Βρεμένα ‘ναι για ξερά;

Μιαν φορά ήταν ένας τεμπέλης, από τους πιο μεγάλους τεμπέληδες του κόσμου. Ο αθεόφοβος εφοβούντον τη δουλειά όσο δεν εφοβούντον το διάολο. Αν τον έδινες ψωμί, έτρωε, αν δεν τον έδινες εμπορούσε να ψοφιάσει από την πείνα. Μιαν ημέραν, ήταν βασιλεμένος ο ήλιος κι αυτός δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα του. Την άλλη μέρα για να μην τόνε βιάσει η πείνα να δουλέψει, εσκέφτηκε να κάμει τον πεθαμένο στα ψέματα.
«Πιο καλά να με θάψουνε», είπε μέσα του, «παρά να με δώκουν δουλειά». Τον είδαν οι γειτόνοι ξαπλωμένο στη στρώση του και σκεβρωμένο, τον εθάρρεψαν για νεκρόν κι εφώναζαν τους παπάδες να τον πάρουνε. Στο δρόμο που πήγαινεν το λείψανον του τεμπέλη, μια γυναίκα είδεν τον πεθαμένον, τον ελυπήθηκε κι είπεν από το παναθύρι της: «Ο κακόμοιρος! Από την πείναν του θα πέθανεν! Που να το ‘ξερα εχτές να τόνε στείλω κάμποσα παξουμάδια που ‘χω». Ο τεμπέλης από το σεντούκι του από μέσα, σαν άκουσεν τα λόγια της καλόκαρδης γυναίκας, άνοιξεν τα μάτια του κι ερώτηξεν: «Βρεμένα ‘ναι τα παξουμάδια για ξερά;» «Ξερά», τον λέει η γυναίκα. «Ε, τότες ψάλλετε παπάδες, ψάλλετε», λέει ο τεμπέλης και σφαλά τα μάτια του. Ο γουρσούζης επροτίμησεν να θαφτεί ζωντανός, παρά να κάμει τον κόπο να μουσκέψει τα παξουμάδια.

Κώστας Καφαντάρης - Ελληνικά λαϊκά παραμύθια (βιβλίο πρώτο), Εκδόσεις Ποταμός