Μία ιστορία για τις ιστορίες.

(Ινδία)

Ένα καλοκαιριάτικο βράδυ, τα πολύ παλιά χρόνια, ο θεός Σίβα και η πανέμορφη γυναίκα του, η Παρβάτι, κάθονταν στο παλάτι τους στον ουρανό. «Θέλω να μου πεις μια ιστορία», είπε η θεά στον άντρα της.
«Μετά χαράς, αγάπη μου», απάντησε ο Σίβα.
«Όχι όμως μια οποιαδήποτε παλιά ιστορία», σούφρωσε τα χείλια της η Παρβάτι. «Θέλω μία ειδικά για μένα. Κάποια που να μην την έχει ξανακούσει κανείς στην οικουμένη».
Έτσι, Ο Σίβα είπε στην Παρβάτι μια ιστορία.
Η ιστορία ήταν ωραία και η θεά είχε απορροφηθεί εντελώς, από την αρχή μέχρι το τέλος. «Αυτή είναι η καλύτερη ιστορία που έχω ακούσει ποτέ μου», ξεφώνισε από χαρά. «Πες μου άλλη μία».


Ο θεός γέλασε και της είπε ακόμα μία, κι έπειτα κι άλλη, κι άλλη, μέχρι που τα μάτια της Παρβάτι βάρυναν  από τη νύστα και σύντομα αποκοιμήθηκε.
Αλλά η θεά δεν ήταν η μόνη που άκουσε τις ιστορίες. Ένας από τους υπηρέτες του Σίβα είχε έρθει να τον δει. Όταν άκουσε τον αφέντη του να μιλάει, στάθηκε για λίγο έξω από την αίθουσα, μη θέλοντας να τον διακόψει. Κρυφάκουσε την αρχή της πρώτης ιστορίας και καταγοητεύτηκε. Ανήμπορος ν΄ απομακρυνθεί, άκουσε τη μια ιστορία μετά την άλλη, ακουμπώντας τ΄ αφτί του στην πόρτα, για να μη χάσει ούτε λέξη.
Μόλις ο Σίβα τελείωσε, ο υπηρέτης έτρεξε στο σπίτι του, πλημμυρισμένος από επιθυμία να μοιραστεί αυτούς τους υπέροχους μύθους. Η πρώτη ιστορία άρεσε τόσο πολύ στη γυναίκα του, που τον ανάγκασε να μείνει ξύπνιος ολόκληρη τη νύχτα, για να της πει και τις υπόλοιπες.
Η γυναίκα του υπηρέτη δούλευε στο παλάτι, σαν καμαριέρα της Παρβάτι. Την ώρα που χτένιζε τα  μαλλιά της θεάς το επόμενο πρωί, το κεφάλι της ήταν γεμάτο από τις καταπληκτικές ιστορίες που είχε ακούσει. Για να διασκεδάσει την κυρά της, η υπηρέτρια άρχισε να τις αφηγείται.
Η Παρβάτι άκουσε για μερικά λεπτά, κατόπιν σηκώθηκε και όρμησε έξω από το δωμάτιο. Ήταν έξαλλη. Πηγαίνοντας στον άντρα της φώναξε: «Υποσχέθηκες να μου πεις ιστορίες που κανένας δεν είχε ξανακούσει ποτέ!».
«Ναι», είπε ο Σίβα δείχνοντας μπερδεμένος. «Κι αυτό ακριβώς έκανα».
«Ακόμα και η καμαριέρα μου γνωρίζει αυτές τις ιστορίες», φώναξε η Παρβάτι.
Ο Σίβα ζήτησε να φωνάξουν την καμαριέρα αμέσως. «Ποιος σου είπε αυτές τις ιστορίες;», ρώτησε.
«Ο άντρας μου», είπε η καμαριέρα ντροπαλά.
Έτσι, ο Σίβα κάλεσε τον άντρα της. «Που βρήκες τις ιστορίες;», ρώτησε με μάτια που έβγαζαν σπίθες.
Με γόνατα κομμένα από τον τρόμο, ο υπηρέτης εξομολογήθηκε: «Δεν το ήθελα. Άκουσα κατά λάθος ένα μικρό κομμάτι στην αρχή, και μετά δεν άντεχα να μην ακούσω το υπόλοιπο. Λυπάμαι που τις είπα και στη γυναίκα μου», πρόσθεσε. «Αλλά οι ιστορίες ήταν τόσο ωραίες, που δεν μπορούσα να κρατηθώ».
«Αφού είναι έτσι», είπε θυμωμένη η Παρβάτι, «μπορείς να πας και να τις πεις σ΄ όλο τον κόσμο. Και μην τολμήσεις να επιστρέψεις, παρά μόνο όταν τις μάθει και ο τελευταίος άνθρωπος στον πλανήτη».
Έτσι, ο φτωχός υπηρέτης εκδιώχτηκε από τον παράδεισο.
Περιπλανήθηκε στη γη, λέγοντας τις ιστορίες που είχε ακούσει σε όποιον συναντούσε.
Κι απ΄ όσο γνωρίζουμε, ίσως ακόμα να τις αφηγείται...

Ιστορίες από την Ινδία, Anna Milbourne-Lina Edwards, μετάφραση Κατερίνα Παπαδημητρίου, εκδόσεις Άγκυρα