Τα δύο αδέλφια.

(Θεσσαλία)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δύο αδέλφια. Ο ένας ήταν πλούσιος και ο άλλος φτωχός. Ο φτωχός ήταν δυστυχής και δούλευε στα κτήματα του αδελφού του. Είχε δύο αγόρια και ο πλούσιος είχε ένα. Το παιδί του πλούσιου πήγαινε κάθε μέρα στο σπίτι των φτωχών παιδιών και η θεία του του έδινε και έτρωγε. Όταν γύριζε στο σπίτι, η μητέρα του του έδινε φαγητό, αλλά αυτό ήταν χορτάτο και δεν έτρωγε. Μια μέρα, ο φτωχός πήγε στον αδελφό του και του ζήτησε δουλειά. Επειδή όμως πήγαινε πολλές φορές, ο πλούσιος του αγόρασε ένα κτήμα και έτσι τον ξεφορτώθηκε.

Ο φτωχός όμως ήταν πολύ εργατικός και περιποιόταν το κτήμα. Μια μέρα, σκάβοντας, βρήκε ένα κιούπι με φλουριά. Δεν μπόρεσε να τα κρατήσει και τα πήγε στον αδελφό του, επειδή του τόχε χαρίσει το κτήμα. Ο πλούσιος όμως δεν το δεχόταν εφόσον ήταν εύρημα του αδελφού του. Και ο φτωχός με κανένα τρόπο δεν ήθελε να τα κρατήσει τα φλουριά.
Αποφασίζει να αποχωρήσει από το κτήμα και πηγαίνει μόνος του να βρει την τύχη του. Εκεί που βάδιζε μια μέρα μέσα στο δάσος, βρήκε έναν βοσκό. Ο βοσκός του είπε: "Πού πας από δω άνθρωπε μου;" "Πάω να βρω την τύχη μου", αποκρίθηκε ο φτωχός. Ο βοσκός τότε τον συμβουλεύει ότι για να βρει την τύχη του πρέπει να βαδίσει πολύ μακριά.
Ξαναπαίρνει ο φτωχός το δρόμο του και βρίσκει μια γριά σε μια φτωχή καλύβα. Η γριά του λέει πως για να βρει την τύχη του, πρέπει να φτάσει σ' έναν πύργο όπου βρίσκονται πολλά λεοντάρια, αλλά να μη φοβηθεί. Προχωρώντας στο δρόμο θα βρει μια σιδερένια πόρτα, θα την ανοίξει και θα μπει μέσα και θα βρει μια μικρή λίμνη, όπου θα κάθεται μια πεντάμορφη και για καθρέφτη θα χρησιμοποιεί τη λίμνη. Εάν η κοπέλα του μιλήσει, να μην την πιστέψει. Να την πιάσει από τα μαλλιά και να της βουτήξει δύο φορές στη λίμνη το κεφάλι. Εάν τον ρωτήσει η πεντάμορφη, τι θέλει, να της πει ότι έρχεται από μακριά για να βρει την τύχη του. θα την παρακαλέσει να τον βοηθήσει. Πράγματι, έτσι και έγινε. Προχώρησε ο φτωχός και του συνέβησαν τα πράγματα όπως τα είπε η γριά. Ο φτωχός όμως, αντί να βουτήξει δύο φορές την πεντάμορφη όπως του είπε η γριά, τη βούτηξε τρεις φορές στη λίμνη. Η κοπέλα κουράστηκε και αναγκάστηκε να δώσει το θησαυρό που είχε στη λίμνη. Γυρίζει τότε ο φτωχός ευχαριστημένος με το χρυσάφι. Περνώντας για το σπίτι του, δίνει στη γριά μερικά φλουριά. Στο δρόμο βρίσκει και το βοσκό και δίνει και σε τούτον μερικά.
Όταν έφτασε στο σπίτι του, η οικογένεια του χάρηκε και με τα φλουριά μπόρεσε να χτίσει ένα σπίτι.
Μια μέρα ο πλούσιος πήγε να επισκεφθεί τον αδελφό του και τον ρωτά πως έγινε τόσο πλούσιος. Ο αδελφός του του τα εξήγησε όλα. Ο πρώην φτωχός επιστρέφει όλα τα λεπτά που είχε πάρει από τον αδελφό του και έτσι έζησαν καλά.

Παραλλαγή που συλλέχτηκε από τη Φωτεινή Τσιούφη το 1956 σε ένα χωριό της Θεσσαλίας. Αφηγήτρια μια γυναίκα 85 περίπου χρονών. 

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.