Η αστράμαξα.

(Αρμενία)

Ήτανε και δεν ήτανε, ένας ψαράς ήτανε. Αυτός ο ψαράς άναψε λοιπόν μια νύχτα την λάμπα του, φορτώθηκε τα δίχτυα του στον ώμο και κατέβηκε στη θάλασσα Βαν**. Στον ουρανό επάνω άστραφταν αμέτρητα αστέρια. Αστέρια άστραφταν και μες στη θάλασσα.
"Ωραία θάλασσα! Και τι γαλήνια που είναι απόψε!" ψιθύρισε ο ψαράς και μπήκε στη βάρκα του. Κρέμασε στην πλώρη τη λάμπα και άρχισε με τα κουπιά του να ξεφυλλίζει, λες, σελίδα τη σελίδα, φύλλο το φύλλο, όπως κάνει κανείς με τις ευαίσθητες σελίδες ενός μεγάλου παλιού βιβλίου, τις σελίδες της θάλασσας. Τράβηξε κουπί ώρα πολλή.

"Εδώ έχει πολλά ψάρια", είπε στο τέλος και στάθηκε. Χαλαρά και ήρεμα έριξε τα δίχτυα στη θάλασσα. Περίμενε ώρα πολλή και ύστερα τράβηξε τα βαριά πια δίχτυα πάνω στη βάρκα. Μα τι να δει; Αστέρια! Πολλά αστέρια! Γεμάτα τα δίχτυα του μ' αστέρια!
 "Τι να τα κάνω εγώ τ' αστέρια; Εγώ θέλω ψάρια μέσα στα δίχτυα μου! Τι να τα κάνω εγώ τ' αστέρια;" μουρμούρισε ο ψαράς. Σαν έφτασε στη στεριά, φόρτωσε τα γεμάτα μ' αστέρια δίχτυα στην πλάτη του, και περπατώντας κάτω απ' το σκοτεινό κι αφέγγαρο ουρανό, τράβηξε γραμμή για το σπίτι.
"Ε, γυναίκα, έβγα έξω, έφερα αστέρια!", φώναξε ο ψαράς.
"Μα τι ατυχία και τούτη! Να ρίξω τα δίχτυα και να βγάλω αστέρια; Τι να τα κάνω εγώ τ' αστέρια;" μουρμούρισε πάλι πικραμένος.
Στο μεταξύ, βγήκε έξω η γυναίκα του.
"Ω, τι ωραία που είναι! Ω, τι λαμπερά!" είπε, και άρχισε να γελά. Γέλασε και χόρεψε, χόρεψε κι αγκάλιασε τον άντρα της, τον αγκάλιασε και τον γέμισε φιλιά.
"Ω, τι ωραία που είναι! Τι να τα κάνω εγώ τα ψάρια;" φώναξε και βάλθηκε να χαζεύει τ' αστέρια. Τα έβαλε γύρω απ' το λαιμό της, τα κρέμασε δυο - δυο στ' αυτιά της, τα πέρασε στα δάχτυλά της και κόλλησε κι από ένα στα κέρατα της κατσίκας της.

 Σαν ξημέρωσε, ο ψαράς γέμισε την άμαξά του με τ' αστέρια και βγήκε στο δρόμο για να τα πουλήσει.
"Αστέρια, αστέρια....πολύ φτηνά αστέρια..."
Δρόμο το δρόμο, στενό το στενό, φώναζε ο ψαράς. Οι χωρικοί δεν πίστευαν στ' αυτιά τους, έσκυβαν ν' ακούσουν καλύτερα τι διαλαλούσε.
Πρώτες κάποιες γυναίκες του χωριού φώναξαν τον ψαρά στις πόρτες τους:
" 'Ει, ψαρά-αγπάρ***, θα μου δώσεις αστέρια;"
"Έι, ψαρά - αγπάρ, κοίτα τι ωραία που είμαι! Και είμαι μόνη μου εδω...Έλα, έλα σιμά μου!"
"Αχ, ψαρά-αγπάρ, δεν έχω λεφτά. Θα μου δώσεις όμως αστέρια;"
Έτσι τον παρακαλούσαν, όλο νάζια, οι γυναίκες που δεν είχαν λεφτά.
Έδινε ο ψαράς, μα....μόνο σε όσους είχαν χρήματα.

 Πήρε ο αμαξάς ένα ζευγάρι αστέρια και τα έβαλε στα κούτελα των δύο αλόγων του. Πήρε ο ζευγάς και τα κρέμασε στους λαιμούς των βοδιών του. Πήρε ο γαλατάς και τα έδεσε στην πλάτη της αγελάδας του. Πήρε ο βοσκός και τα χάρισε στην πιο παχιά του προβατίνα. Πήραν πολλοί. Πήραν πολλά. Και οι γυναίκες πήραν, τα έβαλαν εδώ, τα έβαλαν εκεί, τα κρέμασαν όπου πήγαινε το μάτι τους, τα κόλλησαν παντού, μέχρι και στα παπούτσια τους.
"Αστέρια, αστέρια! Πολύ φτηνά αστέρια!"

 Στην άκρη του χωριού, σ' ένα φτωχικό καλύβι, εκείνο τον καιρό ζούσε μόνος κι έρημος ένας τραγουδοποιός. Στο χωριό όλοι τον φώναζαν ποιητή. Ο φτωχός ο ποιητής, εκτός από μια κιθάρα που κρεμόταν στον τοίχο, δεν είχε τίποτ' άλλο. Σαν άκουσε, εκείνο το πρωί, την φωνή του ψαρά, άρπαξε την κιθάρα και βγήκε στο κατώφλι της πόρτας του. Και τότε, πάνω στην άμαξα είδε όλα εκείνα τα αστέρια. Ουράνια αστέρια. Αληθινά αστέρια, που βρέθηκαν μπροστά στην πόρτα του! Ενώ μέχρι τότε, ο ποιητής, πάντα κουρελής και πεινασμένος,  έβλεπε τα μακρινά αστέρια από κοντά μοναχά στα όνειρά του.
Με την κιθάρα στο χέρι και με παράπονο στη φωνή, είπε ο ποιητής:
" Έι, ψαρά-αγπάρ! Σου τραγουδάω ένα τραγούδι - μου δίνεις ένα αστέρι;"
" Όχι, δε σου δίνω!"
" Έι, ψαρά-αγπάρ, δεν έχω λεφτά. Σου τραβώ την άμαξα - μου δίνεις ένα αστέρι;"
" Όχι, δε σου δίνω!"
"Έι, ψαρά-αγπάρ, η ζωή μου η ζωή σου, η κιθάρα μου δική σου. Μου δίνεις ένα αστέρι;"
" Όχι είπα, δε σου δίνω! Τι να την κάνω εγώ την κιθάρα;"
Με τα πόδια γυμνά, με την κιθάρα στον ώμο, κουρασμένος και ιδρωμένος, ο άμοιρος ο ποιητής ακολουθούσε την άμαξα.
Βγήκε ο ψαράς με την άμαξά του έξω απ' το χωριό, μπήκε σε άλλο. Πέρασε χωράφια κι αμπέλια, πέρασε δρόμους και γεφύρια. Πούλησε τ' αστέρια του σε άντρες και σε γυναίκες, σε βοσκούς και σε γεωργούς, σε μαστόρους και σε εμπόρους. Λίγα μονάχα του είχαν απομείνει.
" Έι, ψαρά-αγπάρ, ν'αγγίξω ένα αστέρι, να το πάρω στο χέρι μου, μόνο για λίγο..." παρακαλούσε κουρασμένος ο ποιητής με τη γλυκιά φωνή.

Ήτανε πια βράδυ, ο ήλιος είχε δύσει, όταν, με τον ποιητή πάντα πίσω του, κίνησε ο ψαράς για το σπίτι.
Με μιας, από τα σκοτεινά πηγάδια σηκώθηκε αέρας δυνατός κι άρχισε να στροβιλίζεται γοργά μες στο χωριό, και να μαζεύει ένα ένα τ' αστέρια - από των αλόγων τα κούτελα, από των βοδιών τους λαιμούς, από της αγελάδας την πλάτη, από της προβατίνας τ' αυτιά, από των γυναικών τα ρούχα. Κι ύστερα, από τις καμινάδες κι από τα παράθυρα κι από τις μισάνοιχτες πόρτες, τ' αστέρια όλα, με τον αέρα, πέταξαν στον ουρανό. Και σαν έφτασαν εκεί, το κάθε αστέρι πήγε και κάθισε στη θέση του.
"Βοήθεια! Σεισμός! Βοήθεια!"
"Το σπίτι μας κουνήθηκε συθέμελα!"
Έτσι φώναζαν οι χωρικοί κι έτρεχαν σα χαμένοι στους δρόμους.
"Χαθήκανε τ' αστέρια μας, χαθήκανε! Που να πήγανε;"
"Βρε τον ψαρά τον άτιμο, το γητευτή, το μάγο!"
Έτσι είπαν και σκόρπισαν στις τέσσερεις άκρες του χωριού, να βρούνε τον ψαρά.
" Έι ζευγά, έι νερουλά, μην είδατε τον ψαρά;"
"Ναι, τον είδα τον ψαρά. Τραβούσε προς το γεφύρι πουλώντας αστέρια κι από πίσω του έτρεχε κι εκείνος ο αλλοπαρμένος".
"Α, μα ναι, τον είδα τον ψαρά κοντά στους μύλους. Είχε ξεπουλήσει τ' αστέρια του και γυρνούσε στο χωριό".

 Πάνω εκεί, ο γαλάζιος αέρας το γύρισε σε θύελλα και καταιγίδα.
Η θύελλα πέρασε πάνω από την άμαξα του ψαρά και τα λίγα αστέρια που είχαν απομείνει εκεί, τα πήρε κι αυτά και τα πήγε στον ουρανό. Να! εκεί στο βορρά. Αρχίζουνε από το πολικό αστέρι κι απλώνονται στον ουρανό, έτσι όπως είχαν απλωθεί και πάνω στην άμαξα.
Και η καταιγίδα - καταιγίδα με αστραπές και με βροντές - άστραψε και βρόντηξε! Κι ένιωσε ο ψαράς ένα καυτό ρεύμα να τον διαπερνά. Τινάχτηκε. Μαύρισε. Πέτρωσε. Και σαν ήρθαν οι χωρικοί κοντά στην πηγή, εκεί που στέκουν τώρα τα βράχια, βρήκανε τον ψαρά πετρωμένο και δίπλα του την άμαξα - μαύρη, πετρωμένη κι αυτή.
Κι ο ποιητής; Ο ποιητής με τη θύελλα έγινε στρόβιλος, με το στρόβιλο έγινε αέρας, και σαν αέρας χάθηκε...Τ' αστέρια του έδωσαν ένα ζευγάρι φτερά. Τον πήραν και τον πήγανε απάνω. Τον πήγανε απάνω, να τους τραγουδά. 


Κουήν Μινασιάν, "Παραμύθια από την Αρμενία"
Πηγή: http://skylore.blogspot.gr

* Αστράμαξα, αστερένια άμαξα (ασντγαγκάν σάιλ) είναι μία από τις λαϊκές αρμένικες ονομασίες των αστερισμών της Μικρής και της Μεγάλης Άρκτου.
**Θάλασσα Βαν ονομάζουν πολλοί την λίμνη Βαν, τη μεγάλη ιστορική λίμνη της Αρμενίας, που σήμερα ανήκει στην Τουρκία.