Άτιτλο.

(Κυκλάδες. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η Κουλοχέρα ή η κακιά μητριά")

Μια φορά κι ένα καιρό ήτανε ένας νοικοκύρης και είχε μια γυναίκα και ένα κορίτσι 18 χρονών. Ήτανε ψαράς. Μια μέρα που γύριζε από το ψάρεμα απήντησε ένα κύριο που ήτανε καλοντυμένος, με ωραίο καπέλο, και φαινότανε πολύ πλούσιος. Τον σταματά λοιπόν τον ψαρά, τούκαμε χαρές, τον πήρε σε ένα καφενείο και τόνε κέρασε.
Του λέει ότι είδα τη κόρη σου και μ' αρέσει και σε παρακαλώ να μου την δώκεις. Ο ψαράς του λέει:
"Εγώ είμαι ψαράς φτωχός, πιάνω μια οκά ψάρια, είμαι πολύ φτωχός, μπορείς να πάρεις την κόρη μου". Αυτός λέει: "Όχι. Πάρε αυτά τα λεφτά πάρε ό,τι χρειάζεσαι και το βράδυ θα 'ρθω να με δει, γιατί εγώ την ξέρω". Την άλλη μέρα πάει στο σπίτι τση νύφης, είχανε ετοιμάσει το σπίτι. Αυτή μόλις τον είδε επουδενί λόγω παραδέχτηκε.
Ο πατέρα τση λέει: "Αυτός κόρη μου είναι πλούσιος, εγώ βγάζω ένα ψωμί την ημέρα". Αυτή δεν παραδέχτηκε. Την άλλη μέρα τον απήντησε στο δρόμο ο ψαράς τον κύριο και τόνε αρώτησε τι απόφαση πήρε η κόρη ντου. "Τι να σου πω παλληκάρι μου, δεν παραδέχεται παρ' όλη την πίεση που τση κάνω". Λέει λοιπόν αυτός: "Να τση πεις, αν δεν παραδεχτεί τον γάμο, να τση κόψεις τα δύο τση χέρια".
Το λέει πάλι το βράδυ στην κόρη ντου: "Παιδί μου αφόσο δε θες να πάρεις τέτοιο παιδί, θα σου κόψω τα χέρια σου". "Πατέρα μου, να μου τα κόψεις ευχαρίστως". Αυτός τση κόβει τα δύο χέρια και σηκώνεται αυτή και φεύγει.
Αυτή τράβηξε το δρόμο και ήμπηκε σ' ένα περιβόλι, για να περάσει η νύχτα. Αλλά ηπείνα και ήπεσε με τα μούτρα και ήτρωε λαχανικά. Αλλά αυτό το περβόλι ήτανε του βασιλέα. Το πρωί σηκώνεται ο βασιλέας και βλέπει το περβόλι ντου πατημένο, ημάλλωσε το δούλο και τούπε: "Τα ζωντανά ήφηκες να μπούνε εδωμέσα;" Ο δούλος παραφύλαξε και την έπιασε, νόμισε ότι ήτανε ζώο και ζήτησε να τη χτυπήσει. Αυτή τούπε ότι ήτανε άνθρωπος και του διηγήθηκε την ιστορία τση. Ο δούλος τότες την πιάνει και την πάει στο αφεντικό του. Αυτή διηγείται όλη τση την ιστορία πως τση κόψανε τα χέρια τση. Όπως την είδε ο βασιλέας την λυπήθηκε και την κρατήσανε στο παλάτι. Ο βασιλέας τσήβαλε πέτσινα χέρια και με μηχάνημα ημπόρειε και τα κούνιε. Ήτανε όμως τόσο ωραία, που ο βασιλέας ζήτηξε να την παντρευτεί.
Ο άλλος μαθαίνει που είναι και πως περνά. Την εποχή αυτή είχε γίνει πόλεμος και ήπρεπε ο βασιλέας να πάει. Φεύγει ο βασιλέας, αυτή όμως ήτανε αγκαστρωμένη. Σε λίγο καιρό γράφει στον άντρα τση ένα γράμμα πως είναι καλά και περνά ωραία. Το δώνει στο δούλο να το ρίξει στο ταχυδρομείο. Ο κύριος όμως που την είχε ζητήσει πιάνει σχέσεις με τον δούλο, τον παίρνει στο καφενείο να τον κεράσει, του παίρνει το γράμμα και του το αλλάζει. Σκίζει το γράμμα και γράφει αυτός για τον πεθερό τση, τον πατέρα του βασιλέα: "Η γυναίκα σου αφότου ήφνες ηγέννησε, αλλά δεν κοιτάει το παιδί, αλλά γυρίζει με τση άντρες".
Παίρνει ο δούλος το γράμμα και το πάει στο ταχυδρομείο. Το λαβαίνει ο άντρας τση και γράφει στον πατέρα του: "Λυπήθηκα με τα γραφόμενά σου, αλλά κράτησε την με τα ελαττώματα τση και μόλις θα 'ρθω θα τα κανονίσωμε". Πάει ο δούλος να πάρει το γράμμα και απαντά τον ίδιο άνθρωπο, που παίρνει το γράμμα και του δώνει άλλο το οποίο ήλεε: "Πατέρα να βγάλεις τα πέτσινα χέρια τση γυναίκας μου να τση δώσεις το παιδί τση και να την βγάλεις να φη". Λαβαίνει ο πατέρας το γράμμα ηστεναχωρέθηκε πολύ και σκεφτότανε πως να τση τα βγάλει. Εντέλει τση βγάζει τα πέτσινα χέρια, τση βάζει το παιδί μέσα σε ένα σάκκο, τση το περνά στο λαιμό και φεύγει. Ήφυε η δυστυχισμένη, ηπήαινε, ηπήαινε. Αφού ήρθε το βράδυ ήμπηκε σε μια εκκλησιά. Εκεί τση παρουσιάστηκε στον ύπνο τση η Παναγιά και τση λέει. Σήκου να βυζάξεις το παιδί σου έχεις χέρια. Τρομαγμένη ξυπνά και βλέπει τα χέρια τση γερά. Τση λέει θα τραβήξει τον ίδιο δρόμο και είναι μια κόκκινη πόρτα εκεί, θάμπεις και θάβρεις το σπίτι σου. Πραγματικώς ήμπηκε και βρήκε απόλα, μια δούλα, φαί.
Εντωμεταξύ ο βασιλέας έρχεται από τον πόλεμο ψάχνει γυναίκα ντου και δεν την βλέπει. Φωνάζει τον πατέρα ντου και του λέει: "Πούναι πατέρα η γυναίκα μου;" "Παιδί μου δεν μούπες να τση βγάλω τα πέτσινα χέρια και να την διώξω;" "Εγώ πατέρα μου σούγραψα νάχεις υπομονή οσότου γυρίσω". Τότε φωνάζουνε τον δούλο και τον ρωτούνε. "Τα γράμματα που σου δώσαμε που τα πήαινες;" Τότε ο δούλος είπε πως κάποιος κύριος στο δρόμο τούλλαζε τα γράμματα και τούδινε άλλα. Αμέσως ο βασιλέας παίρνει το άλογο ντου και ήφυε. Στο δρόμο που ηπήαινε, νυχτώθηκε και χτυπά μια πόρτα νάμπει για να περάσει η νύχτα και η βροχή. Μπαίνει μέσα και βλέπει μια κυρία που βαστά ένα παιδάκι. Αυτή τόνε δέχτηκε ευχαρίστως. Τούβαλλε και ήφαε και ήπεσε να κοιμηθεί. Η δούλα με την κυρία ήτανε στο άλλο δωμάτιο και διηγούντανε την ιστορία τση και το βίο τση. Ο βασιλέας ήκουσε την ιστορία σηκώνεται και πααίνει στο δωμάτιο τση κυρίας και ήρχισε να την ρωτά που βρέθηκε, πως ήρθε και αμέσως κατάλαβε πως ήτανε η γυναίκα του. Ο βασιλέας την ρώτηξε που ήβρηκε τα χέρια τση. Αυτή διηγείται πως η Παναγιά τση έκαμε το θαύμα. Αμέσως την πήρε και την πήε στο παλάτι και περάσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Παραλλαγή που συλλέχτηκε από την Ταγκλή Ευφροσύνη στα Φηρά της Σαντορίνης το 1958. 

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.