Ο λύκος με τα δύο πόδια.

(Πομάκικο παραμύθι)

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένας που είχε πολλά ζώα. Δε μπορούσε να τα βοσκήσει και δεν είχε γυναίκα να τον βοηθάει. Και κάθε εβδομάδα του κλέβουν από μια κατσίκα. Κι αυτός πάει σε ένα χωριό για να ψάξει να βρει τσοπάνο. Kαθώς ρωτούσε στο χωριό βγαίνει ένας γέρος και του λέει:
- Μη ρωτάς σε αυτό το χωριό. Θα σε γελάνε γιατί είναι όλoι διαβασμένοι.
Κι αυτός φεύγει. Περπατώντας στο δρόμο, συναντάει έναν άνθρωπο και του λέει:
- Καλημέρα!
Και ο άνθρωπος τον ρωτάει:

- Eσύ από πού έρχεσαι στραβά από εδώ;
- Δεν έχει τίποτα. Πήγα να ψάξω να βρω κανένα τσοπάνο. Αλλά είναι στο χωριό όλοι διαβασμένοι.  Δεν έχει. Πάω σε άλλο χωριό να δω.
Και ο άνθρωπος τού λέει:
- Εγώ σου κάνω;
Κι αυτός τού λέει:
- Γιατί δε μού κάνεις; Άμα θέλεις,  έλα. 
Και αυτός τού λέει:
- Πόσο θα με πληρώνεις το μήνα;
- Από μια κατσίκα θα σου δίνω και θα σε ταΐζω και θα σε ντύνω.
Και αυτός λέει:
- Εντάξει, αλλά άκου τι θα σού πω. Aν τύχει κάποτε και κανένας λύκος φάει κανένα ή αν κάποιοι κλέφτες κλέψουνε, δε θα με μαλώνεις.
Και ο νοικοκύρης λέει «εντάξει». Αλλά αυτός ήταν που έκλεβε. Γι αυτό τού έλεγε  «αν τύχει και φάει ο λύκος ή αν κλέψει κανένας δε θα μαλώνεις». Και αυτός πήγε για ένα χρόνο να βόσκει και έλεγε μόνος του:
- Δώδεκα μήνες, δώδεκα κατσίκια και κάθε μέρα από μία θα κλέβω και θα πουλάω και θα βάζω τα λεφτά στην άκρη. Όταν συμπληρώσω χρόνο με αυτά τα λεφτά θα αγοράσω άλλες κατσίκες, κι εγώ να έχω πολλά και να ζήσω τα παιδιά μου. 
Kαι έτσι κι έκανε. Όταν συμπλήρωσε το χρόνο ο νοικοκύρης τού δίνει δώδεκα κατσίκες  και τού λέει:
- Φύγε τώρα,  γιατί αν κάτσεις άλλο ένα χρόνο όλες τις κατσίκες θα τις φάνε.  Και στο τέλος κι εμένα θα με φάνε.
Και ο τσοπάνης πάει και αγοράζει με τα λεφτά και άλλα κατσίκια και άρχισε να τα βοσκάει
Και λέει στο νοικοκύρη:
- Eγώ πιο πολλά ζώα θα κάνω από σένα. Εσένα σου τα κλέβουνε και λύκοι με δύο πόδια.
Kαι ο νοικοκύρης τού λέει:
- Aφού τα τρώγανε λύκοι με δυο πόδια, εύχομαι και τα δικά σου να τα φάνε λύκοι με τέσσερα πόδια κι εσένα μαζί, εφόσον έκανες αυτή τη δουλειά.
Kαι μέσα σε ένα μήνα πραγματικά βγήκαν πολλοί λύκοι και έφαγαν όλα τα ζώα και αυτόν μαζί.
Και ο νοικοκύρης κατάλαβε ότι αυτός έκλεβε.
Αφού τον έφαγαν οι λύκοι, σταμάτησαν να χάνονται κατσίκια. Και η γυναίκα του κλέφτη έμεινε χήρα και πήρε το νοικοκύρη. Και μετά αυτή του λέει:
- Αυτός σου έκλεβε κάθε μέρα τα κατσίκια. Αλλά ο Θεός τον τιμώρησε στο τέλος. Και τις κατσίκες και αυτόν τον ίδιο τους έφαγαν όλους μαζί. 

Από το βιβλίο του Νικολάου Θ. Κόκκα «Uchem so Pomátsko – Μαθήματα Πομακικής Γλώσσας»  τεύχος  Β’, Πολιτιστικό Αναπτυξιακό Κέντρο Θράκης 2004.