Άτιτλο.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η Κουλοχέρα ή η κακιά μητριά")

Ήτανε δύο αδέλφια. Πεθάνανε οι γονείς τους και μείνανε ορφανά, ένα κορίτσι κι ένα παιδί. Και το κορίτσι του λέει του αδελφού: "Εγώ θα φύγω, να πάω να βρω την τύχη μου". Εκεί στο δρόμο που πήγαινε συναντά ένα γέρο. Της λέει ο γέρος: "Πού πάς;" "Πάω να βρω την τύχη μου". "Κάτσε εδώ", της λέει ο γέρος, "και γω θα σου φέρω την τύχη σου". Και κάθησε και της δίνει ένα μπαστούνι και της λέει:
"Χτύπα κει τρεις φορές". Και χτύπησε τρεις φορές στη γης με το μπαστούνι και βρήκε εκεί τα καλά της και τ' αγαθά της όλα. Παίρνει και τον αδελφό της αφού βρήκε την τύχη της και καθήσανε μαζί. Από κει λέει ο αδελφός της: "Εγώ θα παντρευτώ". "Να παντρευτείς αδελφέ μου". Παντρεύτηκε και πήρε μια γυναίκα και πήγανε κι οι τρεις. Ο αδελφός λοιπόν την αγαπούσε πάρα πολύ την αδελφή. Ερχότανε από την δουλειά κι έλεε: "Καλησπέρα της γυναίκας μου και δύο φορές της αδελφής μου καλησπέρα".
Ύστερα κάμανε κι ένα παιδάκι. Την αδελφή του την λέγανε Μαρουλίτσα. Ερχότανε από την δουλειά κι έλεε: "Καλησπέρα της γυναίκας μου, καλησπέρα του παιδιού μου, και δύο φορές καλησπέρα της Μαρουλίτσας". Η γυναίκα του τρελαινότανε πια, δεν ήθελε να λέει δύο φορές καλησπέρα της αδελφής του. Άρχισε να χαλάει το σπίτι.
Ό,τι είχανε μέσα, λάδια, γεννήματα τα 'χύνε. Έρχεται το βράδυ αυτός. "Καλησπέρα της γυναίκας μου, καλησπέρα του παιδιού μου, και δύο φορές καλησπέρα της Μαρουλίτσας". "Να τρομάρα σου, για τήρα η Μαρουλίτσα τι σούκανε". Και της λέει εκείνος: "Δικά της ήτανε, ας τα 'κάνε". Από όλα αυτά που έκανε δεν επιάστηκε ο λόγος της πουθενά. Το τέλος πια ήτανε να στραβώσει το παιδί, να του βγάλει τα μάτια. Λοιπόν της λέει αυτός: "Ό,τι έκαμες στο συγχώρησα, γιατί ήτανε δικά σου. Το παιδί δεν ήτανε δικό σου, γιατί να το στραβώσεις;" Πιάνει και της χαράζει τα χέρια της κόμπο σε κόμπο και της δίνει το παιδί στον ώμο και της λέει: "Πάρτο και φεύγα".
Στο δρόμο που πήγαινε κλαίοντας, βρίσκει μια γριά. "Κάτσε της λέει, να μου διηγηθείς τι έγινε". Έκατσε και της τα διηγήθηκε όλα. Και της λέει η γριά: "Χτύπα εκεί με το πόδι σου". Και χτύπησε το πόδι της χάμω και βγήκε ένα μέγαρο σπίτι με όλα τα καλά. Βγαίνει και μια βρύση χάμω. "Πλύνε το παιδί", της λέει "και πλύσου και συ". Πλύθηκε και γίνανε καλά όλα, και το παιδί, τα μάτια του, και εκείνη που την είχε χαράξει. Εκάθησε πολύ διάστημα μαζί με το παιδί στο σπίτι. Ο αδελφός της βγήκε κυνήγι με άλλους δυο. Καθότανε η Μαρουλίτσα στο μπαλκόνι μαζί με το παιδί και του λέει: "Τους βλέπεις εκείνους που έρχονται εκεί κάτου;" "Τους βλέπω". "Ο ένας εκείνος ο δεξιός είναι ο πατέρας σου. θα έρθουν εδώ, του λέει, και θα τους βάνω να φάνε και συ με τρόπο να πάρεις το κουταλάκι σου, να το ρίξεις στην τσέπη του πατέρα σου. θα σου βάνω να φας και θα ζητάς το κουταλάκι σου". Λοιπόν όπως του είπε το 'ρίξε. Καθήσανε να φάνε. Του 'δίνε άλλο κουτάλι δεν ήθελε, "θέλω το κουταλάκι μου", έλεγε. Εσηκώθηκαν και τιναζόντουσαν όλοι. Τι γίνηκε το κουτάλι; Και κει που τιναζόντουσαν, έπεσε το κουτάλι του παιδιού από την τσέπη. Περίεργο τους ήρθε πως ήταν το κουτάλι στην τσέπη. Και έλεε αυτός: "Πούθε ήρθε το κουτάλι στην τσέπη μου;" Και του λέει εκείνη: "Εγώ είμαι η αδελφή σου και κείνο είναι το παιδί σου. Κι όπως εσύ δεν ξέρεις, πούθε ήρθε το κουτάλι, έτσι και γω δεν ήξερα την καταστροφή του σπιτιού". Κι έτσι κάθησε μαζί με το παιδί εκεί και την άφηκε την κυρά.

Παραλλαγή που συλλέχτηκε από την Τσενίδου Αννα, στην Τρίπολη το 1959. 

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.