσπου γέννησε ένα χαριτωμένο αγοράκι. Η βασίλισσα ετοίμασε το παιδί μέσα σε μια κόφα με άνθη, έβαλε επάνω το δακτυλίδι και το έστειλε στο βασιλιά του κάτω κόσμου. Βλέποντας το αυτός είπε αμέσως: "Α! το παιδάκι μου". Και αμέσως κάλεσε τις γυναίκες να το θηλάσουν αλλά όμως σε καμιά δεν έπιανε. Λέει τότε ο βασιλιάς του κάτω κόσμου: "Σε οποίαν πιάσει και θηλάσει θα την πάρω γυναίκα μου". Ο βασιλιάς τότε λέει στη γυναίκα του τη βασίλισσα: "Να ιδείς τι γίνεται στο παλάτι του κάτω κόσμου. Πάμε και εμείς να ιδούμε;" "Πάμε", του είπε αυτή. Είχε φτιάξει όμως στη βασιλοπούλα στολή βασιλίκια πάρα πολύ πιο καλύτερη από την πρώτη και της λέει: "θα πας στο βασιλιά του κάτω κόσμου που στείλαμε το παιδί, θα πάρεις το καλύτερο άλογο του αδελφού σου και την καλύτερη στολή και θα έρθεις. Εσύ μόλις πάρεις το παιδί στα χέρια σου, γιατί αυτό έκλαιγε συνέχεια και δε σταματούσε, θα του ειπείς:
"Νάνι νάνι νάνι σου
στα σπάρτα γεννημένο
στα ρόδα στα τριαντάφυλλα
στου βασιλιά στελμένο".
Επήγε πρώτα ο βασιλιάς και η βασίλισσα και μετά ήρθε και αυτή στο άλογο καβάλα και ο πρώτος που βγήκε να την υποδεχτεί ήταν ο αδελφός της. Την επροσκύνησε και της έδωσε το χέρι για να κατέβει από άλογο και έτσι ξεδιάλυνε το όνειρο της βασιλοπούλας. Επήρε αυτή το παιδί στα χέρια της και το νανούρισε και αυτό σταμάτησε να κλαίει. Έπειτα το έβαλε στο στήθος της και έπιασε, και τότε ο βασιλιάς του κάτω κόσμου είπε: "Αυτή είναι η γυναίκα μου". Αρχινήσανε τότε διασκεδάσεις, όργανα και χοροί και μετά έγινε τραπέζι. Και όπως διασκεδάζανε, η βασίλισσα είπε να πει ο καθένας τι του συνέβηκε στη ζωή. Αυτή πρώτη έκαμε την αρχή και είπε όλη την ιστορία αυτή και τελειώνοντας λέει: "Τι να κάνουμε αυτουνού που καταδίκασε την αδελφή μου", και έδειξε τον άντρα της τον βασιλιά, "θάνατος! θάνατος!" όλοι εφώναξαν. Αλλά ο βασιλιάς του κάτω κόσμου, που ήτανε φίλος του, είπε: "Ας του χαρίσουμε τη ζωή και ας τον στείλουμε εξόριστο". Και τον στείλανε εξόριστο σε άλλο μακρινό νησί και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. 

Παραλλαγή που συλλέχτηκε από τον Μακεδόνα Κωνσταντίνο στην Πάτρα. Αφηγητής Μ Παρασκευόπουλος, ετών 60, το 1960. 

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.