Οι τρεις κόρες.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Τα τρία χρυσά παιδιά")

Μια φορά κι έναν καιρό ένας γέρος είχε τρεις κόρες και εργαζόσαντε. Και ο βασιλιάς επρόσταξε να μη φαίνεται φως σε κανένα σπίτι. Αυτές εργαζόσαντε την ημέρα έξω και την νύχτα εργαζόσαντε με το φως. Επηγαίνανε στο υπόγειο κλείνανε το παράθυρο για να μη φαίνεται το φως. Κι ένας σκοπός του βασιλιά πέρναγε την νύχτα για να ιδεί αν υπάρχει φως. Εκεί τα κορίτσια του γέρου ελέγανε αστεία. Και άκουσε ο σκοπός:
"Αχ! αν με παντρευότανε ο βασιλιάς θα έκανα ένα χαλί να πατάει ο στρατός", είπε η μεγάλη. Η άλλη: "Αχ! αν με παντρευότανε ο βασιλιάς θα τούκανα μια πίτα να φάει ο στρατός". Και η άλλη: "Αχ! αν με παντρευότανε ο βασιλιάς θα τούκανα σαράντα παιδιά". Ο σκοπός τάκουσε και τάπε στο βασιλιά. Κι ο βασιλιάς παρήγγειλε να έρθουν οι κόρες μαζί με τη μάνα τους. Οι κόρες πήγανε και ο βασιλιάς ερώτα γε να μάθει τι λέγανε. "Εμείς δεν είπαμε τίποτα" είπανε τα κορίτσια φοβισμένα, "θέλω αυτή πούπε ότι θάκανε σαράντα παιδιά", απήντησε ο βασιλιάς. Τότε φανερώθηκε η κόρη και την παντρεύτηκε ο βασιλιάς. Και μια φορά εγίνηκεν πόλεμος και επήγε ο βασιλιάς. Άφησε την γυναίκα του μαζί με την μάνα του. Η γυναίκα του βασιλιά γέννησε τα σαράντα παιδιά. Η μάνα του από κακία τα επήρε και της έβαλε σαράντα κουτάβια. Και την νύφη την έχτισε στο νεροχύτη και εφαινότανε το κεφάλι της. Τα παιδιά τάθαψε στην αυλή. Και κει γίνανε τριανταφυλλιές και εμύριζε όλος ο κόσμος. Εγύρισε κάνα καιρό ο βασιλιάς και ρώτησε που είναι τα παιδιά του. Παιδιά ή κουτάβια είπες, του λέει η βασίλισσα. Ο βασιλιάς είδε την τριανταφυλλιά και μυρίζεται. Στη μάνα του λέγει: "Ωραία τριαντάφυλλα". "Να μη ματαμυριστείς, να τα πετάξεις στα βουνά", λέγει η μάνα του. Ο βασιλιάς τα πέταξε στα βουνά και κείνα γινήκανε κυπαρίσσια. Μια φορά κάποτε επήγε για κυνήγι. Εκεί τούρθε νύστα. "Άστε σεις και θα πέσω", είπε στους φρουρούς του. Εκεί τον επήρε ο ύπνος. "Βρε τον πατέρα μας, ίσκιο θα του δώσου", είπανε τα κυπαρίσσια. Ο βασιλιάς τάκουσε και τάπε στη μάνα του. Η μάνα του τούπε: "Να τα πάρεις και να τα πετάξεις στη θάλασσα". "Γιατι;» την ρώτησε ο βασιλιάς. «Τίποτα, είναι κακό για σένα», του λέει η μάνα του. Ο βασιλιάς ετότε τα επήρε και τα πέταξε στην θάλασσα. Και κει γίνηκε παλάτι μεγάλο, θάμμα έγινε. Μια μέρα ο βασιλιάς βγαίνει περίπατο και είδε και το παλάτι. Το λέει στην μάνα του. Η βασίλισσα του είπε: «Εσύ να μην πας εκεί. Ό,τι θέλει ας είναι, είναι κακό για σένανε». Ο βασιλιάς δεν άκουσε. Και μια μέρα πήγε. Και κει τον δεχτήκανε σαράντα παλληκάρια. Τι καρτερέματα του κάνανε! Τι ετοιμασίες είχανε! «Πια βρε παιδιά σας ευχαριστώ, αλλά θα σας καλέσω και γω στο σπίτι μου». Και ο βασιλιάς υποδοχή κάνει για να καλέσει. Και τα κάλεσε. Είχε ετοιμασία και καθίσανε να φάνε. Ετότες επεταχτήκανε τα παλληκάρια και είπανε: «Η μάνα μας είναι στον νεροχύτη. Πάρτε την από κει». Την ζεσταίνουν από τον νεροχύτη. Τη φέρνουνε στο τραπέζι και φάγανε όλοι. Η μάνα του βασιλιά γίνηκε μπαρούτι. Και ζήσανε καλά και μεις καλύτερα. 

Παραλλαγή που συλλέχτηκε από τη Χρυσανθακοπούλου Βέλλη, το 1960, στα Τρόπαια Γορτυνίας. 

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.